Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΚΑΛΥΤΕΡΟ, ΟΧΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ- Θ. Τσέκος



[ Δημοσιευμένο στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, 14-4-2013]

ΚΑΛΥΤΕΡΟ, ΟΧΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ

Θεόδωρος Ν. Τσέκος,
Επίκουρος Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης,
ΑΤΕΙ Καλαμάτας

Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα προσανατολίστηκαν από μία βασική αρχή: την παράκαμψη των συγκροτημένων δομών του Κράτους.
Η τάση αυτή εμφανίστηκε, μετά την κυβερνητική μεταβολή του 1981, ως πολιτική προτεραιότητα ελέγχου του κρατικού μηχανισμού από μία παράταξη επί δεκαετίες αποκλεισμένη από αυτόν. Πραγματώθηκε αρχικά με την κατάργηση των γενικών διευθύνσεων και την υποκατάστασή τους στο σχεδιαστικό και συντονιστικό τους έργο από τα γραφεία των υπουργών μέσω ειδικών συνεργατών και συμβούλων. Στην συνέχεια, υπό το πρόσχημα της ευελιξίας και το δόγμα της αδυναμίας της διοίκησης να παρακολουθήσει και να εξυπηρετήσει  τις αναγκαίες αλλαγές , αλλά κυρίως υπό την ιδεολογική επίδραση των αρχών του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ που κυριάρχησαν διεθνώς από την δεκαετία του 1980 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000,  η τάση αυτή διατηρείται και ενισχύεται. Τόσο στο κεντρικό κράτος όσο και στην τοπική αυτοδιοίκηση οι αρμοδιότητες μετατίθενται προς μια πανσπερμία Νομικών Πρόσωπων δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου.
 Οι τεκμηριωτικές  και σχεδιαστικές λειτουργίες  διολισθαίνουν προς τον ιδιωτικό τομέα μέσω ανάθεσης μελετών και επεξεργασίας προτάσεων πολιτικής σε συμβουλευτικούς οίκους. Οι θέσεις ευθύνης  που καταλαμβάνονται από μετακλητούς επαυξάνονται διαρκώς με τον πολλαπλασιασμό των  θεματικών Γενικών και Ειδικών Γραμματειών. Σημαντικές σχεδιαστικές και επιχειρησιακές αρμοδιότητες συνδεδεμένες με την διαχείριση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων ανατίθενται σε νέες δομές παράπλευρες του κυρίως κορμού της διοίκησης. Όταν δε επιχειρείται η ενίσχυση της σχεδιαστικής ικανότητας  της ίδιας της διοίκησης αυτό γίνεται με τεχνοκρατικές δομές (πχ μονάδες στρατηγικού σχεδιασμού) που τοποθετούνται εκτός ιεραρχίας.  
Οι εν λόγω πρακτικές έχουν σημαντικές αρνητικές συνέπειες. Δημιουργείται διοικητική ασυνέχεια, απίσχναση των εσωτερικών μηχανισμών τεκμηρίωσης,  εξάρτηση από εξωτερική τεχνογνωσία, απάμβλυνση των σχεδιαστικών ικανοτήτων της διοίκησης,  αδράνεια, τέλος, της θεσμικής της μνήμης. Ο κρατικός μηχανισμός όδευσε κατά τον τρόπο αυτό σε μια δραματική υποβάθμιση της ρυθμιστικής και επιχειρησιακής του ικανότητας, υποβάθμιση η οποία δεν καλύφθηκε με τα εκ των ενόντων επιχειρούμενα θεσμικά και λειτουργικά bypass. Προκύπτουν έτσι  αναποτελεσματικές, κακής ποιότητας δημόσιες πολιτικές με χείριστη σχέση κόστους-οφέλους.
Λανθασμένα το πρόβλημα συνδέεται συχνά με την ύπαρξη ενός μεγάλου και σπάταλου κράτους. Σύμφωνα με διεθνή συγκριτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων και του ΟΟΣΑ, το ελληνικό Κράτος δεν είναι ούτε ιδιαίτερα μεγάλο ούτε ιδιαίτερα σπάταλο. Είναι όμως αναποτελεσματικό. Και τούτο διότι οι σχεδιαστικές επιχειρησιακές και ελεγκτικές του ικανότητές ουδέποτε αναπτύχθηκαν όπως έπρεπε. Τα προβλήματα δηλαδή δημιουργούνται από ποιοτικά και ποσοτικά ανεπαρκή δημόσια δράση.
Η απάντηση που δίδεται από κάποιες πλευρές είναι περιορισμός του κράτους, δηλαδή περαιτέρω μείωση της δημόσιας δράσης. Πρόκειται για συνταγή λανθασμένη. Αν η επιλογή αυτή θα μπορούσε θεωρητικά να αποδώσει  σε κοινωνικο-οικονομικά περιβάλλοντα που εδράζονται σε μια ισχυρή κοινωνία πολιτών, δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας στην ελληνική πραγματικότητα όπου οι πελατειακές νοοτροπίες και πρακτικές έχουν βαθύτατες ιστορικές ρίζες. Το εγχείρημα διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος δια του υποτιθέμενου αμοιβαίου έλεγχου των ιδιωτικών συμφερόντων θα αποτύγχανε δεδομένου ότι η ατομο-κεντρική κουλτούρα δεν ευνοεί την κοινωνική αυτορρύθμιση. Κάθε απόπειρα προαγωγής του δημοσίου συμφέροντος χωρίς δημόσια δράση, αποκλειστικά και μόνον δια της σφαίρας του ιδιωτικού, θα απέβαινε υπέρ των συγκροτημένων ισχυρών συμφερόντων.
Οι λύσεις συνεπώς θα πρέπει να αναζητηθούν στην κατεύθυνση ενός καλύτερου και όχι ενός μικρότερου κράτους. Καλύτερο κράτος σημαίνει διοικητικός μηχανισμός που είναι σε θέση να προβλέπει, να προλαμβάνει και να διασφαλίζει.  Ο διοικητικός μηχανισμός δεν είναι αποκλειστικά εκτελεστικός. Δεδομένης της υψηλής –και διαρκώς αυξανόμενης- τεχνικότητας στην άσκηση δημοσίων πολιτικών, η διοίκηση παίζει σημαντικότατο ρόλο στην προετοιμασία της λήψης των πολιτικών αποφάσεων αλλά και στην γεωγραφική, χρονική και θεματική προσαρμογή των αποφάσεων αυτών κατά την εφαρμογή τους. Ένα κράτος με χαμηλή διοικητική ικανότητα έχει μειωμένη δυνατότητα παρέμβασης στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι. Ένα κράτος αδύναμο, όμως, οδηγεί σε μια κοινωνία ανισορροπιών. Έτσι, η αναβάθμιση της διοικητικής ικανότητας συνιστά , ιδιαίτερα εν μέσω κρίσης, στρατηγική επιβίωσης και ανάταξης της χώρας. Απαιτείται συνεπώς ενίσχυση της σχεδιαστικής και επιχειρησιακής ικανότητας του κυρίως κορμού των διοικητικών μηχανισμών σε όλη την έκταση της δημόσιας δράσης, από τα υπουργεία ως την αυτοδιοίκηση.
Ο δραστικός περιορισμός των νομικών προσώπων και η επαναφορά των δραστηριοτήτων τους εντός του κορμού της διοίκησης, με πρόβλεψη ειδικών ευελιξιών όπου αυτό απαιτείται, η σταθερή ιεραρχία, ο εξ ίσου δραστικός περιορισμός των μετακλητών σε όλα τα επίπεδα, αλλά και η ποσοτική και ποιοτική στοχοθεσία με βάση δείκτες απόδοσης  και η συστηματική αξιολόγησή των υπηρεσιών και των ανωτάτων και ανωτέρων στελεχών τους με βάση το βαθμό επίτευξης στόχων, μπορούν να συμβάλουν στην παραπάνω κατεύθυνση.


Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Διαμόρφωση Εθνικών Πολιτικών για την Ανοικτή Πρόσβαση στα Επιστημονικά Δεδομένα

Tο Εθνικό Κέντρο Tεκμηρίωσης (EKT) διοργανώνει Ημερίδα με θέμα "Διαμόρφωση εθνικών πολιτικών για την Ανοικτή Πρόσβαση" την Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012 στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Αμφιθέατρο Λεωνίδας Ζέρβας). Στόχος της εκδήλωσης, η οποία διοργανώνεται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου MedOANet, είναι να παρουσιάσει τις τρέχουσες πολιτικές και καλές πρακτικές που εφαρμόζονται διεθνώς στον τομέα της Ανοικτής Πρόσβασης στην επιστημονική γνώση, να ενημερώσει για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, και να συμβάλει στη συντονισμένη υιοθέτηση πολιτικών Ανοικτής Πρόσβασης στη χώρα.

http://www.openaccess.gr/conferences/workshop2012/ 

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ανοιχτή πρόσκληση υποβολής προτάσεων για το 2ο Συνέδριο Δημόσιας Πολιτικής & Θεσμών

Το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής & Θεσμών τού Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, διοργανώνουν
τον Δεκέμβριο του 2012, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
το 2ο Συνέδριο Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών με θέμα:

Συνέχειες και Ασυνέχειες στο Ελληνικό Κράτος, την Οικονομία, και την Κοινωνία [1945-2012]

Η Οργανωτική & Επιστημονική Επιτροπή του Συνεδρίου προσκαλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλλουν ηλεκτρονικά τον τίτλο της πρότασής τους καθώς
και μια  περίληψη στα ελληνικά, μέχρι 250 λέξεις, στην  ηλεκτρονική διεύθυνση: 2osynedriothesmon@gmail.com
με την ένδειξη 2ο Συνέδριο ως τις 15  Οκτωβρίου.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Επιστημονικές δημοσιεύσεις σε Ελεύθερα Ψηφιακά Αποθετήρια με δημόσιο χαρακτήρα


του Θεόδωρου Ν. Τσέκου*

Ραγδαία εξελίσσεται η υπόθεση της ανοικτής πρόσβασης στις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Την πρωτοβουλια για την ελεύθερη πρόσβαση στα δημοσιευμένα προϊόντα της επιστημονικής έρευνας (άρθρα, δεδομένα κλπ)  προωθούν πλέον ακαδημαϊκοί και ερευνητές , πανεπιστήμια (League of European Research Universites -LERU, Harvard), κυβερνήσεις (Μ. Βρετανία) και τώρα και η ΕΕ .
Βλέποντας τον κίνδυνο από τις πολιτικές αυτές οι εκδοτικοί οίκοι έχουν λανσάρει μιά νέα πρακτική: το κόστος δημοσίευσης (πρακτικά πλέον κόστος ανάρτησης στο διαδίκτυο !) να επωμίζεται ο συγγραφέας, το ίδρυμά του ή το κράτος. Το κόστος αυτό μπορεί ήδη να φθάνει σε πολλές εκατοντάδες έως και χιλιάδες δολλάρια ανά άρθρο.

Η στρατηγική αυτή αποκαλείται "Χρυσός δρόμος" και αντιπαρατίθεται στον "Πράσινο δρόμο" που προωθεί την ελεύθερη διαδικτυακη ανάρτηση ψηφιακών "αντιγράφων" ανεξαρτήτως άλλων μορφών δημοσίευσης. (βλ. LERU οπ. παρ.σ.σ. 6 και 9). Οι δύο εναλλακτικές αυτές μορφές ανοικτής πρόσβασης (α. χωρίς κόστος ούτε για τον συγγραφέα ούτε για τον αναγνώστη και β. χωρις κόστος για τον αναγνώστη αλλά με κόστος είτε για τον συγγραφέα είτε για τον οργανισμό στον οποίο ανήκει ή το κράτος) προσδιορίζονται στην διακήρυξη της Πρωτοβουλίας της Βουδαπέστης για την Ανοικτή Πρόσβαση (Budapest Open Access Initiative).

Το κόστος πρόσβασης στα δημοσιευμένα σε επιστημονικά περιοδικά άρθρα, είτε αυτό πληρώνεται από τον αναγνώστη είτε από τον συγγραφέα είναι υπερβολικό εξοργίζοντας την ακαδημαϊκή κοινότητα. " Εμείς κάνουμε την έρευνα, γράφουμε τα άρθρα, αξιολογούμε άρθρα άλλων ερευνητών, μετέχουμε σε εκδοτικές επιτροπές και όλα αυτά δωρεάν ... και μετά αγοράζουμε τα αποτελέσματα της εργασίας μας σε εξωφρενικές τιμές» δήλωσε στον Guardian, ο διευθυντής της βιβλιοθήκης του Χάρβαρντ Ρόμπερτ Ντάρντον.

Ακόμα περισσότερο θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψη ότι οι ερευνητές είναι στο σύνολό τους σχεδόν μέλη ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Άρα οι μισθοί των ερευνητών πληρώνονται από τον φορολογούμενο (πχ τον μεταπτυχιακό φοιτητή και την οικογένειά του) ο οποίος στην συνέχεια ως δυνητικος αναγνώστης - χρήστης  καλείται να πληρώσει ξανά για πρόσβαση στο προϊόν της έρευνάς τους. Και φυσικά τα χρήματα αυτά δεν τροφοδοτούν τη έρευνα αλλά ενισχύουν τα κέρδη των εξειδικευμένων εκδοτικών οίκων που σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα κινούται περί το 35% !

Το υψηλό κόστος πρόσβασης στα επιστημονικά άρθρα - προϊόντα της έρευνας αποτελεί εξ άλλου σημαντικό εμπόδιο στην διάχυση των ερευνητικών αποτελεσμάτων με αρνητικές επιπτώσεις στην πρόοδο της επιστήμης και την ανάπτυξη.

Το κόστος πρόσβασης στα δημοσιευμένα σε επιστημονικά περιοδικά άρθρα, είτε αυτό πληρώνεται από τον αναγνώστη είτε από τον συγγραφέα είναι επίσης, στις σημερινές συνθήκες, περιττό. Η έντυπη μορφή διάχυσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων δικαιολογούσε ασφαλώς εκδοτικά κόστη.

Η ψηφιοποίηση όμως του έντυπου λόγου επιτρέπει σήμερα τη δημοσίευση και διακίνηση των επιστημονικών κειμένων πρακτικά χωρίς κόστος, δεδομένου ότι ούτε οι συγγραφείς ούτε οι αξιολογητές αμείβονται. Κατά συνέπεια δεν προκύπτει κανένας προφανής λόγος να δαπανώνται δημόσιοι, ιδιωτικοί και γενικώς κοινωνικοί πόροι για την δημοσίευση επιστημονικών εργασιών.

Η μόνη δυνατή λύση για να διατίθεται χωρίς επιπλέον κόστος προς όλη την κοινωνία το προϊόν της δημόσια χρηματοδοτούμενης επιστημονικής έρευνας είναι τα ελεύθερα ψηφιακά αποθετήρια. Τα αποθετήρια αυτά μπορούν να λειτουργούν ως πλατφόρμες δι-ιδρυματικής συνεργασίας (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, διεθνείς επιστημονικές ενώσεις κλπ).

Το κόστος λειτουργίας ενός τέτοιου αποθετηρίου είναι ιδιαίτερα χαμηλό. To Θεσμικό Ερευνητικό Αποθετήριο του Σαουθάμπτον (University of Southampton Institutional Research Repository) στοίχισε 13.000 ευρώ σε τεχνικό κόστος συν μισό ανθρωπομήνα σταθερό κόστος για τον Διαχειριστή Αποθετηρίου.Το κόστος αυτό θα μπορούσε να συμπιεσθεί ακόμη περισσότερο από την ενσωμάτωση των λειτουργιών αυτών στις υφιστάμενες ψηφιακές υποδομές των ιδρυμάτων και στο καθηκοντολόγιο της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Μέσα από την δι-ιδρυματική συνεργασία και εγγύηση θα διασφαλισθούν οι μηχανισμοί "αξιολόγησης από ομολόγους" (peer review) που σήμερα συντονίζουν μεν οι εκδοτικοί οίκοι αλλά πραγματοποιούνται αποκλειστικά από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας. Η ακαδημαϊκή κοινότητα συνεπώς θα συνεχίσει να εγγυάται, χωρίς διαμεσολάβηση αυτή την φορά, την εγκυρότητα των επιστημονικών δημοσιευμάτων.

Τέλος, οι νέοι αυτοί μηχανισμοί θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν καινούργιες ιδέες και νέες τεχνολογίες αξιολόγησης. Ελεύθερης πρόσβασης αυτοματισμοί ψηφιακής αναζήτησης, ταξινόμησης και ποσοτικοποίησης διαδικτυακών δημοσιευμάτων και διαδικτυακών παραπομπών (π.χ. h-index [Hirsch index] σε Google Scholar) θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να υποκαταστήσουν τον impact factor του περιοδικού με τον impact factor του παραπέμποντος συγγραφέα: η κάθε παραπομπή /ετεροαναφορά π.χ. να σταθμίζεται με τον h-index του συγγραφέα που παραπέμπει.

*Επίκουρος Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης, Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ανώτατο Τεχνολογικό Ίδρυμα Καλαμάτας

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Ανοιχτή  πρόσκληση υποβολής προτάσεων
για το
2ο Συνέδριο Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών


Το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής & Θεσμών, τού Παντείου Πανεπιστημίου και
το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, διοργανώνουν από κοινού,
τον Δεκέμβριο του 2012, στην Αθήνα, το

2ο Συνέδριο Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών

με θέμα:

Συνέχειες και Ασυνέχειες στο Ελληνικό Κράτος, την Οικονομία, και την Κοινωνία: 1945-2012”
---
Η επιστροφή των πολιτικών επιστημόνων στη μελέτη των θεσμών, η λεγόμενη νεοθεσμική προσέγγιση, συνοδεύτηκε από μια μεγάλη ευρύτητα στις απόψεις και τις προσεγγίσεις για το τι είναι και πως λειτουργεί ένας (πολιτικός, κρατικός, κοινωνικός, οικονομικός) θεσμός, για το κατά πόσο θα πρέπει να αναζητούμε τη λογική του σε ενδογενή στοιχεία του (σχετική αυτονομία) ή σε εξωγενή (αν επηρεάζεται από κουλτούρες, νόρμες, παραδόσεις, προτιμήσεις κλπ) και σε ποια αναλογία κάθε φορά, και γιατί εντέλει είναι σημαντικό να τον μελετούμε.

Εκείνο που πάντως κανείς δεν αμφισβητεί είναι η ίδια η σημασία των θεσμών για την κοινωνική και πολιτική οργάνωση. Άπαντες συμφωνούν δηλαδή ότι οι θεσμοί ρυθμίζουν, αν και σε κυμαινόμενο βαθμό ανάλογα με την ισχύ τους, τις ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές, τους αποκλεισμούς/ενσωματώσεις των κοινωνικών δρώντων, ότι αποτελούν εντέλει τους μηχανισμούς που καθορίζουν το ρυθμό και το είδος των αλλαγών ή των αδρανειών. Επίσης, είναι ξεκάθαρο ότι η εκάστοτε προσπάθεια μεταρρύθμισης ενός θεσμού αποτελεί πάντοτε πεδίο κοινωνικής σύγκρουσης αφού αλλάζει υποχρεωτικά τους κανόνες του παιχνιδιού άρα και τις ισορροπίες ισχύος μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών δρώντων.

Αλλά οι συγκρούσεις δεν συμβαίνουν στο κενό. Αυτός είναι και ο λόγος που απαιτείται πάντοτε μια ιστορικοποιημένη προσέγγιση των θεσμών, ώστε να αναδειχτεί το ειδικό βάρος της ιστορικής αδράνειας. Εξάλλου, έχει σωστά επισημανθεί ότι η ιστορική-θεσμική προσέγγιση είναι περισσότερο προετοιμασμένη μεθοδολογικά για να μελετήσει τις συνέχειες παρά τις τομές και τις ρήξεις.

Στη διάρκεια του περσινού, πρώτου μας συνεδρίου για τους «Θεσμούς στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου» (Καλαμάτα, Νοέμβριος 2011) δόθηκε η δυνατότητα να διαπιστωθεί η επιμονή με την οποία διατηρούνται στη μεσαία διάρκεια ή επανέρχονται μέσα από μεταμορφώσεις και μεταλλάξεις, ορισμένα ιστορικά φαινόμενα που σχετίζονται με πάγιες συλλογικές νοοτροπίες, κοινωνικές έξεις, πολιτικές πρακτικές κλπ. Συνηθίζουμε να προσεγγίζουμε τον ελληνικό 20ο αιώνα μέσα από μεγάλες τομές οι οποίες ακολουθούν σχεδόν πάντα τις οριοθετήσεις του βραχέος πολιτικού χρόνου: το 1909, το 1922, το 1941, το 1946, το 1967 ή το 1974. Όσο κι αν αυτή η συμβατική οργάνωση του ιστορικού χρόνου έχει τα πλεονεκτήματά της, θα ήταν εξίσου σκόπιμο να εξετάσουμε τις όποιες βαθύτερες συνέχειες μπορεί να παρατηρούνται στη λειτουργία των διαφόρων θεσμών ή στις νοοτροπίες που τους χαρακτηρίζουν, υπερβαίνοντας τις πιο επιφανειακές «τομές». Δεν πρόκειται για μια υπόρρητα συντηρητική προσέγγιση. Αντιθέτως, μόνο αν συνειδητοποιήσουμε τις ιστορικές εμμένειες ενός φαινομένου, είναι δυνατόν και να το διαχειριστούμε με καλύτερους όρους στο παρόν.
Η ιστορικοθεσμική προσέγγιση έχει ακόμη ένα πλεονέκτημα. Δεν ακυρώνει τον ανθρώπινο παράγοντα. Η εξέλιξη των κοινωνιών είναι συνέπεια της αλληλεπίδρασης δύο μεταβλητών της ιστορίας, δηλαδή της σχέσης της τυχαιότητας (αυτό που ονομάζουμε συγκυρίες) με την εμπρόθετη δράση των υποκειμένων. Tο πολιτισμικό και ανθρωπολογικό στοιχείο δεν διαμορφώνεται μόνο αυτό καθαυτό από το χρόνο αλλά δομεί και το ίδιο την ιστορική πραγματικότητα. Ειδάλλως, αν οι θεσμοί είχαν απόλυτη μεταμορφωτική δύναμη, η απλή μεταρρύθμισή τους θα αρκούσε για αλλάξει και τις νοοτροπίες. Η «συμπεριφορική επανάσταση» (R. Dahl, Who Governs?, 1961) που δανείστηκε από την κοινωνιολογία, την οικονομία, την ανθρωπολογία και την κοινωνική και γνωσιακή ψυχολογία για να μελετήσει τη σχέση ατομικής συμπεριφοράς και ιδρυμάτων/θεσμών, έχει καταλήξει ότι συχνά τα άτομα ξεπερνούν τους κανόνες χρησιμοποιώντας άτυπα δίκτυα με επιρροή. Κατ' επέκταση, έχει διαπιστωθεί, για παράδειγμα, ότι συχνά στην ελληνική περίπτωση, η μεταρρύθμιση υποτάσσεται στην υπάρχουσα κουλτούρα και είτε ανατρέπεται τελείως είτε εφαρμόζεται ελλειπτικά.

Εκκινώντας, λοιπόν από αυτή την προβληματική, η Οργανωτική & Επιστημονική Επιτροπή του Συνεδρίου προσκαλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλλουν ηλεκτρονικά τον τίτλο τής πρότασής τους καθώς και μια περιγραφική της περίληψη στα ελληνικά, μέχρι 250 λέξεις, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: 2osynedriothesmon@gmail.com το αργότερο ως τις 15 Οκτωβρίου του 2012.

Θα ακολουθήσει η αξιολόγηση των κατατεθειμένων προτάσεων από την αρμόδια επιτροπή, και εν συνεχεία, ως τα τέλη Οκτωβρίου, θα αποσταλεί πληρέστερη ενημέρωση σε εκείνους των οποίων η πρόταση θα έχει περιληφθεί στο πρόγραμμα του συνεδρίου.

Τα πρακτικά του δεύτερου αυτού συνεδρίου,όπως άλλωστε και του πρώτου, θα εκδοθούν από τις εκδόσεις Παπαζήση, στη σειρά «Δημόσια Πολιτική & Θεσμοί».

-Τα θεματικά πεδία τού συνεδρίου έχουν ως εξής:

  • Πολιτικοί, διοικητικοί, αυτοδιοικητικοί και δικαστικοί θεσμοί,
  • Οικονομικοί και δημοσιονομικοί θεσμοί,
  • Θεσμικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά πεδίων πολιτικής (ενδεικτικά: εκπαίδευση, υγεία, εργασιακές σχέσεις, κοινωνική πολιτική, πολιτισμός, περιβάλλον κλπ),
  • Θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών (συνδικάτα, ΜΚΟ, κοινωνικά κινήματα κλπ).
Η Οργανωτική & Επιστημονική Επιτροπή του Συνεδρίου,

Νέδα Κανελλοπούλου, Λεωνίδας Παπακωνσταντινίδης, Αργύρης Πασσάς, Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου,
Θεόδωρος Τσέκος

Το «He Who Falls» (Celui qui tombe) του Yoann Bourgeois στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας: Ανάγνωση από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης και της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής- της Ευγενίας Π. Μπιτσάνη*

      * Η Ευγενία Π. Μπιτσάνη είναι Καθηγήτρια Πολιτισμικών Σπουδών & Διαπολιτισμικών Σχέσεων και Διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχι...