Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διοικητική Μεταρρύθμιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διοικητική Μεταρρύθμιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Ποιο είναι το δραστικό συστατικό των μεταρρυθμίσεων.


του Θεόδωρου Ν. Τσέκου*
Ο κ. Πλάτων Τήνιος , Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, δημοσίευσε στο Protagon άρθρο περί της εν χρήσει «μεταρρυθμιστικής τεχνολογίας» .
Σ’ αυτό υποστηρίζει ότι το τρέχον μεταρρυθμιστικό μείγμα είναι αναποτελεσματικό διότι είναι παρωχημένο: Στηρίζεται σε «ρόλους και φιλοδοξίες του Κράτους» που αντιστοιχούν στην προ της κρίσης εποχή και που η προσπάθεια διατήρησης τους «οδηγεί με μαθηματική σιγουριά […]σε παραγκωνισμό του ιδιωτικού τομέα».
Άρα το μεταρρυθμιστικό κενό της χώρας μας συζητείται σε όρους αντιπαράθεσης ιδιωτικού – δημόσιου.
Πιστεύω ότι μια τέτοια αντίστιξη, αυτή καθ’ αυτή, συνιστά επίσης μια «προ κρίσης» εννοιολόγηση.
Δραστικό συστατικό της μεταβολής δεν είναι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Είναι η καινοτόμος πρωτοβουλία.
Και τέτοια υπάρχει ασφαλώς στο πεδίο της ανταγωνιστικής οικονομίας, υπάρχει όμως –όσο και αν ακούγεται παράξενο- και στον δημόσιο χώρο και μπορεί να υπάρξει και στο έδαφος της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.
Παντού ωστόσο η καινοτόμος πρωτοβουλία παραμένει μειοψηφική, συνήθως συντριπτικά μειοψηφική. Μειοψηφική δε ούσα, εύκολα στραγγαλίζεται από τις εν αγαστή σύμπνοια συλλειτουργούσες, παρασιτικές ομάδες του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου.
Και αυτό ακριβώς συνιστά το αναπτυξιακό –κατ’ άλλους το πολιτισμικό- πρόβλημα της χώρας μας.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι όχι να ενισχύεται αλλά να μην εξουδετερώνεται η καινοτόμος πρωτοβουλία, όπου και όταν αυτή «αναφύεται».
Αυτό δεν διασφαλίζεται με προσφυγή στην προστασία του πανίσχυρου κράτους (εδώ ο Π. Τήνιος έχει δίκιο) αλλά μέσα από την δικτύωση των ιδίων των «πρωτοβουλιακώς καινοτομούντων» ανεξαρτήτως πεδίου εμφάνισης και «ιδιοκτησιακού καθεστώτος».
Χρειαζόμαστε καινούργιες success stories και νέους ήρωες. Κοινοί τους παρονομαστές: πρωτοβουλία και αυτενέργεια, φρέσκες ιδέες σε επαφή με το διεθνές περιβάλλον, μικρή κλίμακα και ποιότητα, και τέλος έμφαση στην κοινωνική ταυτότητα και όχι μόνο στο οικονομικό αποτέλεσμα.
* Ο Θ.Ν.Τσέκος είναι Επίκουρος Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης, Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας, Ανώτατο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Καλαμάτας

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

4ο Συνέδριο Διοικητικών Επιστημόνων

To 4ο Συνέδριο Διοικητικών Επιστημόνων με θέμα:

Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση: Δυνατότητες, Προοπτικές, Αδυναμίες

πραγματοποιείται στην Θεσσαλονίκη στις 1-2 Δεκεμβρίου 2011

Οργανωτές :
• Τo Εργαστήριο Διοικητικών Επιστημών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών,
• Ο Τομέας Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης του Τμήματος Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ,
• Το Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και
• Το Ελληνικό Ινστιτούτο Διοικητικών Επιστημών

Το Συνέδριο θα διεξαχθεί στο Kέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων του ΑΠΘ, 3ης Σεπτεμβρίου, Πανεπιστημιούπολη, Αμφιθέατρο ΙΙΙ

Το αναλυτικό πρόγραμμα του Συνεδρίου

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

ΕΝΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ

ΕΝΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ

Θόδωρος Τσέκος


[Ομιλία στην ημερίδα με θέμα : «Πέρα από την Κρίση. Αξιακές και τεχνικές προϋποθέσεις μιας διαφορετικής οικονομίας σε μια διαφορετική κοινωνία» , με διοργανωτή το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Γενικού Τμήματος Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου την Τρίτη 22/3/11]


Η χώρα μας καλείται να δώσει μια μάχη υπέρβασης μιάς στρεβλής εκδοχής του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης για να συγκλίνει σε μιά περισσότερο mainstream εκδοχή του. Ποια είναι όμως αυτή η mainstream εκδοχή ;

1. ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ; Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Όποιος κινείται το τελευταίο διάστημα στα ευρωπαϊκά παρασκήνια ή συνομιλεί με εκείνους που κινούνται σ’ αυτά ή έστω παρακολουθεί συστηματικά τα όσα εκείνοι γράφουν σχετικά , μπορεί να επιβεβαιώσει την ακόλουθη παράφραση : « Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Το φάντασμα των BRIC (Brazil, Russia, India, China) και άλλων αναπτυσσόμενων οικονομιών»

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά ; Η απλουστευμένη, αλλά όχι απλουστευτική απάντηση συμπυκνούται σε ένα νέο, ειδικότερο, ερώτημα: Πως οι αρμόδιες Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα κατορθώσουν να παράγουν «τρισδιάστατες LED τηλεοράσεις με ενσωματωμένες λειτουργίες απ’ ευθείας πρόσβασης στο internet, αποθήκευσης / εγγραφής προγραμμάτων, video-on- demand κλπ κλπ κλπ» σε τιμές χαμηλότερες από τις αντίστοιχες κινέζικες, ινδικές, μαλαισιανές, ινδονησιακές και άλλες τέως τριτοκοσμικές οικονομίες.

Μέχρι πρόσφατα το δίλημμα αυτό δεν ετίθετο. Η διεθνής κατανομή εργασίας οδηγούσε την παραγωγή των αγαθών εντάσεως κεφαλαίου (υψηλής τεχνολογίας) στις αναπτυγμένες χώρες και εκείνων εντάσεως εργασίας (χαμηλής τεχνολογίας με έμφαση στο φτηνό εργατικό δυναμικό) στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Σήμερα

  1. οι νέες τεχνολογίες αυτοματισμού της παραγωγής όπου η διαδικαστική τυποποίηση μειώνει την σημασία της εξειδικευμένης εργασίας
  2. οι νέες τεχνολογίες οργάνωσης όπου επιτρέπουν τον εκ του μακρόθεν συντονισμό πολύπλοκων παραγωγικών σχηματισμών (αλλού ο σχεδιασμός, αλλού η παραγωγή, αλλού οι υποστηρικτικές λειτουργίες)
  3. η διευκόλυνση των μεταφορών και των επικοινωνιών

επιτρέπουν την - και , σε συνδυασμό με την τεράστια διαφορά του κόστους εργασίας, ωθούν στην μετεγκατάσταση τεχνολογικά προηγμένων επιχειρήσεων από αναπτυγμένες σε αναπτυσσόμενες χώρες.

Η μετεγκατάσταση παραγωγικών διαδικασιών διαχέει την εμπειρία και την παραγωγική και επιχειρηματική κουλτούρα σε τοπικές υφιστάμενες ή υπό συγκρότηση ελίτ, διαχέει τεχνογνωσία στο τοπικό εργατικό δυναμικό κλπ. Αυτά, σε συνδυασμό με την συντελούμενη πρωτογενή συσσώρευση, δίνουν δυνατότητες επένδυσης, σε επιλεγμένες γεωγραφικές και κοινωνικές νησίδες, με στόχο την υποκατάσταση εισαγομένων αγαθών από εγχωρίως παραγόμενα –και εξαγόμενα- ( όπως συνέβη παλαιότερα στην Ιαπωνία και την Κορέα, και τώρα στην Κίνα, την Ινδία κλπ) , την εκπαίδευση και στον σχεδιασμό καινοτομίας με διευρυνόμενα πεδία τεχνολογικής αριστείας σε πανεπιστήμια των χωρών αυτών, (Οι υποψήφιοι διδάκτορες στην Κίνα πενταπλασιάστηκαν εντός μιάς δεκαετίας ξεπερνώντας τους 245.000 το 2009 και καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση παγκοσμίως αφήνοντας τις ΗΠΑ στην δεύτερη) , την εξαγορά προηγμένων επιχειρήσεων (πχ της ΙΒΜ από την κινέζικη Lenovo κλπ), ενώ ταυτόχρονα διατηρούνται εκτενείς τομείς υστέρησης με χαμηλό επίπεδο κατανάλωσης άρα και αμοιβών, γεννώντας έτσι μεγάλους εφεδρικούς στρατούς υποψήφιων για εργασία στον αναπτυγμένο τομέα που κρατούν χαμηλά τις αμοιβές (επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά το μοντέλο των πρισματικών κοινωνιών [prismatic societies] του Fred Riggs).

Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν σε ρυθμό ενσωμάτωσης υψηλής τεχνολογίας σε αναπτυσσόμενες οικονομίες ταχύτερο από τον ρυθμό αύξησης του κόστους εργασίας.

Ο διεθνής καταμερισμός εργασίας και η τεχνολογική ευελιξία μεταφέρουν συνεπώς τα συγκριτικά πλεονεκτήματα στις πολυάνθρωπες αναπτυσσόμενες χώρες οι οποίες συνδυάζουν ταχύτατη διείσδυση των νέων τεχνολογιών με χαμηλή αύξηση του κόστους εργασίας.

Αυτό ακριβώς συνιστά βραδυφλεγή (όχι και τόσο πλέον) βόμβα στα θεμέλια του αναπτυξιακού μοντέλου της δύσης και ιδιαίτερα της Ευρώπης που μέχρι τώρα απαντούσε στον αυξανόμενο ανταγωνισμό από τις αναπτυσσόμενες χώρες αντιπαραθέτοντας την σημαντική τεχνολογική υπεροχή στο χαμηλό κόστος εργασίας.

Υπάρχουν λοιπόν ισχυρές ενδείξεις ότι το κέντρο αναπτυξιακού βάρους μετακινείται αργά και σταθερά εκτός των αναπτυγμένων χωρών της δύσης, και ειδικότερα εκτός Ευρώπης.

Ποια πολιτική απάντηση δίνεται στο εν λόγω πρόβλημα ;

Οι μεν δυνάμεις της κεντρο-δεξιάς προωθούν μια λύση περιορισμού του κόστους εργασίας (μείωση της αμοιβής του παραγωγικού συντελεστή «εργασία») και της «ενεργού γήρανσης» (επιμήκυνση της εργασιακής ζωής απέναντι σε «νεανικές» αναπτυσσόμενες κοινωνίες). Έτσι όμως υποσκάπτεται το ίδιο το υπόδειγμα ευημερίας και κινδυνεύουν με πολιτική από-νομιμοποίηση οι κοινωνίες που εδράζονται σε αυτό. Στην καλύτερη εκδοχή της η λύση αυτή βασίζεται στην υπόθεση ταχείας αύξησης του επιπέδου ζωής άρα κόστους εργασίας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αυτό άλλωστε είναι και το μόνο «αισιόδοξο» μήνυμα της πρόσφατης μελέτης του ΟΟΣΑ. Ωστόσο το μεγάλο ερώτημα είναι το πόσο γρήγορα θα επέλθει η αύξηση αυτή προκειμένου η ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης να αποφορτίσει τις εξαγωγικές πιέσεις προς την Δύση του παραγωγικού πλεονάσματος των αναπτυσσόμενων χωρών

Οι δυνάμεις της αριστεράς και της κεντρο- αριστεράς αντιπροτείνουν την κλασική αναδιανομή. Επαρκεί να αντιμετωπίσει τα προαναφερθέντα προβλήματα ; Κατά την άποψή μας όχι. Διότι η αναδιανομή απαντά στο πρόβλημα της δικαιότερης και ίσως παραγωγικότερης κατανομής της πίτας. Όχι όμως στα προβλήματα ορισμού του περιεχομένου της πίτας και του τρόπου παραγωγής της πίτας.

Και τούτο διότι είναι τα εγγενή χαρακτηριστικά του κυρίαρχου υποδείγματος ανάπτυξης που καθιστούν τους κανόνες του ανταγωνισμού μονοδιάστατους και τον εκ μέρους τους επικαθορισμό της έκβασης του ανταγωνισμού, σχεδόν αναπόδραστο.

2. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

To κυρίαρχο αυτό υπόδειγμα βασίζεται σε ένα αξιακό και συμπεριφορικό πρότυπο που γλαφυρά περιέγραψε η Hannah Arendt στην «Ανθρώπινη κατάσταση» (1958)

«Το ατέρμονο της εργασίας προκαλείται από το απεριόριστο των καταναλωτικών αναγκών. Η διαιώνιση της παραγωγής διασφαλίζεται μόνον όταν τα προϊόντα της παραγωγικής διαδικασίας πάψουν να αποτελούν αντικείμενα χρήσης και μετατραπούν σταδιακά σε αντικείμενα ανάλωσης»

Η Hannah Arendt μιλά για «αφύσικη μεγέθυνση του φυσικού» που συνίσταται

1. στην μετατροπή της χρήσης των αντικειμένων σε ανάλωση αντικειμένων και

2. στην ταυτόχρονη μεταφορά της διαδικασίας αυτής (κατ-ανάλωσης) από τον ιδιωτικό στον δημόσιο χώρο

Η Arendt υπογραμμίζει την αντίθεση ανάμεσα στο χρησιμοποιώ και στο κατ-αναλώνω. Και έχει τεράστια σημασία εδώ η ετοιμολογία του «αναλώνω»:φθείρω, καταστρέφω, εξαφανίζω.

Η ίδια η κυρίαρχη έννοια της προόδου αποτυπώνεται και χρησιμοποιείται στην παραγωγή δημόσιων πολιτικών και την λήψη αποφάσεων με την μορφή της γραμμικής μεγέθυνσης ενώ η ευημερία μετράται μόνο με το εισόδημα (ΑΕΠ και Κατά κεφαλή ΑΕΠ).

Εναλλακτικά υποδείγματα αξιολόγησης της ευημερίας υπάρχουν όπως ο σύνθετος δείκτης Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ [Human Development Index (HDI) αποτελούμενος (1) από τον Δείκτη Προσδόκιμου Ζωής ( Life Expectancy Index -LEI), (2)। Τον Δείκτη Εκπαίδευσης ( Education IndexEI 2.1 Mean Years of Schooling Index MYSI- 2.2 Expected Years of Schooling Index EYSI) και (3) Δείκτης Εισοδήματος [IncomeIndex]। Bασισμένος κυρίως στην δουλειά του Mahbub ul Haq και του Amartya Sen (αλλά και των Paul Streeten, Frances Stewart, Gustav Ranis, Keith Griffin, Sudhir Anand και Meghnad Desai) o δείκτης αυτός που και ο ίδιος αποτελεί αντικείμενο κριτικών (από τα «αριστερά» δεδομένου ότι δεν περιέχει π.χ. στοιχεία κατανομής του εισοδήματος) χρησιμοποιείται όμως κυρίως ακαδημαϊκά και πολύ λιγότερο για την παραγωγή δημόσιας πολιτικής.

Η απουσία εναλλακτικών.

Το μέγα πρόβλημα είναι ότι την προσήλωση στο υπόδειγμα αυτό φαίνεται να μοιράζονται όλες οι μεγάλες πολιτικές οικογένειες, όλα τα ισχυρά συστήματα αξιών.

Όπως το θέτει ο κοινωνιολόγος Yves Dupont, ειδικός στην Κοινωνιολογία της Διακινδύνευσης:

« [...] Όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς μοιράζονται μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 την ίδια τεχνολογική αισιοδοξία, την ίδια προσήλωση στον προντουκτιβισμό, και τελικά σε μια υποφώσκουσα ανθρωπολογική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο προορισμός του ανθρώπου είναι η εργασία για την παραγωγή, καθιστώντας έτσι την τεχνολογία βασικό εργαλείο απελευθέρωσης. Τρείς φιγούρες εμφανίζονται σ’ αυτή την προοπτική ως οι κατ’ εξοχήν κοινωνικοί ήρωες: ο επιχειρηματίας ή ο μάνατζερ της βιομηχανίας (φιλελεύθερος προντουκτιβισμός), ο εργάτης (κομμουνιστικός προντουκτιβισμός) και ο επιχειρησιακός σχεδιαστής (σοσιαλ-προντουκτιβισμός κεϋνσιανής έμπνευσης).»

[Yves Dupont, « Pour une socio-anthropologie du risque »]

Η συζήτηση του εάν ο Μαρξ υπήρξε προντουκτιβιστής με την έννοια της εξιδανίκευσης της τεχνολογικής προόδου και της κατανάλωσης έχει ενδιαφέρον αλλά δεν είναι της παρούσης. Η μαρξιανή κριτική της υποκατάστασης των αξιών χρήσης από την παραγωγή εμπορευμάτων (που αναπτύσσει εν συνεχεία εκτενέστερα η Arendt) καθώς και η κριτική περί εκμετάλλευσης της φύσης από την μαζική καπιταλιστική γεωργία συνηγορούν υπέρ μιας δυνητικής κριτικής στάσης του ίδιου του Μάρξ. Οι εποχές όμως ήταν πολύ πρώιμες για να αναδειχθούν ως κυρίαρχες αυτές οι διαστάσεις. Σημασία έχει ότι τόσο ο υπαρκτός σοσιαλισμός όσο και η οικονομία της αγοράς μοιράζονται την ευ-αγγελία του καταναλωτισμού, ανταγωνίζονται στο πεδίο αυτό και ο υπαρκτός υφίσταται την τελική του ήττα στο ίδιο ακριβώς πεδίο.

Ιστορικά υπήρξαν εναλλακτικές προσεγγίσεις σε ποικίλα ιδεολογικά πεδία:

· τμήματα της χριστιανικής κοσμοαντίληψης ( π।χ.Φραγκίσκος της Ασσίζης),

· μέρος των ουτοπικών σοσιαλιστών και των αναρχικών

και πιό πρόσφατα

  • τάσεις του εναλλακτικού κινήματος στις ΗΠΑ

· τάσεις που ανέκυψαν από τον γαλλικό Μάη

· και γέννησαν μαζί και με αρκετά από τα παραπάνω το οικολογικό και εναλλακτικό κίνημα

Οι τάσεις αυτές παραμένουν όμως από μειοψηφικές έως περιθωριακές. Αν και υφίστανται ως μειοψηφικές τάσεις σε όλες σχεδόν τις πολιτικές και αξιακές οικογένειες ( ως προτάσεις ανατροπής –στα αριστερά ή ρομαντικής επιστροφής στην «προτεραία της πτώσης κατάσταση» – στα δεξιά, με άξονα πάντα την λιτή διαβίωση) δεν μπόλιασαν κυρίαρχα την κουλτούρα ούτε της ριζοσπαστικής αριστεράς, ούτε της κυβερνώσας σοσιαλδημοκρατίας, ούτε της κεντρο-δεξιάς και της δεξιάς.

Η αύξηση της παραγωγικότητας και η μέχρι σήμερα αξιοποίησή της.

Ας φύγουμε λίγο από τις αντιλήψεις και τις ιδεολογίες, το εποικοδόμημα, για να δούμε την βάση, τα «πραγματικά περιστατικά».

Τους τελευταίους δύο αιώνες η ανθρώπινη παραγωγικότητα έχει αυξηθεί δραματικά. Πάνω από είκοσι φορές στην Δύση κατά μέσον όρο. Δεκαοκτώ φορές στην Δυτική Ευρώπη. Εικοσιπέντε φορές στις ΗΠΑ και τις λοιπές αγγλοσαξωνικές χώρες (πλην Η.Β.). Τριάντα φορές στην Ιαπωνία.

Πίνακας 1 Κατά κεφαλή ΑΕΠ: Κόσμος και Μείζονες Περιφέρειες, 1500-2001 (σε international dollars του 1990)


1500

1820

1870

1913

1950

1973

2001









Δυτική Ευρώπη

771

1 204

1 960

3 458

4 579

11 416

19 256

Δυτικές Παραφυάδες (Western Offshoots ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία)

400

1 202

2 419

5 233

9 268

16 179

26 943

Ιαπωνία

500

669

737

1 387

1 921

11 434

20 683

Δύση

702

1 109

1 882

3 672

5 649

13 082

22 509

Ασία (Πλην Ιαπωνίας)

572

577

550

658

634

1 226

3 256

Λατινική Αμερική

416

692

681

1 481

2 506

4 504

5 811

Ανατολική Ευρώπη και τ. ΕΣΣΔ

498

686

941

1 558

2 602

5 731

5 038

Αφρική

414

420

500

637

894

1 410

1 489

Λοιπές περιοχές

538

578

606

860

1 091

2 072

3 377

Κόσμος

566

667

875

1 525

2 111

4 091

6 049

Διαπεριφερειακό Spread

1.9:1

2.9:1

4.8:1

8.2:1

14.6:1

13.2:1

18.1:1

Spread Δύσης / Λοιπών περιοχών

1.3:1

1.9:1

3.1:1

4.3:1

5.2:1

6.3:1 6.3.1

6.7:1

Πηγή: Angus Maddison, Measuring and Interpreting World Economic Performance 1500-2001

Σε τι μεταφράστηκε η τεράστια αυτή αύξηση της ανθρώπινης παραγωγικότητας; Σε τρείς βασικές συνιστώσες:

  1. Σε διαρκώς αυξανόμενες νέες καταναλωτικές ανάγκες
  2. Σε προγραμματισμένη απαξίωση των διαρκών καταναλωτικών αγαθών
  3. Σε εκτεταμένα πλεονάσματα παραγωγικότητας αποκρυσταλλωμένα ως αυτονομημένο από την παραγωγή χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο

Η προγραμματισμένη απαξίωση αγαθών

Όπως το θέτει και πάλι η Hanna Arendt «Το ποιό σημαντικό εμπόδιο [ στην ανάπτυξη αυτού του τύπου] είναι οι περιορισμοί που τίθενται από την πεπερασμένη ικανότητα κατανάλωσης του ατόμου […] Το ζήτημα λοιπόν είναι το πώς θα μετατραπεί η ατομική κατανάλωση σε μια απεριόριστη συσσώρευση […] Η λύση μοιάζει αρκετά απλή. Συνίσταται στην αντιμετώπιση όλων των χρηστικών αντικείμενων ως αναλώσιμων έτσι ώστε μια καρέκλα ή ένα τραπέζι να αναλώνεται τόσο γρήγορα όσο ένα φόρεμα και το φόρεμα να φθείρεται τόσο γρήγορα όσο τα τρόφιμα.» (Arendt, The Human Condition σ. 124)

Η προσέγγιση αυτή παραπέμπει στην έννοια της προγραμματισμένης ή ενσωματωμένης απαξίωσης (Planned obsolescencebuild in obsolescence – Όρος που εισήχθη με ένα γνωστό κείμενο του Bernard London το 1932 με τίτλο “Ending the depression through planned obsolescence”). Η απαξίωση αυτή γίνεται προς δύο κατευθύνσεις:

  1. Φθορά και αχρήστευση των φυσικών αντικειμένων (ποικίλες στρατηγικές ώστε το κόστος κτήσης νέου χαμηλότερο από αυτό της επισκευής: κακή ποιότητα υλικών, ανυπαρξία ή υψηλό κόστος ανταλλακτικών, αδυναμία αποσύνδεσης εξαρτημάτων κλπ).
  2. Δημιουργία νέων τεχνολογιών με νέα φυσικά αντικείμενα που δεν συνεργάζονται με τα προηγούμενης τεχνολογίας.

Μελέτη της γαλλικής περιβαλλοντικής οργάνωσης «Les amis de la Terre» δείχνει ότι τα λευκά ηλεκτρικά είδη έχουν πλέον μέσον όρο ζωής 3-6 χρόνια σήμερα αντί για 9-12 χρόνια προ δεκαετίας.

Έτσι τα διαρκή αγαθά μετατρέπονται σε αναλώσιμα και οριζοντιώνεται η καμπύλη οριακής χρησιμότητας αφού η κατανάλωση επιπλέον μονάδων διαρκών καταναλωτικών αγαθών δεν μειώνει την παραγόμενη ωφέλεια εφόσον η ωφέλεια αυτή μηδενίζεται από την απαξίωση της προηγούμενης μονάδας και η διατήρησή της απαιτεί αντίθετα κτήση νέας μονάδας προϊόντος ή διαφορετικά πολλαπλές επαναγορές του ιδίου προϊόντος

Τα χαρακτηριστικά του υποδείγματος σε κρίση

Ας συνοψίσουμε:

Το υφιστάμενο κυρίαρχο μοντέλο ευημερίας και το προκύπτον από αυτό υπόδειγμα ανάπτυξης βασίζονται στις ακόλουθες παραδοχές :

  • Η ευημερία είναι συνάρτηση των υλικών αγαθών που τα νοικοκυριά και τα άτομα κατέχουν και καταναλώνουν

  • Η ανάπτυξη ταυτίζεται με τον διαρκή πολλαπλασιασμό των παραγόμενων υλικών αγαθών, δηλαδή την γραμμική μεγέθυνση του υλικού πλούτου που τίθεται στην διάθεση των (ανεπτυγμένων) κοινωνιών.

  • Οι φυσικοί πόροι οι οποίοι αναλώνονται στην εν γένει παραγωγική διαδικασία (έδαφος, νερό, ικανότητα αφομοίωσης συνεπειών παραγωγικής διαδικασίας –εκπομπές αερίων / απόβλητα) είναι απεριόριστοι, άρα δεν απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα προστασίας, αναπαραγωγής και ενίσχυσής τους.

  • Ο βέλτιστος τρόπος παραγωγής αξιών χρήσης και κάλυψης των κοινωνικών αναγκών είναι ο εμπορευματικός, που προσανατολίζεται από την μεγιστοποιημένη αναπαραγωγή ενός μόνο εκ των παραγωγικών συντελεστών, του κεφαλαίου

Ως συνέπεια των ανωτέρω κυρίαρχων βασικών παραδοχών προκύπτει ένα μοντέλο ευημερίας και ανάπτυξης με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Κυρίαρχη διάσταση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας είναι το καταναλωτικό πρότυπο (life-style) που ακολουθείται. Οι ριζικές ανθρώπινες ανάγκες του είναι και του πράττειν επικαθορίζονται από τις ανάγκες του έχειν (Marx, David Cooper, Agnes Heller)

  • Με την χρήση των τεχνικών του μάρκετινγκ διευρύνονται και διαφοροποιούνται διαρκώς οι καταναλωτικές ανάγκες

  • Οι ανάγκες αυτές καλύπτονται από μη βιώσιμα, ταχέως απαξιούμενα τεχνικά (φθορά) και τεχνολογικά (καινοτομία), αγαθά.

  • Η εξέλιξη αυτή τείνει να εξουδετερώσει την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους

  • Η επιστημονική έρευνα είναι προσανατολισμένη στον σχεδιασμό τέτοιων ακριβώς προϊόντων που ενσωματώνουν σχεδιαστικά (build-in) την γρήγορη (τεχνολογική) απαξίωση και την εξίσου γρήγορη (φυσική) φθορά. Κοινωνικές και περιβαλλοντικές παράμετροι δεν ενσωματώνονται στον σχεδιασμό των προϊόντων και των παραγωγικών διαδικασιών. Το όφελος δεν σταθμίζεται ανθρωποκεντρικά / κοινωνικά και περιβαλλοντικά και η (αποκλειστικά καταναλωτική) αξία χρήσης -επιβαλλόμενη από τεχνικές μάρκετινγκ- θεωρείται δεδομένη. Μόνο η μείωση του κόστους καθοδηγεί την ανάπτυξη των παραγωγικών διαδικασιών. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η Έκθεση Browne για την μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Μεγάλη Βρετανία προτείνει την διακοπή δημόσιας χρηματοδότησης στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες (προφανώς ως μη παράγουσες κοινωνικά σημαντικές αξίες χρήσης) και την αποκλειστική χρηματοδότηση των θετικών επιστημών [και της εκμάθησης γλωσσών] ως μόνων παραγωγών κοινωνικά σημαντικών αξιών χρήσης (νέα καταναλωτικά αγαθά, μείωση κόστους)

  • Ως αποτέλεσμα της διαρκώς διευρυνόμενης κατανάλωσης ταχέως απαξιούμενων αγαθών η τεράστια ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας των σύγχρονων συστημάτων παραγωγής (περι τις 25-30 φορές από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, στις αναπτυγμένες κοινωνίες) αντί να μετατραπεί σε ελεύθερο χρόνο μετατρέπεται σε αυξανόμενο καταναλωτισμό.

  • Ο ίδιος ο ελεύθερος χρόνος δεν βιώνεται –καταναλώνεται, μετατρέπεται σε καταναλωτικό αγαθό για το οποίο δαπανάται ένα αυξανόμενο (κατά αντιστοιχία με τον βαθμό ανάπτυξης δεδομένης κοινωνίας) τμήμα του οικογενειακού / ατομικού εισοδήματος (δαπάνες ψυχαγωγίας, αθλητισμού, τουρισμού)

  • Μέσα από την συγκέντρωση των μέσων παραγωγής ήτοι την μεγέθυνση των επιχειρήσεων και την ομογενοποίηση των μεθόδων μάρκετινγκ, τα καταναλωτικά πρότυπα συγκλίνουν. Υπάρχει έντονη από-διαφοροποίηση των αξιών χρήσης, μείωση των εναλλακτικών επιλογών, εξάλειψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων (πόλεις-κλώνοι : το 64% των πόλεων στην Μ. Βρετανία έχουν ή τείνουν στο να έχουν > 50% των καταστημάτων τους από μεγάλες αλυσίδες). Έτσι χάνεται το πλεονέκτημα του τοπικού ενδογενούς δυναμικού και της αξιοποίησής του στην ποσοτική και –κυρίως- ποιοτική ανάπτυξη

  • Η μετατροπή της αυξημένης παραγωγικότητας σε διαρκώς ανανεούμενη / διαφοροποιούμενη κατανάλωση με αποκλειστική μέριμνα την μείωση του κόστους παραγωγής εξανεμίζει τα δυνητικά κοινωνικά οφέλη (ελεύθερος χρόνος, απόλαυση / παιχνίδι, εναρμόνιση επαγγελματικής / προσωπικής ζωής) της τεχνολογικής / παραγωγικής καινοτομίας και γεννά αδιακόπως ανάγκες επέκτασης και εντατικοποίησης της εργασίας. Οδηγούμαστε έτσι στην τυποποίηση / μηχανοποίηση της εργασίας που την αποστερεί από δημιουργικότητα και την χαρά της εργασίας. Δημιουργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια εσωτερική αντίφαση μεταξύ του ατόμου- καταναλωτή και του ατόμου- παραγωγού: η κάλυψη των διαρκώς αυξανόμενων καταναλωτικών αναγκών ( υποτιθέμενη αύξηση της ευημερίας) γεννά ανάγκη περισσότερης εργασίας η οποία αποστερεί το άτομο από την δυνατότητα και την ευκαιρία απόλαυσης (έμπρακτη μείωση της ευημερίας).

  • Η εμμένουσα οριοθέτηση της συλλογικής ταυτότητας στο εθνικό επίπεδο περιορίζει σε αντίστοιχα γεωγραφικά πλαίσια το αίσθημα αλληλεγγύης άρα και την διάθεση αναδιανομής. Παράγονται έτσι, σε συνδυασμό με την κατά περίπτωση εθνικά κυρίαρχη κοινωνική (παραγωγική / καταναλωτική ) κουλτούρα, σημαντικές ανισορροπίες πλεονασμάτων-ελλειμμάτων μεταξύ εθνικών παραγωγικών / καταναλωτικών συστημάτων.

  • Η αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα οδηγεί σε κερδοσκοπική /αντίστροφα αναδιανεμητική και αντιπαραγωγική διαχείριση των πλεονασμάτων κοινωνικής παραγωγικότητας με καταστροφικές συνέπειες στην ορθολογική διαχείριση ακόμα και του υφιστάμενου αναπτυξιακού υποδείγματος

  • Η διανομή του παραγόμενου προϊόντος γίνεται κατά βάση εξατομικευμένα με την μορφή εισοδήματος που προκύπτει από τον έλεγχο παραγωγικών συντελεστών. Ειδικά για την εργασία δημιουργείται το παράδοξο η «ανάπτυξη» (τεχνολογική πρόοδος) να μειώνει την ανάγκη για φυσική ανθρωποπροσπάθεια (εργασία) και αυτό να αφήνει χωρίς εισόδημα ομάδες του πληθυσμού που χάνουν ταυτόχρονα την καταναλωτική τους ικανότητα. Αυτό γεννά την ανάγκη του κεφαλαίου –προς διευρυμένη αναπαραγωγή του- να ενισχύει την κατανάλωση όσων εξακολουθούν να διαθέτουν εισόδημα με δημιουργία νέων καταναλωτικών αναγκών και νέων προϊόντων. Έτσι οδηγούμαστε σε ομάδες πληθυσμού υπερ-καταναλωτικές και ομάδες χωρίς εισόδημα και χωρίς κατανάλωση / νεόπτωχες.

  • Τέλος, στην ανάλυση κόστους / ωφέλειας επι της οποίας εδράζονται ο σχεδιασμός των δημοσίων πολιτικών και η λήψη των αποφάσεων δεν συνυπολογίζονται κοινωνικές και περιβαλλοντικές παράμετροι με αποτέλεσμα οι δυνητικές ωφέλειες να μην διασφαλίζονται ενώ τα κόστη να διαχέονται και να επιβαρύνουν την κοινωνία και το περιβάλλον.

  1. ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Ένα νέο υπόδειγμα ευημερίας

Απαιτούνται λοιπόν εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές αυτές πρέπει να βασίζονται όχι μόνο σε συστήματα αναδιανομής αλλά σε ένα νέο υπόδειγμα ευημερίας και ανάπτυξης με τα ακόλουθα βασικά ανθρωποκεντρικά και βιώσιμα χαρακτηριστικά:

  • Πρόταγμα των ριζικών ανθρώπινων αναγκών ως ισόρροπη σύνθεση αναγκών του είναι, του πράττειν (σχεσιακές ανάγκες) και του έχειν (καταναλωτικές ανάγκες) : περισσότερος ελεύθερος χρόνος, ευκαιρίες δημιουργικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία πρόσφατων μελετών (Daniel Benjamin, Ori Hefetz, Alex Rees-Jones - Cornell University και Miles Kimball Univ. of Michigan) που δείχνουν 70% προτίμηση σε λιγότερο εισόδημα και περισσότερο ύπνο, 66% λιγότερο εισόδημα και περισσότερες επαφές με φίλους, 40% λιγότερο εισόδημα και μικρότερο χρόνο μετακίνησης για εργασία. Κλασική είναι επίσης η μελέτη του Lord Richard Layard, LSE, που δείχνει ότι πέραν ενός ορίου εισοδήματος ($15.000 ετησίως κατ’ άτομο) η οικονομική ανάπτυξη δεν προσθέτει ικανοποίηση.

  • Αξιοποίηση μέρους της αύξησης της παραγωγικότητας για εξισορρόπηση προσωπικής και εργασιακής ζωής αλλά και εξισορρόπηση παραγωγικότητας και εργασιακής απόλαυσης.

  • Αξιοποίηση μέρους της αύξησης της παραγωγικότητας προς διαμόρφωση ενός καταναλωτικού προτύπου πράσινου και ανθρωποκεντρικού: βιώσιμα και φιλικά προς το περιβάλλον αγαθά τα οποία να ενσωματώνουν το κόστος ποιότητας εργασίας, ποιότητας ζωής και ποιότητας περιβάλλοντος.

  • Στην όποια ανάλυση κόστους / ωφέλειας να ενσωματώνονται ανθρωποκεντρικές / κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις οδηγώντας σε προϊόντα που θα είναι ακριβότερα αλλά ποιοτικότερα και των οποίων η χαμηλότερη, συγκριτικά με σήμερα, κατανάλωση θα γεννά ωστόσο μεγαλύτερη ευημερία.

  • Διασφάλιση δημόσιων πόρων για την χρηματοδότηση βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας στην κατεύθυνση σχεδιασμού αγαθών και παραγωγικών διαδικασιών συμβατών με το μοντέλο της ανθρωποκεντρικής (χαμηλό κόστος σε ανθρωποπροσπάθεια, έμφαση στις ριζικές ανάγκες / σχεσιακές αξίες χρήσης [ελεύθερος χρόνος, δημιουργικότητα] ποιότητα εργασίας και ποιότητα ζωής, διαφορετικότητα, συλλογικότητα ) και βιώσιμης / αειφορικής ανάπτυξης (χαμηλού κόστους σε περιβαλλοντικούς πόρους). Αρνητικά ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η έρευνα για την ενέργεια στις ΗΠΑ χρηματοδοτείται σε ποσοστά που φτάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις στο 50% (Georgia Tech) ενώ η δημόσια χρηματοδότηση την περίοδο 1993-2006 περιορίστηκε κατά 60% σε σχέση με το 1979 ( Jennifer Washburn, Center for American Progress, Big oil goes to college, www.terra-economica.info, “Les universites vendent-elles leur ame aux petroliers ?”, J. Washburn University Inc. 2005)

  • Διαφορετική, μη κερδοσκοπική και συλλογική διαχείριση των πλεονασμάτων παραγωγικότητας (αποταμιευόμενο κεφάλαιο) που θα διοχετεύονται σε δράσεις ισόρροπης κοινωνικά και γεωγραφικά ανάπτυξης με βάση το νέο πρότυπο ευημερίας

Ένα τέτοιο μοντέλο θα πρέπει να είναι περιεκτικό, να συμπεριλαμβάνει δηλαδή το σύνολο του πληθυσμού και να ελαχιστοποιεί κάθε είδος αποκλεισμού από το δικαίωμα στην εργασία με βάση το φύλο, την ηλικία, την κουλτούρα και κάθε άλλο στοιχείο της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να είναι αποκεντρωμένο, διαχέοντας την αναπτυξιακή δυναμική και τα οφέλη της στο σύνολο της επικράτειας, αξιοποιώντας τα περιφερειακά και τοπικά συγκριτικά πλεονεκτήματα

Η συζήτηση δεν πρέπει, βέβαια, να εκτραπεί στην κατεύθυνση της "αποανάπτυξης" διότι γεννά έως και φοβικές αντιδράσεις διαφόρων τύπων. (Βλ. ενδεικτικά την κριτική που ασκεί στις "αντικαταναλωτικές" απόψεις από προοδευτική σκοπιά ο Daniel Ben-Ami: Ben-Ami D., 2010, Ferraris for all. In defence of economic progress, Policy Press), αλλά να προσανατολιστεί προς την "διαφορετική ανάπτυξη", ήτοι προς ένα μοντέλο ευημερίας (άρα κατανάλωσης, παραγωγής και ανάπτυξης) βασισμένο στις ριζικές ανάγκες (βλ. σχετικά Agnes Heller κλπ).


Σημαντικοί κρίκοι στο μοντέλο αυτό θα είναι


-Ο (σταδιακός) ριζικός αναπροσανατολισμός (και πάλι μέσα από δίκτυα εναλλακτικής έρευνας που θα συνδέουν πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και εναλλακτική οικονομία) τόσο της βασικής όσο και της εφαρμοσμένης έρευνας στην παραγωγή νέου τύπου αγαθών και υπηρεσιών που θα ανταποκρίνονται σε νέου τύπου αξίες χρήσης, βιώσιμες και ανθρωποκεντρικές πχ:

  • αγαθά που δεν θα απαξιώνονται γρήγορα,
  • προϊόντα χαμηλού κόστους σε απαιτήσεις ενέργειας πρώτων υλών και εργασίας ,
  • προτεραιότητα των υπηρεσιών έναντι των υλικών αγαθών,
  • προτεραιότητα του ελεύθερου χρόνου έναντι της κατανάλωσης

- Η διαφορετική κοστολόγηση της παραγωγής και της διοίκησης με συνυπολογισμό του περιβαλλοντικού και του κοινωνικού κόστους (πχ έμφυλες, γεωγραφικές και πολιτισμικές ανισότητες) στην προοπτική της "ακριβότερης", μη γραμμικής και ποιοτικά / αξιακά σταθμισμένης ανάπτυξης



- Η "ανοδική" δόμηση του δημόσιου χώρου με συγκρότηση των κεντρικών οργάνων από τα τοπικά (πχ το κεντρικό κράτος ως συνομοσπονδία των περιφερειών) με παράλληλη προώθηση του (κλασικού) αιτήματος μείωσης της διαμεσολάβησης / αντιπροσώπευσης υπερ της άμεσης συμμετοχής



- Ο επίσης ριζικός αναπροσανατολισμός της εκπαίδευσης για την δημιουργία διαφορετικών τεχνικών και κοινωνικών δεξιοτήτων διαχείρισης και προώθησης του νέου τύπου ανάπτυξης και διακυβέρνησης.

Εδώ ως αξιόλογο εργαλείο μπαίνει νομίζω και η Κοινωνική Οικονομία στην διευρυμένη της αντι-κερδοσκοπική εκδοχή. Το πεδίο της Κοινωνικής Οικονομίας μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα χώρο πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού πειραματισμού (πιλοτικές εφαρμογές) και "εφαρμοσμένης ουτοπίας", όπου θα συγκροτηθούν εναλλακτικές κοινότητες παραγωγών και καταναλωτών. Οι κοινότητες αυτές δεν θα έχουν την μορφή των γεωγραφικά διακριτών και απομονωμένων νησίδων ουτοπίας ( του τύπου "Φαλανστηρίου" του Φουριέ), αλλά την μορφή δικτύων εντός της πραγματικής κοινωνίας -προς επίρρωση και του στίχου του Πώλ Ελυάρ "Il y a un autre monde mais il est dans celui-ci" (Υπάρχει ένας άλλος κόσμος αλλά βρίσκεται μέσα σ' αυτόν εδώ).

Τα δίκτυα αυτά θα διασφαλίζουν άμεσα έναν εναλλακτικό και οικονομικά βιώσιμο τρόπο ζωής για όσους το επιλέξουν, ενώ ταυτόχρονα θα συγκροτούν πολιτικό παράδειγμα που θα διευρύνεται και θα ενισχύεται μέσα από δημόσιες πολιτικές σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, όπου και όταν καθίστανται ευνοϊκοί οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί

Ποιο μπορεί να είναι το επισπεύδον πολιτικό υποκείμενο;

Ως ιδέες όλα αυτά δεν είναι, βέβαια, πρωτότυπα αλλά είναι, νομίζω, εξαιρετικά επίκαιρα. Υπάρχουν επεξεργασίες αξιόλογες από χρόνια αλλά παρέμεναν, κατ ουσία, ιδεολογικά και πολιτικά περιθωριακές. Δεν μπόλιασαν όσο θα ΄πρεπε, την κουλτούρα ούτε της ριζοσπαστικής, κυρίως, αριστεράς ούτε της κυβερνώσας σοσιαλδημοκρατίας.


Στην τρέχουσα συγκυρία η πολιτική αυτή μπορεί να προωθηθεί από μιά συμμαχία ανάμεσα σε έναν κινηματικό / εναλλακτικό και οικολογικό πόλο εκτός κομμάτων εξουσίας με κριτική λειτουργία και παραγωγή ιδεών (μόλις συνέλθει λίγο η κινηματική αριστερά από την παλαιο-λενινιστική της ρητορεία (επαναστατική πρωτοπορία και όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού) και μπορέσει να ανασυντεθεί με την ριζοσπαστική οικολογία) και ένα ρεύμα εναλλακτικής ανάπτυξης μέσα στην σοσιαλδημοκρατία - ως πόλος εφαρμογής. Μεταξύ τους θα υπάρχει ασφαλώς μιά "συγκρουσιακή συμπληρωματικότητα".

Το δικτυακό αυτό πολιτικό υποκείμενο θα περιλαμβάνει μια πανσπερμία κινημάτων βάσης αλλά και τάσεις της σοσιαλδημοκρατίας (προς διευκόλυνση της μετατροπής των προτάσεων αυτών σε δημόσιες πολιτικές) και ενδεχόμενα ένα ή περισσότερους πολιτικούς σχηματισμούς εκτός της σοσιαλδημοκρατίας (στα αριστερά της και όχι μόνο αν συνυπολογίσει κανείς και τον χώρο του πολιτικού φιλελευθερισμού) με ρόλο «κριτικής συνείδησης» ως αντίβαρο στον σοσιαλδημοκρατικό κυβερνητισμό που φθείρει, στρεβλώνει και ενσωματώνει το όποιο ριζοσπαστικό εναλλακτικό σχέδιο. Προφανώς χρειάζεται δουλειά και σε εθνικό επίπεδο αλλά και άμεση μεταφορά της σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα "παράδειγμα", όχι και τόσο νέο αλλά πλέον ώριμο, υπέρβασης της κρίσης της αριστεράς και ταυτόχρονα ανασύνθεσης των maistream και των εξωσυστημικών συνιστωσών της.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΙΑΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ Θεόδωρος Ν. Τσέκος


Η δημόσια δράση λαμβάνει την μορφή δημόσιων πολιτικών. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει πεδίο κοινωνικής δραστηριότητας και διάσταση της συλλογικής και ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης που να μην αποτελούν αντικείμενο δημόσιας πολιτικής. Η παρατήρηση αυτή δεν έχει μόνο οντολογικό αλλά και δεοντολογικό χαρακτήρα. Όχι μόνο εν τοις πράγμασι ασκούνται εκτενώς δημόσιες πολιτικές που άπτονται της οικονομίας και της κοινωνίας των πολιτών αλλά και υφίστανται αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούν τις παρεμβάσεις αυτές αναγκαίες για την κοινωνική ισορροπία και αναπαραγωγή. Η θεσμική, οργανωτικο-λειτουργική και ανθρώπινη επάρκεια της δημόσιας δράσης και των φορέων της κρίνεται τελικά στο επίπεδο της επιτυχούς άσκησης των δημόσιων πολιτικών .

Ως προοδευτική πολιτική νοείται κάθε συστηματικά ασκούμενη δημόσια παρέμβαση που αποσκοπεί στην απάμβλυνση της άνισης κατανομής της κοινωνικής ευημερίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συλλογικότητας.

Κύριο –αν και όχι αποκλειστικό- υποκείμενο της δημόσιας δράσης αποτελεί ο δημόσιος χώρος νοούμενος ως το υπερσύνολο των φορέων δημόσιου χαρακτήρα. Στην διευρυμένη αυτή έννοια θα συμπεριλάβουμε από κοινού την κεντρική και αποσυγκεντρωμένη διοίκηση αλλά και την καθ’ ύλη και κατά τόπο αυτοδιοίκηση με κριτήριο την συμπληρωματικότητά τους στην άσκηση δημόσιων πολιτικών.

Ο δημόσιος χώρος συγκροτείται ως πολιτικο-διοικητικό σύστημα. Η απρόσκοπτη συνάρθρωση και συλλειτουργία των δύο συνιστωσών του αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα της δημόσιας δράσης. Η επιτυχής συνέργια των δύο υπο-συστημάτων –και των αντίστοιχα διακριτών συλλογικών δρώντων υποκειμένων, ήτοι του πολιτικού και του διοικητικού προσωπικού- προϋποθέτει πέραν της αυξημένης ικανότητας συντονισμού και συνεργασίας- επαρκή ικανότητα δράσης μιάς εκάστης των συνιστωσών χωριστά. Απαιτείται δηλαδή όχι μόνο πολιτική αλλά και διοικητική ικανότητα.

Υπ’ αυτή την έννοια η διοικητική ικανότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της πολιτικής επάρκειας στην άσκηση πολιτικών Ο διοικητικός μηχανισμός δεν είναι αποκλειστικά εκτελεστικός. Δεδομένης της υψηλής –και διαρκώς αυξανόμενης- τεχνικότητας (τόσο επι της διαδικασίας όσο και επι του περιεχομένου) στην άσκηση δημοσίων πολιτικών, η διοίκηση παίζει σημαντικότατο ρόλο (συμμετέχοντας ή αδρανώντας) στην προετοιμασία της λήψης των πολιτικών αποφάσεων σε κανονιστικό επίπεδο αλλά και στην εξειδίκευση και την γεωγραφική, χρονική και θεματική προσαρμογή των αποφάσεων αυτών. Η ίδια η υλοποίηση δεν συνιστά ουδέτερη και αυτόματη διαδικασία αλλά συγκροτείται από μιά πληθώρα μικρο-αποφάσεων ικανών να αποσαθρώσουν και το πλέον εμπνευσμένο πολιτικά πρόγραμμα. Οι παρεμβάσεις ή παραλείψεις της διοίκησης προκύπτουν ως μεταβλητοί συνδυασμοί, μεταξύ άλλων, της τεχνικής επάρκειας αλλά και των μικρο-συλλογικών στρατηγικών των υποεκιμένων της.

Για τους προεκτεθέντες λόγους η αναβάθμιση της διοικητικής ικανότητας συνιστά αφ’ εαυτής προοδευτική πολιτική. Ένα κράτος με χαμηλή διοικητική ικανότητα είναι κράτος με μειωμένη δυνατότητα παρέμβασης στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι. Ένα κράτος που δεν παρεμβαίνει συστηματικά και επαφίεται στις θρυλούμενες αλλά αναπόδεικτες ικανότητες της αοράτου χειρός να προάγει την συλλογική ευημερία εγκαταλείπει τις λιγώτερο ευνοημένες από την αγοραία κατανομή ισχύος και εισοδήματος ομάδες έρμαιο των (καλών ή κακών) προθέσεων των ισχυροτέρων. Οι ισχυρές ομάδες δεν χρειάζονται δημόσιες πολιτικές για να διασφαλίσουν τις επιδιώξεις και τα συμφέροντά τους. Το επιτυγχάνουν με ίδια μέσα. Αδύναμο κράτος συνεπάγεται απορρύθμιση απορρύθμιση δε, σημαίνει αυτορρύθμιση των συγκροτημένων και ισχυροτέρων συμφερόντων εις βάρος των διάχυτων και αδυνάμων. Η χαμηλή διοικητική ικανότητα γεννά ένα κράτος αδύναμο άρα μια κοινωνία ανισσοροπιών.

Αυξημένη διοικητική ικανότητα και αναβαθμισμένη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης δεν συνεπάγονται αναπόδραστα κρατισμό και απίσχναση της κοινωνίας των πολιτών. Ο δημόσιος χώρος είναι πεδίο πολυδιάστατο που μπορεί να οργανωθεί όχι ιεραρχικά αλλά δικτυακά . Οι κοινότητες δημόσιας πολιτικής (policy communities) μπορούν, υπό όρους, να υποκαταστήσουν την κάθετη και κρατοκεντρική δημόσια δράση. Στα πλαίσιά τους ποικίλοι μέτοχοι, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών και αυτοδιοικητικών φορέων, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των συνδικάτων, των κινημάτων και των κοινωνικών πρωτοβουλιών, μπορούν να συνεργαστούν, να αλληλοσυμπληρωθούν, να περιοριστούν αμοιβαία, να συμβιβαστούν και να εξισορροπήσουν, παράγοντας από κοινού πολιτικές. Προϋπόθεση επίτευξης των αναγκαίων βαθμών ισοτιμίας των ποικίλων αυτών εταίρων αποτελεί η διασφάλιση ισόρροπης ικανότητας πληροφόρησης και τεχνικής επεξεργασίας των δεδομένων εκάστου πεδίου πολιτικής.

Η αναδιάταξη της σχέσης του τοπικού/ μερικού με το κεντρικό/ συνολικό αποτελεί μιά διαφορετική προϋπόθεση πολιτικο-διοικητικής αποτελεσματικότητας. Η αντικατάσταση της σημερινής «υπολειμματικής» συγκρότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης από μιά διευρυμένη επικουρικότητα σε συνδυασμό με την αποτοπικοποίηση των διοικητικών λειτουργιών που καθιστούν εφικτή οι νέες τεχνολογίες πληροφόρησης και επικοινωνίας (ηλεκτρονική διοίκηση, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ηλεκτρονική δημοκρατία ) θα γεννήσουν νέες δυνατότητες συμμετοχής στην λήψη και ελέγχου της εφαρμογής των πολιτικο-διοικητικών αποφάσεων και, εν τέλει, μιά διαφορετική σχέση ανάμεσα στο οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό όλον και στα θεματικά και γεωγραφικά μέρη του.

Η σοβαρή αναβάθμιση των ικανοτήτων στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδιασμού καθώς και ο ριζικός ανασχεδιασμός των διαδικασιών εφαρμογής, παρακολούθησης, ελέγχου, διόρθωσης και αξιολόγησης της υλοποίησης και των αποτελεσμάτων της, αλλά και η έμφαση στην –κρισιμότατη- τεχνική τεκμηρίωση των αποφάσεων συνιστούν, εν τέλει, τα μεθολογικά προαπαιτούμενα μιάς προοδευτικής διοικητικής πολιτικής.

Συμπεραίνοντας θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε τα στοιχεία μιάς προοδευτικής διοικητικής πολιτικής ως ακολούθως

1. Η συστηματική, εκτεταμένη και αποτελεσματική δημόσια δράση είναι απολύτως αναγκαία για την διασφάλιση κοινωνικής ισορροπίας και ανάπτυξης. Η αγοραία αυτορρύθμιση δεν είναι σε θέση να επιλύσει τα διαρκώς επί το συνθετώτερο εξελισσόμενα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και αναπτυξιακά προβλήματα.

2. Ο σχεδιασμός της δημόσιας δράσης θα πρέπει να γίνεται ολοκληρωμένα ανά τομέα δημόσιας πολιτικής εμπλέκοντας συνδυασμένα το σύνολο των δημοσίων φορέων που δραστηριοποιούνται σε δεδομένο πεδίο ανεξαρτήτως της θεσμικής τους φύσης (κεντρική διοίκηση, αυτοδιοικητικοί φορείς, νομικά πρόσωπα κλπ). Ο σχεδιασμός αυτός θα πρέπει να έχει κεντρικό/ καθοδικό χαρακτήρα ως προς τις στρατηγικές κατευθύνσεις και τις κύριες ποιοτικές και ποσοτικές προδιαγραφές προκειμένου να διασφαλίζεται η ενότητα της δημόσιας δράσης και να εξειδικεύεται εν συνεχεία γεωγραφικά και θεματικά προκειμένου να επιτυγχάνεται η ανταπόκριση σε ιδιαιτερότητες και επί μέρους ανάγκες.

3. Για την εύρυθμη συνεργασία των διαφόρων φορέων που συμπράττουν για την αποτελεσματική άσκηση πολιτικών χρειάζεται ενίσχυση της συντονιστικής λειτουργίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μεταξύ άλλων με τυποποίηση των συνεργασιακών διαδικασιών και την συγκρότηση ειδικών γραμματειών παρακολούθησης της υλοποίησης των αποφάσεων των συντονιστικών οργάνων από το κυβερνητικό έως το τοπικό επίπεδο.

4. Απαιτείται άμεση αναβάθμιση των σχεδιαστικών λειτουργιών των κάθε είδους φορέων δημόσιας δράσης. Η προσχηματική υιοθέτηση των επείσακτων από το ενωσιακό περιβάλλον τεχνικών διοικητικού σχεδιασμού (επιχειρησιακά σχέδια, μελέτες σκοπιμότητας, ανάλυση κόστους-ωφέλειας, τεχνικά δελτία έργων, ποιοτικοί και ποσοτικοί δείκτες κλπ) θα πρέπει να δώσει την θέση της σε μια ουσιαστική ενσωμάτωσή τους στην τρέχουσα διοικητική εργασία που θα περιλαμβάνει:

a. Χρήση τεχνικών προϋπολογισμού με βάση την ανάλυση του φυσικού έργου (Activity Based Budgeting) την ανάλυση κόστους-ωφέλειας.

b. Μακροχρόνιοι προϋπολογισμοί

c. Τυποποίηση διαδικασιών προγραμματισμού, παρακολούθησης/ ελέγχου και αξιολόγησης σε κάθε είδους φορείς και σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης.

d. Ανάπτυξη ενός συστήματος δημόσιας πληροφόρησης με συστηματοποίηση/ τυποποίηση και απλούστευση των κρίσιμων μεταβλητών που καθορίζουν την λήψη αποφάσεων στα διάφορα πεδία πολιτικής ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχικότητα

e. Τυποποίηση και θεσμική κατοχύρωση προδιαγραφών ποιότητας, αποτελεσματικότητας και ποιότητας για κάθε μορφή διοικητικού έργου

f. Συστηματική χρήση ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών διοικητικής απόδοσης τόσο για τον προγραμματισμό, όσο και για τον έλεγχο και την αξιολόγηση, από τους κάθε είδους φορείς και σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης

g. Εξασφάλιση εξειδικευμένων στελεχών σε θέματα σχεδιασμού και ελέγχου τόσο με πρόσληψη όσο και με επιμόρφωση.

5. Αναγκαία τέλος είναι η τυποποίηση των διοικητικών διαδικασιών εφαρμογής των πολιτικών σε επίπεδο εκτέλεσης και η αξιοποίηση των εξαιρετικών δυνατοτήτων που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες για μείωση των διοικητικών ενεργειών, του διοικητικού φόρτου των υπηρεσιών και της επιβάρυνσης του χρήστη μέσω κοινά προσβάσιμων βάσεων δεδομένων (ψηφιακή διαλειτουργικότητα).

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

A PROCEDURAL MODEL FOR PUBLIC DELIBERATION

Anargyros A. Passas (1) , Theodore N. Tsekos (2)

A PROCEDURAL MODEL FOR PUBLIC DELIBERATION


A reviewed version of this paper was published in: Tambouris, E., Macintosh, A. (eds.) Electronic Participation, Proceedings of Ongoing Research, Trauner Verlag , Shriftenreihe Informatik, Band 31, 2009

(1) Associate Professor, Panteion University, Athens
(2) Assistant Professor, The Peloponnese Higher Institute of Technological Education

1. INTRODUCTION

The public participation concept is recently receiving increasing attention due to the augmenting scientific interest for the eParticipation field and its technological aspects [1]. However, through this approach emphasis is given to the technological facilitation, while the underlying concept of participation as a decision making and a policy development methodology is not adequately
discussed. Understanding such a composite framework seems to be a rather complicated endeavour as far as no dominant paradigm providing an integrated definition and circumscribing the multidimensional boundaries of the participation phenomenon has been yet developed. The deliberation analysis, from an ICT approach is located at the dialogic and interpretative corners of the Deetz's scheme while from a public policy approach it should be located at the critical and normative
corners [2]. This should explain the ambiguity and ambivalence of the existing descriptive and interpretative approaches in the field of e-Participation [3],[4]

Public participation can increase both the quality and the legitimacy of policy making. Policy quality may be enhanced through a multi-approach scientific expertise that can get incorporated in the policy outcomes by the means of an open and participative scientific dialogue on a given policy issue. Legitimacy, in its turn, can be improved by the way of a more extensive acceptance of the results of an inclusive deliberation on a controversial issue [5], [6], [7], [8] .



2. CRITICAL PARAMETERS OF PUBLIC DELIBERATION

Balancing expertise and democracy is a critical question of substantive participation [9]. Technical knowledge is necessary to elucidate each and every dimension of a composite public issue in order to ensure full comprehension of the problem, establish an effective spectrum of alternatives and allocate accordingly collective preferences. On the other hand democratic dialogue is essential for
constructing, differentiating and synthesizing collective preferences. Technical knowledge is based on in depth expertise, extensive research and a neutral approach, while democratic dialogue implies partisanship and potential antagonism between affected parties.

Participation requires effective deliberation. Most scholars and policy practitioners agree that participation and deliberation could become valuable rejuvenating tools not just for policy making but broadly for representative democracy, serving as an improved framework of contemporary political organization. To this end, deliberation techniques need to overcome obstacles impeaching
the effective incorporation of diverse collective and individual interests, to ensure comparable levels of field expertise, communicative capacities and styles [10] , to develop common dialogic grounds under the forms of multidimensional consensuses and rationality [11] and to guarantee input and output legitimacy, quality of deliberation (throughput) and insertion into the public space
(deliberative transparency and accountability)[12].

A critical dimension of the deliberative process concerns the equilibrium between stakeholders with and without a structured partisan view, namely on the one hand well structured groups with concrete interests at stake and on the other hand loose groups as 'lay citizens' and / or scientific field experts.
These two distinct forms of “deliberative governance” produce differentiated levels of legitimation and technical capacity that must be bridged in order to lead to a well balanced policy. [13] Deliberation is not a purely technical procedure. It's an array of complex interactions characterised by conflicting orientations and political and informational inequalities [14]. As a result demanding procedural requirements have to be met in order to ensure qualitative deliberative results [15].
One can, therefore, conclude that the procedural technicalities of the deliberative process may become a determinant factor of the overall quality of public participation. Procedural technicalities can be generally termed as "technologies of legitimation" aiming at maintaining and enhancing legitimacy in a pluralistic policy arena [16], [17].

3. OUTLINE OF A PROCEDURAL MODEL FOR PUBLIC DELIBERATION

3.1. THE OVERALL MODEL
Public deliberation aims at bridging conflicting perceptions of public issues at both social and scientific levels through a well structured deliberative procedure (
A workable and effective procedural model for public deliberation should be based on specific and detailed answers to a series of questions related to the critical aspects of participative dialogue. These questions which derive from relevant methodological variables are classified in six distinct areas that correspond to the phases of public deliberation but also, more widely, to the main steps of policy making [18], [19].


3.2. A CHECKLIST FOR THE ANALYSIS OF THE DELIBERATIVE PROCESS

1. Issue Emergence

1.1 Which actor [20] on what criteria and through what kind of procedures inscribes a given policy issue in the institutional political – administrative agenda?
1.2 Which actor on what criteria and through what kind of procedures assesses a potential policy problem or opportunity?
1.3 Which actor on what criteria and through what kind of procedures assesses the
collective players [21],[22] involved in a given public policy field whose views should be recorded?
1.3.1 This step precedes or follows the identification of potential impact areas of a given policy?
1.3.2 At what stage of the process each and every collective player is invited to participate in a deliberative process?
1.4 Which actor on what criteria and through what kind of procedures defines the priority and extent of the necessary participation of every potential collective player in the deliberation process?
1.5 Which actor on what criteria and through what kind of procedures identifies the areas of potential impact of a given policy?
1.5.1 This step precedes or follows the identification of relevant collective players?

2. Issue Structuring

2.1 In what way the necessary documentation for problem structuring [23] is produced?
2.1.1 Which actor on what criteria and through what kind of procedures determines the
variables to be explored?
2.1.2 Which actor on what criteria and through what kind of procedures gathers the necessary data and by which method the accuracy of such data is endorsed?
2.2 In what way problem documentative material could be communicated to all interested parties?
2.3 How can be ensured that all interested parties can have full understanding of the available documentative material?
2.4 How can be ensured that all interested parties have the opportunity to compare the documentative material against reliable alternative documentation?

3. Issue analysis and alternatives formulation

3.1 How standardized the documentation, analysis and formulation of alternative proposals have to be? Who manages this standardization?
3.1.1 Is a single standardized method required for the documentation, analysis and formulation of alternatives?
3.1.2 Is compliance to the standards a prerequisite for acceptance of proposals?
3.1.3 Which actor and through what kind of procedures certifies the compliance of the
submitted proposals with the standards?
3.1.4 Can different standardized methods of documentation and analysis be accepted (diversity of eligible methods)?
3.1.5 Do interested parties have their say in shaping the standards?
3.1.6 Does the choice of a specific method require justification?
3.1.7 Is quantitative documentation required and if yes under what standards?
3.1.8 Is documented reference to implementation procedures (regulatory, administrative etc) required for each alternative?
3.1.9 Is documented reference to the existing administrative implementation capacities required for each alternative?
3.1.10 Is documented reference to the policy field complexity and collective strategies required for each alternative?
3.2 To what extent additional or modified proposals are accepted during the deliberative process?
3.2.1. Who will decide on this issue?
3.2.2. How the timing for additions and / or modifications will be decided?
3.2.3. How the process for additions and / or modifications will be defined?

4. Deliberation

4.1 Which actor on what criteria and through what kind of procedures formulates the deliberation process?
4.1.1 Is the deliberation process divided into preliminary and main phase?
4.1.2 Which collective players, on what criteria and at what stage should be invited to the deliberation process?
4.1.3. In what ways fragmented and dispersed social interests should be represented (e.g. through citizens panels, discussion groups, public opinion surveys etc.)
4.1.4. Who and on what criteria decides how long the deliberation process, and in more detail every stage of it, should last?
4.2 What means are used for deliberation:
4.2.1. Face to face contacts: what institutional framework, what physical location, what frequency?
4.2.2 Written dialogue through the Internet: what web page, how much time?
4.3 How widespread access to the materials and conclusions of the deliberation is ensured?
4.3.1 At what stage and how is the general public informed about the deliberation process and its findings?
4.3.2 Is the general public offered the opportunity to comment on the consultation results and by what means?

5. Decision

5.1. What will be the final output of the deliberation process?
5.1.1. Should it result in a single proposal selection?
5.1.1.1. Who makes the proposal selection?
5.1.1.2. Is it approved by consensus, unanimity or majority?
5.1.1.3. Are the minority proposals disclosed, and if so how?
5.1.2. Are alternative proposals prioritized
5.1.2.1. Who makes such ranking and on what criteria?
5.1.3. Are all alternatives released without prioritization?
5.1.3.1. If so, who prepares the finalized version of each proposal?
5.2. How is it proved that the regulating body (-ies) and / or the implementing agency (-ies) took into account the findings, evidence and conclusions of the deliberative process?

6. Monitoring, Evaluation and Review

6.1. Does the final policy decision provide automatic review mechanisms such as :
6.1.1. Ex ante specified expiry date of a given regulation (“sunset clause”)
6.1.2. Implementation plan with final completion date
6.1.3. Contractual agreement (e.g. between the regulator, the community or a supervising body and the implementing agency) over specific and measurable deliverables and results.
6.2. Does the final decision provide with mechanisms for quantitative monitoring and evaluation of the effective impacts of a given policy?
6.2.1. Does it provide for regular assessment periods during implementation (on going
evaluation) or after the completion of an implementation phase (ex post evaluation)?
6.2.2. Does it endow with metrics for quantitative monitoring and evaluation?
6.2.3. Does it comprise tasks for data collection and processing?
6.3. In case of a review of the policy decision will the deliberative process be reactivated?
6.3.1. Which actor on what criteria and through what kind of procedures launches a reviewing deliberation?
6.3.2. Which of the initial participants is going to be invited to be part of the reviewing deliberation?
6.3.3. Can additional participants be invited? Who and over what criteria decides on
that?
6.3.4. What will be the final deliverables of the reviewing deliberation?
6.3.5. What kind of evidence is required to prove that such deliverables are taken into account by policy-makers?

4. THREE IMPLEMENTATION SCENARIOS

The variables composing the above-mentioned deliberative framework can evolve according to two alternative hypotheses. The first hypothesis regards a result-oriented politico-administrative machinery [24] with an open and inclusive culture. The second hypothesis refers to a rule oriented [25] apparatus with an introvert, bureaucratic culture.
Therefore the above setting can be configured through three alternative scenarios:
• a “high expectations” scenario,
• a “low expectations” scenario and
• an “intermediate” one
The first scenario will be an attempt to envisage the full application of the model in an entirely favourable environment. The second represents a simulation of implementation in a negative environment, regarding both cultural and procedural aspects. Finally, the third scenario reflects an optimization effort under relatively unfavorable conditions again.

The following table presents a comparison of the three scenarios applied on several selected variables of the model


Α. ISSUE EMERGENCE PHASE

VARIABLES
Which actor, on what criteria and through what kind of procedures inscribes a given policy issue in the institutional political – administrative agenda?

“HIGH EXPECTATIONS” SCENARIO

The public agency that is mainly responsible for a given policy field, after preliminary formal consultation with all involved public agencies and all registered representative organizations and social partners within the scope of the policy intervention

“LOW EXPECTATIONS” SCENARIO

The public agency that is mainly responsible for a given policy field, without prior consultation

“INTERMEDIATE” SCENARIO

The public agency that is mainly responsible for a given policy field after preliminary informal consultation with selected key collective players, both public and private, within a given policy field.


B. ISSUE STRUCTURING PHASE

VARIABLES

Which actor on what criteria and through what kind of procedures determines the variables to be explored?

“HIGH EXPECTATIONS” SCENARIO

The participants in the preliminary consultation.

LOW EXPECTATIONS” SCENARIO

The variables can be expanded through proposals formulated during the main deliberation phase.

The public agency that is mainly responsible for a given policy field unilaterally

“INTERMEDIATE” SCENARIO

The mainly responsible public agency after informal consultation with selected collective players


C. DELIBERATION PHASE

VARIABLES

Which actor on what criteria and through what kind of procedures formulates the deliberation process?

“HIGH EXPECTATIONS” SCENARIO

General conditions are defined by primary legislation. Specific conditions may result from specific sectoral procedure codes or by agreement during the preliminary deliberation

“LOW EXPECTATIONS” SCENARIO
Conditions are unilaterally defined by the mainly responsible agency in compliance with mandatory rules, if such exist.

“INTERMEDIATE” SCENARIO
Conditions are defined by the mainly responsible agency in compliance with mandatory rules, if such exist, and agreed with partners during preliminary phase phase.




5. CONCLUSIONS

The proposed framework aims to reflect the high complexity and conflictuality of a participative decision making system on public policy issues. The three scenarios’ approach permits to adapt the model to real-life situations. More precisely, the formulation of an “intermediate” scenario seeks to avoid a double risk. Firstly, to stick at a rigid option with high demanding technical, informational and procedural aspects, requiring, in consequence, uncommon cultural and organizational maturity
and outstanding collective skills. Secondly, in order to avoid such extremely rigorous conditions, to adhere to a minimal approach reduced to ineffective incrementalism that will prove incapable to improve deficient policy-making.

.
[1] Kalampokis E, Tambouris E, Tarabanis K, A Domain Model for eParticipation, The Third International Conference on Internet and Web Applications and Services, IEEEA, 2008, p.p. 25-30
[2] Deetz S, Crossroads—Describing Differences in Approaches to Organization Science: Rethinking Burrell and Morgan and Their Legacy, Organization Science, Vol. 7, No. 2, March-April 1996, pp. 191-207.
[3] Sanford C, Rose J, Characterizing eParticipation, International Journal of Information Management 27 (6): 406-421 Dec 2007
[4] Jarvinen P, On developing and evaluating of the literature review, University of Tampere, Department of Computer Sciences Series of Publications D – Net Publications, D-2008-10, September 2008.
[5 ] Leach WD, Sabatier PA ,To trust an adversary: Integrating rational and psychological models of collaborative policy-making , American Political Science Review 99 (4): 491-503 November 2005
[6] Montpetit E, Policy design for legitimacy: Expert knowledge, citizens, time and inclusion in the United Kingdom's biotechnology sector, Public Administration 86 (1): 259-277 2008
[7] Schneiderhan E, Khan S, Reasons and inclusion: The foundation of deliberation, Sociological Theory 26 (1):1-24 March 2008
[8 ] Montpetit E, Public consultations in policy network environments: The case of assisted reproductive technology policy in Canada, Canadian Public Policy-Analyse de Politiques 29 (1): 95-110 March 2003
[9] Parkinson J.,Legitimacy problems in deliberative democracy, Political Studies , 51 (1): 180-196 March 2003
[10] Hickerson A, Gastil J, Assessing the difference critique of deliberation: Gender, emotion, and the jury experience ,Communication Theory 18 (2): 281-303 May2008
[11] Niemeyer S, Dryzek JS, The ends of deliberation: Meta-consensus and inter-subjective rationality as idealoutcomes, Swiss Political Science Review 13 (4): 497-526 2007
[12] Papadopoulos Y, Warin P , Are innovative, participatory and deliberative procedures in policy making democratic and effective? European Journal of Political Research 46 (4): 445-472 June 2007
[13] Hendriks CM, Dryzek JS, Hunold C, Turning up the heat: Partisanship in deliberative innovation , Political Studies55 (2): 362-383 June 2007
[14] Button M, Mattson K, Deliberative democracy in practice: Challenges and prospects for civic deliberation, Polity 31 (4): 609-637 Sumer 1999
[15] Parkinson John, Legitimacy Problems in Deliberative Democracy, Political Studies, Volume 51, Issue 1, March, 2003, Pages: 180-196
[16] Parkinson J , Why deliberate? The encounter between deliberation and new public managers, Public Administration, 82 (2): 377-395 June 2004
[17] Harrison S, Mort M., Which champions, which people? Public and user involvement in health care as a technology of legitimation, Social Policy & Administration 32 (1): 60-70 March 1998
[18] Hogwood, B W., & Gunn, L A., (1984), Policy Analysis for the Real World, Oxford University Press
[19] Howlett M. Ramesh. M., (2003), Studying Public Policy: Policy Cycles and Policy Subsystems. OxfordUniversity Press
[20] Latour B, (1992) ‘‘Where Are the Missing Masses? The Sociology of a Few Mundane Artifacts’’, in Bijker Wiebe, E., Law John, (eds)., Shaping Technology, Building Society: Studies in Sociotechnical Change, MIT Press, , pp. 225–258
[21] Olson M, The logic of collective action: public goods and the theory of groups, Harvard University Press, 1971
[22] Tsebelis G., Veto Players: How Political Institutions Work, Princeton University Press, 2002
[23] Hisschemoller, M., and Hoppe, R. (2001). Coping with Intractable Controversies: The Case for Problem Structuring in Policy Design and Analysis. In: Hisschemφller M., Hoppe R., Dunn W. N., Ravetz J. R, (eds)., Knowledge, Power, and Participation in Environmental Policy Analysis, Transaction Publishers, 47-72
[24] Boesen N, Therkildsen O (2005). A results-oriented approach to capacity change, Danish Institute for International Study
[25] Herbst H. (1997), Business Rule-oriented Conceptual Modeling, Springer,

Το «He Who Falls» (Celui qui tombe) του Yoann Bourgeois στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας: Ανάγνωση από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης και της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής- της Ευγενίας Π. Μπιτσάνη*

      * Η Ευγενία Π. Μπιτσάνη είναι Καθηγήτρια Πολιτισμικών Σπουδών & Διαπολιτισμικών Σχέσεων και Διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχι...