Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Το «He Who Falls» (Celui qui tombe) του Yoann Bourgeois στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας: Ανάγνωση από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης και της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής- της Ευγενίας Π. Μπιτσάνη*

  

 


* Η Ευγενία Π. Μπιτσάνη είναι Καθηγήτρια Πολιτισμικών Σπουδών & Διαπολιτισμικών Σχέσεων και Διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών "Δημόσια Διοίκηση και Τοπική Αυτοδιοίκηση" στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 


 


1. Ταυτότητα και διαδρομή του έργου

 Το «Celui qui tombe» («Αυτός που πέφτει» / «He Who Falls») δημιουργήθηκε από τον Γάλλο χορογράφο και ακροβάτη Yoann Bourgeois το 2014, με αφορμή τη Διεθνή Μπιενάλε Χορού της Λυών, σε παραγωγή του Centre Chorégraphique National de Grenoble (CCN2), το οποίο ο ίδιος διηύθυνε από το 2016 έως το 2022 , πρώτος καλλιτέχνης τσίρκου επικεφαλής θεσμού CCN στη Γαλλία. Το έργο βασίζεται σε μια περιστρεφόμενη, ασταθή ξύλινη πλατφόρμα έξι επί έξι μέτρων, πάνω στην οποία έξι ερμηνευτές αναζητούν διαρκώς νέες μορφές ισορροπίας, σε μια κίνηση που ο ίδιος ο Bourgeois περιγράφει ως «μια μορφή ανθρωπότητας σε σμίκρυνση».

Πρόκειται για έργο με ιδιαίτερα εκτενή και συνεχή διεθνή περιοδεία, δώδεκα και πλέον χρόνια μετά τη δημιουργία του: 

Παρίσι (Théâtre de la Ville, Théâtre Silvia Monfort, Centquatre-Παρίσι, σε επανάληψη το 2017 και το 2019-2020), πολλαπλές γαλλικές πόλεις (Grenoble, Bordeaux, Colombes, Valence, Annecy, Saint-Quentin-en-Yvelines),Λονδίνο (Barbican Theatre, στο πλαίσιο του London International Mime Festival, 2016), Βερολίνο (Tanz im August, 2016), Βελφάστ (Grand Opera House, Belfast International Arts Festival, 2017), Τορόντο (Bluma Appel Theatre, μέσω Canadian Stage, 2018), Σεούλ (LG Arts Center, 2022), και τέλος Καλαμάτα, όπου παρουσιάστηκε στις 17 και 18 Ιουλίου 2026, ανοίγοντας το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας.

 Ο τίτλος του έργου δεν παραπέμπει σε έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα, αλλά λειτουργεί ως γενική, σχεδόν φιλοσοφική κατηγορία: «αυτός που πέφτει» είναι, εναλλάξ, ο καθένας από τους έξι ερμηνευτές, κανείς δεν κατέχει μόνιμα τον ρόλο του πεσόντος, όλοι περνούν από τη στιγμή της πτώσης, με αποτέλεσμα ο τίτλος να λειτουργεί τελικά ως αναφορά στην ίδια την ανθρώπινη κατάσταση εν γένει και όχι σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο.

 


Η κινούμενη, περιστρεφόμενη ξύλινη πλατφόρμα αποτελεί το κεντρικό συμβολικό στοιχείο της παράστασης. Λειτουργεί ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα ανάγνωσης:

Α. Ως μεταφορά της ζωής και του κόσμου. Η ασταθής επιφάνεια, που γέρνει και περιστρέφεται αδιάκοπα χωρίς ποτέ να σταθεροποιείται, εκπροσωπεί έναν κόσμο που δεν προσφέρει βεβαιότητες και απαιτεί διαρκή προσαρμογή,  μια συνθήκη ζωής όπου η ισορροπία δεν κατακτάται οριστικά, αλλά ανακτάται συνεχώς, βήμα προς βήμα.

Β. Ως πεδίο αόρατων δυνάμεων. Η βαρύτητα, ο χρόνος και οι μηχανικοί νόμοι που καθορίζουν την κίνηση της πλατφόρμας μετατρέπονται σε βασικούς «συνομιλητές» της χορογραφίας: οι ερμηνευτές δεν ελέγχουν τις συνθήκες γύρω τους, καλούνται όμως να αντιδρούν διαρκώς σε αυτές, γεγονός που καθιστά την πλατφόρμα σχεδόν έναν ισότιμο, μη ανθρώπινο «συμπρωταγωνιστή».

Γ. Ως χώρος συλλογικότητας. Η επιβίωση πάνω στην ασταθή επιφάνεια δεν είναι ατομικό επίτευγμα αλλά συλλογική διαδικασία: όποτε κάποιος αποκόπτεται από την ομάδα, η ισορροπία του κλονίζεται, γεγονός που αναδεικνύει την εμπιστοσύνη, την αλληλεγγύη και την αλληλεξάρτηση ως τις μόνες σταθερές μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πτώση δεν αντιμετωπίζεται ως αποτυχία, αλλά ως αναπόσπαστο τμήμα της ανθρώπινης εμπειρίας και της προσπάθειας προσαρμογής· οι ερμηνευτές πέφτουν και ξανασηκώνονται επανειλημμένα, αναζητώντας κάθε φορά μια νέα, προσωρινή μορφή ισορροπίας. Το ίδιο μοτίβο, πτώση, ανάκαμψη, νέα αναζήτηση ισορροπίας,  συνδέεται και με τη φιλοσοφία που ο ίδιος ο Bourgeois έχει διατυπώσει για το σύνολο του έργου του, γύρω από την έννοια του «απρόσιτου σημείου αιώρησης»: εκείνη τη σύντομη, ασταθή στιγμή κατά την οποία ένα σώμα έχει φτάσει στο ανώτατο σημείο της τροχιάς του, πριν αρχίσει η αναπόφευκτη πτώση. Η πλατφόρμα του «He Who Falls» καθιστά αυτή τη στιγμή διαρκώς επαναλαμβανόμενη και ορατή, μετατρέποντάς την σε βασικό δραματουργικό άξονα της παράστασης.

 2. Η «ανθρωπότητα σε σμίκρυνση»: θετική ή αρνητική χροιά;

Από τις δηλώσεις του ίδιου του Bourgeois σε συνεντεύξεις προκύπτει ότι η φράση δεν λειτουργεί ως θρήνος για απώλεια της ανθρωπιάς, αλλά ως σχεδόν πειραματικός όρος: μια «μικρή ανθρωπότητα» που απλώς προσπαθεί να παραμείνει όρθια, παρά τους περιορισμούς που ασκούνται πάνω της. Σε άλλο σημείο ο ίδιος διευκρινίζει ότι στο έργο ο άνθρωπος περισσότερο υφίσταται παρά ενεργεί («l'homme subit, plus qu'il n'agit»), μια διατύπωση που τοποθετεί το βάρος στη σχέση δύναμης ανάμεσα στο σώμα και τους μηχανισμούς που το περιβάλλουν, όχι σε μια ηθική κρίση περί εκφυλισμού της ανθρώπινης φύσης.

Η «σμίκρυνση» φαίνεται συνεπώς να λειτουργεί περισσότερο ως μεθοδολογική χειρονομία, αφαίρεσε όλες τις συνθήκες άνεσης και δες τι απομένει, παρά ως καταγγελία. Και αυτό που, κατά τον δημιουργό, απομένει δεν είναι μόνο η ευθραυστότητα αλλά και η αλληλοβοήθεια και η εφευρετικότητα απέναντι στον εξαναγκασμό. Παράλληλα, το ίδιο το δελτίο τύπου του έργου το περιγράφει ως «φόρο τιμής στον φόβο, είτε αυτός αφορά το κενό είτε την ίδια την ανθρωπότητα», μια διατύπωση που διατηρεί σκόπιμη αμφισημία. Στο ίδιο πνεύμα, μέρος της κριτικής υποδοχής αποδίδει στο έργο πιο σκοτεινούς τόνους (μια «ανθρωπότητα σε παρέκκλιση μέσα σε έναν ασταθή κόσμο»), ενώ άλλη κριτική το προσεγγίζει με πιο τρυφερούς όρους (μια «εύθραυστη ανθρωπότητα που μόλις γεννιέται»).

Συνολικά, η πρόθεση του δημιουργού φαίνεται να είναι λιγότερο μια δήλωση απώλειας («χανόμαστε ως άνθρωποι») και περισσότερο ένας στοχασμός πάνω στο τι συνιστά πράγματι την ανθρώπινη συνθήκη όταν αφαιρεθούν όλες οι συμβατικές ασφάλειες: ταυτόχρονα ευθραυστότητα και επινοητικότητα, υποταγή σε δυνάμεις και επιμονή να παραμείνεις όρθιος.

 

 2.1 Ερμηνευτική προβολή: η πλατφόρμα ως κοινωνία εν μεταβάσει (transition)

Μια σύγχρονη ανάγνωση του κινούμενου εδάφους μπορεί επίσης να το προσεγγίσει ως μεταφορά μιας κοινωνίας εν μεταβάσει, και όχι απλώς μιας διαχρονικής ανθρώπινης αστάθειας. Η ίδια η θεματική διατύπωση του φετινού φεστιβάλ («ανθρώπινη αστάθεια, αβεβαιότητα, τέλη και αρχές», σε μια εποχή «αυξανόμενα ασταθή») ενισχύει αυτή την ανάγνωση: η πλατφόρμα δεν είναι απλώς χαοτική αλλά έχει κατεύθυνση, κλίση, περιστροφή, κινείται προς κάτι, ακόμη κι αν αυτό το «κάτι» δεν σταθεροποιείται ποτέ, κάτι που παραπέμπει περισσότερο σε λογική μετάβασης παρά σε άσκοπη αταξία.

 2.2 Ερμηνευτική προβολή: η πλατφόρμα ως μεταφορά της ψηφιακής κοινωνίας,  και μια γκραμσιανή ανάγνωση

Πέρα από τους παραπάνω, εγγενείς στο ίδιο το έργο συμβολισμούς, είναι θεμιτό να διατυπωθεί και μια σύγχρονη, αναγνωστική ερμηνεία: η κινούμενη «πλατφόρμα» να ιδωθεί ως μεταφορά των σημερινών ψηφιακών πλατφορμών (μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλγοριθμικές υποδομές, gig economy), οι οποίες αναδιαμορφώνουν αδιάκοπα ανθρώπινες ταυτότητες, σχέσεις και συλλογικότητες, θέτοντας τα υποκείμενα σε μια κατάσταση διαρκούς, μη ελεγχόμενης εκ μέρους τους αναπροσαρμογής. Το έργο δημιουργήθηκε το 2014, πριν η κριτική των ψηφιακών πλατφορμών αποκρυσταλλωθεί ως κυρίαρχο πολιτισμικό ζήτημα· τούτο, ωστόσο, δεν ακυρώνει την ανάγνωση, αφού η τέχνη συχνά προηγείται της εποχής της, ο καλλιτέχνης διαθέτει μια αισθητηριακή/αντιληπτική ευαισθησία που της επιτρέπει να συλλαμβάνει αναδυόμενες κοινωνικές δυναμικές πριν αυτές αποκτήσουν κοινά αποδεκτή γλώσσα και εννοιολόγηση. Υπό αυτή την έννοια, ένα έργο μπορεί να «προλάβει» ερμηνείες που η ίδια η εποχή του δεν είχε ακόμη διαμορφώσει, χωρίς αυτό να συνιστά αναγκαστικά συνειδητή πρόθεση του δημιουργού.

Μια τέτοια ανάγνωση επιδέχεται περαιτέρω επέκταση μέσα από γκραμσιανό θεωρητικό πρίσμα. Κατά τη θεωρία της πολιτισμικής ηγεμονίας του Antonio Gramsci, η καλλιτεχνική και πολιτισμική παραγωγή λειτουργεί, μεταξύ άλλων, ως ένα από τα πεδία όπου διαμορφώνεται και νομιμοποιείται μια κυρίαρχη κοσμοαντίληψη, μέσω συναίνεσης και όχι (μόνο) καταναγκασμού. Εφαρμόζοντας αυτό το πρίσμα σε ένα κρατικά επιχορηγούμενο φεστιβάλ, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η επιλογή να τοποθετηθεί, στην πλέον προβεβλημένη θέση του προγράμματος, ένα έργο που πραγματεύεται την αστάθεια, την προσαρμοστικότητα και την αποδοχή της διαρκούς μεταβολής, συμβάλλει, ανεξαρτήτως της συνειδητής πρόθεσης των διοργανωτών,  στη διάδοση και κανονικοποίηση ενός συγκεκριμένου αφηγήματος για το πώς πρέπει το κοινό να βιώνει και να αποδέχεται την επισφάλεια και τη μετάβαση ως δεδομένη, σχεδόν φυσική συνθήκη, και όχι ως πεδίο πολιτικής διεκδίκησης ή αμφισβήτησης. Υπό αυτή τη λογική, το κρατικά στηριζόμενο φεστιβάλ δεν θα λειτουργούσε απλώς ως ουδέτερος διαμεσολαβητής τέχνης, αλλά και ως πεδίο παραγωγής πολιτισμικής συναίνεσης γύρω από συγκεκριμένες αξίες (ανθεκτικότητα, ευελιξία, προσαρμοστικότητα), εναρμονισμένες με τον ευρύτερο θεσμικό λόγο που ήδη εντοπίζεται πιο κάτω.

Η ανάγνωση αυτή πρέπει ωστόσο να παρουσιάζεται με τη δέουσα επιφύλαξη: πρόκειται για ένα διαθέσιμο ερμηνευτικό/θεωρητικό εργαλείο της πολιτισμικής κριτικής, όχι για τεκμηριωμένο γεγονός σχετικά με την πρόθεση των διοργανωτών ή του Υπουργείου Πολιτισμού. Η επιλογή προγράμματος εξηγείται εξίσου μέσα από αισθητικά, διαχειριστικά και δικτυακά κριτήρια (καλλιτεχνικό κύρος, διαθέσιμη χρηματοδότηση, λογιστική περιοδείας), χωρίς να απαιτείται η υπόθεση συνειδητής ιδεολογικής σκοπιμότητας. Η γκραμσιανή ανάγνωση προσφέρει συνεπώς μια συμπληρωματική, κριτική οπτική, ιδίως χρήσιμη για να τεθεί το ερώτημα ποιες αξίες τελικά προβάλλονται και κανονικοποιούνται μέσω κρατικά χρηματοδοτούμενου πολιτισμού, και όχι μια εναλλακτική, αποδεδειγμένη εξήγηση της επιλογής.

 

3. Κριτική υποδοχή

3.1 Θετικές αποτιμήσεις

Η πλειονότητα της διεθνούς κριτικής υποδοχής υπήρξε ιδιαίτερα θετική έως ενθουσιώδης. Στο Barbican (2016), ο κριτικός των Times περιέγραψε το έργο ως άκρως δεξιοτεχνικό. Στο Belfast International Arts Festival σημειώθηκε η δραματουργική ένταση της συνεργασίας των ερμηνευτών με τις φυσικές δυνάμεις που τους περιβάλλουν. Στο Τορόντο, η κριτική της Globe and Mail χαρακτήρισε το έργο μοναδικό υβρίδιο χορού και τσίρκου, τονίζοντας πως, σε αντίθεση με άλλες ανάλογες παραγωγές, δεν καταλήγει σε άσκοπο θέαμα αλλά διατηρεί αυστηρή πειθαρχία στα δραματουργικά του όρια· αντίστοιχα θετική ήταν και η κριτική του OnStage Blog, που περιέγραψε την ένταση της παρακολούθησης και τον θαυμασμό για τη συλλογική πειθαρχία των ερμηνευτών. Το Circus Diaries (Λονδίνο, 2016) εντόπισε στο έργο έναν υπαρξιακό στοχασμό πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, τις ανισορροπίες εξουσίας και την προσπάθεια, ο οποίος παραμένει προσβάσιμος παρά την αφαιρετικότητά του.

3.2 Επιφυλακτικές / αρνητικές αποτιμήσεις

Η πλέον ουσιαστική επιφύλαξη εντοπίζεται στην κριτική του βρετανικού This Is Cabaret (2016). Ο κριτικός υποστήριξε ότι η προώθηση του έργου δημιουργεί προσδοκία για έντονα στοιχεία ακροβατικής και τσίρκου, ενώ στην πράξη πρόκειται περισσότερο για σύγχρονο χορό με ιδιαίτερα λιτή, «αδειασμένη» δραματουργία· έκρινε πως η επιλογή λιτών κοστουμιών, σκληρού φωτισμού και απουσίας σκηνικών στοιχείων περιορίζει τελικά τις δυνατότητες που θα μπορούσε να προσφέρει η ίδια η κατασκευή της περιστρεφόμενης πλατφόρμας.

Δευτερεύουσες επιφυλάξεις, μη σχετιζόμενες με την ίδια την καλλιτεχνική πρόταση αλλά με τη συνθήκη θέασης, εντοπίστηκαν στην κριτική του Alan in Belfast (2017), όπου σημειώθηκε ενόχληση από τη συμπεριφορά τμήματος του κοινού (θόρυβοι, καθυστερημένη είσοδος, χρήση κινητών). Ο κριτικός της Globe and Mail, τέλος, εξέφρασε αρχικό σκεπτικισμό απέναντι σε ανάλογες υβριδικές παραγωγές άλλων συγκροτημάτων διεθνώς, σκεπτικισμό που ωστόσο ανατράπηκε μετά την παρακολούθηση του συγκεκριμένου έργου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν εντοπίστηκε, στην έως τώρα διαθέσιμη αρθρογραφία, εκτενής ή συστηματικά αρνητική κριτική του έργου καθαυτού· οι επιφυλάξεις που καταγράφονται αφορούν επιμέρους αισθητικές επιλογές (λιτότητα σκηνικού, απόσταση από το είδος του τσίρκου) και όχι τη συνολική καλλιτεχνική του αξία.

3.3 Η υποδοχή στην Καλαμάτα

Η ελληνική δημοσιογραφική κάλυψη της παρουσίασης στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας (Messinia Live, Ελευθερία, Θάρρος, elCulture) υπήρξε ομόφωνα θετική, περιγράφοντας θερμό χειροκρότημα και εντύπωση στο κοινό. Πρόκειται ωστόσο αποκλειστικά για δημοσιεύματα ανακοίνωσης/πρεμιέρας, χωρίς αναλυτική κριτική θεάτρου η οποία, δεδομένης της προσφάτου παρουσίασης (17-18/07/2026), δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

 

4. Ανάλυση από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης

  4.1 Στρατηγική επιλογή έναρξης φεστιβάλ

 Η επιλογή ενός ήδη καθιερωμένου, διεθνώς δοκιμασμένου έργου για το άνοιγμα του φεστιβάλ εντάσσεται σε λογική διαχείρισης ρίσκου: εξασφαλίζει ποιοτική πρώτη εντύπωση, ευνοϊκή κάλυψη τύπου και υψηλή προσέλευση σε μια συμβολικά κρίσιμη στιγμή (παρουσία θεσμικών παραγόντων, εγκαίνια παράλληλης έκθεσης). Πρόκειται για ορθολογική επιλογή, με κόστος ευκαιρίας ωστόσο: η θέση ανοίγματος θα μπορούσε εναλλακτικά να αξιοποιηθεί για παγκόσμια πρεμιέρα ή παραγγελία, κάτι που θα ενίσχυε τη θέση του φεστιβάλ ως τόπου πρωτογενούς παραγωγής και όχι μόνο υποδοχής περιοδεύοντος ρεπερτορίου.

 4.2 Λογική δικτύωσης και συν-χρηματοδότησης

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος και του Institut Français, στοιχείο που υποδηλώνει ενδεχόμενη ένταξη σε δίκτυα επιδοτούμενης καλλιτεχνικής κινητικότητας, και όχι αποκλειστικά ανεξάρτητη επιμελητική επιλογή. Πρόκειται για ευρέως διαδεδομένη και θεμιτή πρακτική διεθνώς, που μειώνει το κόστος φιλοξενίας μεγάλων παραγωγών, εγείρει ωστόσο εύλογο ερώτημα διαφάνειας ως προς τον βαθμό στον οποίο ο προγραμματισμός διαμορφώνεται από διαθέσιμη χρηματοδότηση δικτύων έναντι αμιγώς επιμελητικού οράματος.

4.3 Διαχείριση αφήγησης και επικοινωνιακή στρατηγική

 Στο επίσημο υλικό του φεστιβάλ (ιστότοπος, έντυπο πρόγραμμα) δεν αναφέρεται ρητά ούτε η χρονολογία δημιουργίας του έργου (2014) ούτε η εκτενής προηγούμενη περιοδεία του. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή αφηγηματικής παρουσίασης, συνήθη σε προγράμματα φεστιβάλ διεθνώς, η οποία τοποθετεί το έργο ως «επίκαιρο ρεπερτόριο» και όχι ως ήδη δοκιμασμένης παραγωγής που κυκλοφορεί πλέον της δεκαετίας. Η επιλογή αυτή βελτιστοποιεί την προσληπτική εμπειρία του κοινού, μειώνει ωστόσο τον βαθμό πληροφοριακής διαφάνειας, ιδίως σε ένα φεστιβάλ που θεματοποιεί επικοινωνιακά την πρωτοτυπία και την ανανέωση. Παρατηρείται έτσι μια εσωτερική ένταση ανάμεσα στο επικοινωνιακό αφήγημα και την πραγματικότητα ενός εν μέρει «ασφαλούς», ήδη επικυρωμένου προγραμματισμού.

 4.4 Ισορροπία ρεπερτορίου και πρωτοτυπίας

 Εξεταζόμενο στο σύνολό του, το πρόγραμμα του KIDF32 εμφανίζει ισορροπία ανάμεσα σε καθιερωμένα ονόματα και νεότερες ή πρωτοεμφανιζόμενες στην Ελλάδα προτάσεις (πέντε εκ των δώδεκα φιλοξενούμενων καλλιτεχνών εμφανίζονται για πρώτη φορά στη χώρα), καθώς και σε δράσεις εκτός παραδοσιακής σκηνής (δωρεάν παραστάσεις σε πόλεις της Πελοποννήσου, δράση στην Αρχαία Μεσσήνη). Η επιλογή του Bourgeois για το άνοιγμα φαίνεται συνεπώς στρατηγικά τοποθετημένη εντός ευρύτερου, ισορροπημένου σχεδιασμού, και όχι συμπτωματική ή ενδεικτική συνολικής συντηρητικότητας του προγραμματισμού.

4.5 Υποδομή και τοπικό πολιτιστικό κεφάλαιο

Η φιλοξενία παραγωγής τέτοιας κλίμακας (ειδική κατασκευή σκηνικού, εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, εξαμελής διανομή) προϋποθέτει σοβαρή υλικοτεχνική υποδομή. Η επιλογή αποτελεί συνεπώς και δείκτη θεσμικής ωριμότητας του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας ως χώρου ικανού να υποστηρίξει παραγωγές διεθνούς βεληνεκούς, με άμεση συνάφεια προς ζητήματα τοπικού πολιτιστικού κεφαλαίου (place branding) και πολιτιστικά προσανατολισμένης αστικής ανάπτυξης  συνάφεια που εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο της βιοπολιτισμικής/διαπολιτισμικής πόλης (Biocultural / Human Intercultural City), όπου η πολιτιστική υποδομή λειτουργεί ως μοχλός βιώσιμης τοπικής ανάπτυξης. Η ίδια αυτή λογική place branding, ωστόσο, δεν είναι απαλλαγμένη κινδύνων· όπως αναλύεται περαιτέρω στην §5.6, η συστηματική επιδίωξη διεθνούς προβολής μέσω πολιτιστικών θεσμών εγκυμονεί μακροπρόθεσμα τον κίνδυνο υπερτουρισμού και εργαλειοποίησης του πολιτιστικού αποθέματος ενός τόπου, ο οποίος κίνδυνος καθίσταται βραχυπρόθεσμος έως άμεσος όταν στόχος αυτής της πολιτιστικής προβολής είναι η αύξηση του τουρισμού και ακόμα χειρότερα η δημιουργία «τουριστικού προϊόντος» συνθήκη που οδηγεί στην εξαθλίωση των τοπικών κοινωνιών έως την εξαφάνισης τους το έχουμε ήδη δει σε διάφορα μέρη της γης.

4.6 Συγκριτικό χρηματοδοτικό πλαίσιο

Η κλίμακα της επιλογής αναδεικνύεται καλύτερα αν συγκριθεί με το τυπικό ύψος κρατικής επιχορήγησης για την εγχώρια σύγχρονη χορευτική παραγωγή. Στο πλαίσιο του προγράμματος «Δημιουργική Ελλάδα - Επιχορηγήσεις Σύγχρονου Πολιτισμού» του Υπουργείου Πολιτισμού, οι επιχορηγήσεις για φορείς σύγχρονου χορού κυμαίνονται συνήθως σε κλίμακα δεκάδων χιλιάδων ευρώ ετησίως (ενδεικτικά 15.000-35.000 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό επαγγελματικών παραγωγών των τελευταίων ετών), ποσά σαφώς μικρότερης τάξης μεγέθους από το κόστος μεταφοράς, εγκατάστασης και παρουσίασης μιας εξαμελούς διεθνούς παραγωγής με ειδική κατασκευή σκηνικού, όπως το «He Who Falls». Η διαφορά αυτή υπογραμμίζει το γιατί τέτοιου τύπου φιλοξενίες βασίζονται σχεδόν πάντα σε πρόσθετους μηχανισμούς χρηματοδότησης (διακρατικά ινστιτούτα, ιδιωτική χορηγία, ειδικά κονδύλια φεστιβάλ) πέραν της τακτικής επιχορήγησης καλλιτεχνικών φορέων, και αναδεικνύει έμμεσα μια δομική ανισότητα πόρων ανάμεσα στη φιλοξενία διεθνούς ρεπερτορίου και στη στήριξη της εγχώριας παραγωγής αντίστοιχης φιλοδοξίας.

 

5. Η επιλογή στο πλαίσιο κρατικής/δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής

 5.1 Πολυεπίπεδη χρηματοδότηση και θεσμική στήριξη

Το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, τον Δήμο Καλαμάτας και την Περιφέρεια Πελοποννήσου  τυπικό μοντέλο πολυεπίπεδης διακυβέρνησης (multi-level governance) στην ελληνική πολιτιστική πολιτική, όπου η κεντρική εξουσία συνεπενδύει με την τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση. Η παρουσία, κατά την πρεμιέρα, της Γενικής Γραμματέως Σύγχρονου Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού λειτουργεί ως έμπρακτη επικύρωση της θεσμικής βαρύτητας που αποδίδεται στο συγκεκριμένο άνοιγμα προγράμματος.

Η στήριξη αυτή εντάσσεται σε ευρύτερο εθνικό χρηματοδοτικό πλαίσιο: μέσω του προγράμματος «Δημιουργική Ελλάδα - Επιχορηγήσεις Σύγχρονου Πολιτισμού», το Υπουργείο Πολιτισμού εκδίδει ετησίως έντεκα προσκλήσεις για διάφορους καλλιτεχνικούς τομείς (θέατρο, χορός, γράμματα, εικαστικά, ψηφιακός πολιτισμός), με τη μόνο μία εκ των πρόσφατων φάσεων του προγράμματος (Απρίλιος 2026) να ανέρχεται σε 1.750.000 ευρώ επιχορηγήσεων. Το KIDF εντάσσεται έτσι σε μια ευρύτερη, θεσμικά συγκροτημένη αρχιτεκτονική εθνικής στήριξης του σύγχρονου πολιτισμού, και όχι σε μεμονωμένη ή ad hoc κρατική εύνοια.

5.2 Ένταξη σε εθνική στρατηγική πολιτιστικής εξωστρέφειας

Το φετινό φεστιβάλ συμπίπτει χρονικά και θεσμικά με την έναρξη του SYSTEMA - For the Greek Performing Arts (20-26 Ιουλίου 2026), μιας νέας πλατφόρμας που συνιστούν από κοινού το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, το Εθνικό Θέατρο και το ίδιο το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, με στόχο τη διεθνή προβολή της σύγχρονης ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, υπό αποκλειστική ιδιωτική χορηγία (Mastercard – Εθνική Τράπεζα). Η ένταξη του Φεστιβάλ Καλαμάτας σε αυτή τη σύμπραξη δείχνει ότι το φεστιβάλ δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως τοπικός θεσμός υποδοχής έργων, αλλά αναβαθμίζεται θεσμικά σε κόμβο εθνικής στρατηγικής πολιτιστικής εξωστρέφειας, στο ίδιο επίπεδο αναγνωρισιμότητας με τους δύο μεγαλύτερους πολιτιστικούς θεσμούς της χώρας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η φιλοξενία ενός διεθνώς καταξιωμένου γαλλικού έργου, με την υποστήριξη του Institut Français και του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος, δεν είναι μεμονωμένη επιλογή αλλά συνάδει με λογική αμφίδρομης πολιτιστικής διπλωματίας: το φεστιβάλ εισάγει διεθνές κύρος και δίκτυα (φιλοξενώντας καταξιωμένους ξένους δημιουργούς) την ίδια στιγμή που επιδιώκει, μέσω του SYSTEMA, να εξάγει ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία σε αντίστοιχα διεθνή δίκτυα. Πρόκειται για κλασικό εργαλείο cultural diplomacy, όπου η φιλοξενία αναγνωρισμένων ξένων έργων λειτουργεί και ως “νόμισμα ανταλλαγής” για μελλοντική προβολή εγχώριας δημιουργίας στο εξωτερικό.

 5.3 Εναρμόνιση με πολιτική αποκέντρωσης του πολιτισμού

Το ευρύτερο πρόγραμμα του KIDF32, με δωρεάν παραστάσεις σε επτά ακόμη πόλεις της Πελοποννήσου (Κόρινθος, Ναυαρίνο/Costa Navarino, Αρεόπολη, Άργος, Δημητσάνα, Τρίπολη, Πύλος, Αρχαία Ολυμπία), καθώς και τη δράση στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Μεσσήνης,  εναρμονίζεται με πάγια κατεύθυνση της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής των τελευταίων ετών, η οποία επιδιώκει την αποκέντρωση της πολιτιστικής προσφοράς εκτός Αθήνας-Θεσσαλονίκης και την ενίσχυση της πρόσβασης στον πολιτισμό σε μικρότερες πόλεις και την περιφέρεια. Η στρατηγική αυτή αντανακλάται και στη συνεργασία του φεστιβάλ με την Περιφέρεια Πελοποννήσου για το ειδικό σκέλος «Dance in Cities of the Peloponnese».

 5.4 Συνέπεια με λόγο περί ανθεκτικότητας και κοινωνικής συνοχής

Η θεματική του φετινού φεστιβάλ (αστάθεια, ευθραυστότητα, προσαρμοστικότητα, συλλογικότητα), όπως διατυπώνεται στο εισαγωγικό κείμενο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης, συνομιλεί με έναν ευρύτερο θεσμικό λόγο, συχνά παρόντα σε προγράμματα ΕΣΠΑ και εθνικές πολιτιστικές στρατηγικές,  περί πολιτισμού ως μηχανισμού κοινωνικής ανθεκτικότητας (resilience) και συνοχής σε περιόδους πολλαπλών κρίσεων. Η επιλογή του «He Who Falls», ως έργου που πραγματεύεται ρητά την πτώση, την ισορροπία και την αλληλεξάρτηση, λειτουργεί συνεπώς ως συμβολικά συνεπής εκκίνηση προγράμματος που θέλει να τοποθετηθεί εντός αυτού του λόγου.

Παρατήρηση επιφύλαξης

Παρά την ανωτέρω εναρμόνιση, αξίζει να σημειωθεί ότι η επιλογή ενός ήδη καθιερωμένου γαλλικού έργου για το άνοιγμα ενός φεστιβάλ που συμμετέχει σε πρωτοβουλία εξωστρέφειας της ελληνικής δημιουργίας εμπεριέχει μια εγγενή αντίφαση: το πιο ορατό, συμβολικά ισχυρότερο σημείο του προγράμματος (η έναρξη) καταλαμβάνεται από ξένη και όχι ελληνική παραγωγή. Πρόκειται για συνηθισμένη πρακτική διεθνών φεστιβάλ (η φιλοξενία διεθνούς κύρους ονόματος στο άνοιγμα ενισχύει την προσέλευση και την προβολή), δημιουργεί ωστόσο ερώτημα ισορροπίας ανάμεσα στον στόχο διεθνούς προβολής της ελληνικής δημιουργίας και στην πρακτική διαχείριση της πλέον προβεβλημένης θέσης του προγράμματος.

 5.6 Στρατηγικοί άξονες του ΥΠΠΟ: «Πολιτισμός για όλους» και ψηφιακός μετασχηματισμός

Πέρα από τη χρηματοδοτική διάσταση, η επιλογή εντάσσεται και σε ρητά διατυπωμένους στρατηγικούς στόχους του Υπουργείου Πολιτισμού των τελευταίων ετών. Η ηγεσία του Υπουργείου έχει επανειλημμένα διατυπώσει τον στόχο «Πολιτισμός για όλους» ως κεντρική στρατηγική κατεύθυνση, νοούμενο ως δικαίωμα ανεμπόδιστης πρόσβασης στον πολιτισμό ανεξαρτήτως ηλικίας, τόπου κατοικίας ή αναπηρίας. Το σκέλος δωρεάν παραστάσεων του KIDF32 σε πόλεις της περιφέρειας, καθώς και οι δράσεις προσβασιμότητας που περιλαμβάνονται στο εκπαιδευτικό/παράλληλο πρόγραμμα του φεστιβάλ, συνάδουν ευθέως με αυτόν τον στόχο.

Παράλληλα, το Υπουργείο έχει τα τελευταία έτη τοποθετήσει την ψηφιακή στρατηγική και την τεχνητή νοημοσύνη στην πολιτιστική κληρονομιά ως οριζόντια προτεραιότητα (ψηφιοποίηση αποθεμάτων, τρισδιάστατη τεκμηρίωση, υποδομές γνώσης). Το σκέλος αυτό αφορά κυρίως την πολιτιστική κληρονομιά και όχι άμεσα τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή· εντούτοις, η συνύπαρξή του με τη στρατηγική εξωστρέφειας (§5.2) δείχνει ότι η τρέχουσα πολιτιστική πολιτική κινείται σε δύο παράλληλους άξονες, αφενός ψηφιακό μετασχηματισμό και διαχείριση κληρονομιάς, αφετέρου διεθνή δικτύωση και προβολή της σύγχρονης δημιουργίας , στους οποίους το KIDF32 εντάσσεται κυρίως στον δεύτερο.

Και οι δύο άξονες, ωστόσο, εγείρουν έναν κοινό, ευρύτερα αναγνωρισμένο στη βιβλιογραφία της πολιτισμικής διαχείρισης κίνδυνο: αυτόν της εμπορευματοποίησης του πολιτισμού. Στην περίπτωση του ψηφιακού άξονα, η μετατροπή της κληρονομιάς σε «γνωσιακή υποδομή» αξιοποιήσιμη για τουρισμό και εκπαίδευση, όσο θεμιτή κι αν είναι ως στόχος προσβασιμότητας, εγκυμονεί τον κίνδυνο η πολιτισμική αξία ενός μνημείου ή τεκμηρίου να αναχθεί προοδευτικά σε αξία επισκεψιμότητας ή ψηφιακού περιεχομένου. Στην περίπτωση της στρατηγικής εξωστρέφειας και διεθνούς δικτύωσης, ο αντίστοιχος κίνδυνος συνδέεται με τον υπερτουρισμό: η επιδίωξη διεθνούς προβολής και προσέλκυσης κοινού ,μέσω φεστιβάλ, δικτύων όπως το SYSTEMA, ή τοπικού branding όπως ήδη σημειώθηκε στην §4.5,  μπορεί να μετατοπίσει προοδευτικά το κριτήριο επιτυχίας από την ποιότητα και τη σημασία της καλλιτεχνικής πρότασης προς την ποσοτική προσέλκυση επισκεπτών και τη μεγιστοποίηση της «αξίας θεάματος» ενός τόπου.

Και οι δύο τάσεις λειτουργούν εν δυνάμει σε βάρος της θεωρίας και της ερμηνείας της πολιτισμικής αξίας υπό μια στενότερη, μη-εργαλειακή έννοια: αν η αξία ενός έργου ή ενός μνημείου κρίνεται πρωτίστως από τη δυνατότητά του να παράγει επισκεψιμότητα, ψηφιακό αποτύπωμα ή διεθνή αναγνωρισιμότητα, τότε η εγγενής, ερμηνευτική και συμβολική του αξία, αυτή δηλαδή που αναλύθηκε στην Ενότητα 2 του παρόντος κειμένου, υποχωρεί σε δεύτερο πλάνο έναντι της οικονομικής/επικοινωνιακής της λειτουργίας. Πρόκειται για κλασική ένταση της πολιτισμικής πολιτικής διεθνώς, ανάμεσα στην «εγγενή» (intrinsic) και την «εργαλειακή» (instrumental) αξία του πολιτισμού· το KIDF32, όπως και κάθε κρατικά στηριζόμενο φεστιβάλ που επιδιώκει ταυτόχρονα καλλιτεχνική αριστεία, τουριστική/οικονομική ανάπτυξη και διεθνή προβολή, καλείται εξ ορισμού να διαχειριστεί αυτή την ένταση, χωρίς να είναι εκ των προτέρων δεδομένο προς ποια κατεύθυνση θα γείρει η ισορροπία.

6. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Η επιλογή του «He Who Falls» για το άνοιγμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας συνιστά, από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης, μια στρατηγικά ορθολογική αλλά όχι απαλλαγμένη από εντάσεις επιλογή: εξασφαλίζει ποιοτική έναρξη και θεσμική αναγνωρισιμότητα, εντός ωστόσο λογικής διαχείρισης ρίσκου που περιορίζει τον χώρο για πρωτογενή καλλιτεχνική παραγωγή στη θέση αυτή, ενώ η επικοινωνιακή παρουσίαση του έργου αποσιωπά στοιχεία (χρονολογία, προηγούμενη περιοδεία) που θα ενίσχυαν τη διαφάνεια απέναντι στο κοινό. Στο σύνολό του πάντως, το πρόγραμμα του φεστιβάλ φαίνεται να διατηρεί ισορροπία ανάμεσα σε καθιερωμένο και νεοεμφανιζόμενο ρεπερτόριο, ενώ η ίδια η επιλογή αντανακλά και ζήτημα θεσμικής υποδομής και τοπικού πολιτιστικού κεφαλαίου.

Εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής, η επιλογή αυτή, και το ευρύτερο πρόγραμμα του KIDF32 στο σύνολό του, εναρμονίζεται με τρεις παράλληλους άξονες της τρέχουσας κρατικής στρατηγικής: (α) την πολυεπίπεδη συγχρηματοδότηση κεντρικής διοίκησης, δήμου και περιφέρειας ως βασικό μοντέλο στήριξης θεσμών πολιτισμού· (β) τη στρατηγική πολιτιστικής εξωστρέφειας, η οποία μέσω πρωτοβουλιών όπως το SYSTEMA αναβαθμίζει το Φεστιβάλ Καλαμάτας σε κόμβο διεθνών δικτύων παράλληλα με στόχους προβολής της ελληνικής δημιουργίας στο εξωτερικό· και (γ) την πολιτική αποκέντρωσης της πολιτιστικής προσφοράς, μέσω της επέκτασης του προγράμματος σε πλήθος πόλεων της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Η φιλοξενία ενός διεθνούς κύρους, ήδη καθιερωμένου έργου στο άνοιγμα του φεστιβάλ λειτουργεί συνεπώς ταυτόχρονα ως εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας και ως ένδειξη θεσμικής ενσωμάτωσης του φεστιβάλ σε ευρύτερη εθνική στρατηγική, χωρίς ωστόσο να αίρεται το ερώτημα ισορροπίας ανάμεσα στη διεθνή προβολή και στην ορατότητα της ελληνικής δημιουργίας στην πλέον προβεβλημένη θέση του προγράμματος. 

------------------ 

 - Σημείωση πηγών: Το κείμενο βασίζεται σε ελληνική και διεθνή αρθρογραφία (μεταξύ άλλων: The Guardian, British Theatre Guide, The Globe and Mail, OnStage Blog, The Circus Diaries, This Is Cabaret, Belfast International Arts Festival, Messinia Live, Ελευθερία, Θάρρος, elCulture), σε γαλλόφωνες κριτικές και δηλώσεις του δημιουργού (Artistikrezo, MaCulture, Institut Français de Turquie, Le104, TheatreOnline, dansercanalhistorique, Culturopoing, Peinture à l'huile), στο επίσημο υλικό του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας (kalamatadancefestival.gr), σε δημοσιεύματα σχετικά με το πρόγραμμα SYSTEMA – For the Greek Performing Arts (CultureNow.gr, Εθνικό Θέατρο, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου), καθώς και σε επίσημες ανακοινώσεις και στοιχεία του Υπουργείου Πολιτισμού για τα προγράμματα «Δημιουργική Ελλάδα - Επιχορηγήσεις Σύγχρονου Πολιτισμού» και τη στρατηγική ψηφιακού μετασχηματισμού (portal.culture.gov.gr, culture.gov.gr, δηλώσεις της Υπουργού Πολιτισμού).

 



 

 

 

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Book Review: The Biocultural City as a Utopia or the Future Reality? Models, Policies, and the City of Ixelles – by Professor Dr. Andrea Nanetti

 This book stands out as a landmark contribution to the reimagining of European urban futures. The authors, Eugenia Bitsani, Theodoros Tsekos, Isidora Thymi, and Georgia Marava, demonstrate a profound commitment to rethinking cities as living cultural ecologies. They move beyond technocratic and neoliberal paradigms, placing culture at the heart of sustainable urban development. Their work is both visionary and grounded, offering a robust theoretical framework and an in-depth empirical case study of the municipality of Ixelles, which is one of the 19 municipalities of the Brussels Capital Region in Belgium. The book’s originality lies in its interdisciplinary biocultural approach, which integrates ecological, social, and cultural dimensions into a unified model for urban sustainability. The authors argue that culture is the foundational axis for resilience, social justice, and collective meaning-making. This paradigm shift is operationalised through participatory governance, community engagement, and recognition of cities as dynamic ecosystems shaped by relationships, practices, and identities.

 The authors’ Mediterranean perspective enriches their analysis, highlighting the importance of coexistence, reciprocity, and everyday rituals in shaping urban life. This ethos is evident in their study of Ixelles, where diverse communities, vibrant public spaces, and cultural plurality are treated as assets for building a more inclusive and sustainable city.

 A major strength of the book is its comprehensive exploration of the evolution of utopian and dystopian thought in urban theory. The authors trace the lineage from Plato’s ideal city and Thomas More’s Utopia, through Enlightenment and socialist visions, to the dystopian critiques of the twentieth and twenty-first centuries. The authors skilfully weave in the spatial philosophies of Foucault (heterotopias) and Lefebvre (the production of space), showing how cities are both sites of aspiration and arenas of exclusion, control, and resistance.

 This theoretical depth is used to critically interrogate contemporary urban models, such as the Smart City, Green City, and Creative City. This study reveals the entanglement of the models with narratives of neoliberal governance and biopolitical regulation. The authors argue that true urban transformation requires moving beyond market-driven solutions to embrace participatory, culturally grounded, and ecologically just approaches.

 The case study of Ixelles is a highlight of the book, offering a rich, multidimensional analysis of how biocultural principles can be put into practice. The authors map the municipality’s strengths and challenges using a mixed-methods research design that includes digital content analysis, quantitative surveys, and qualitative interviews, as outlined below under strengths, gaps & risks, and opportunities.

 1.            Strengths:

-              Vibrant cultural life with over 100 venues and 200+ events monthly.

-              Strong environmental initiatives (green spaces, climate action, sustainable mobility).

-              Multiculturalism and visible migrant communities, especially in neighbourhoods like Matongé.

-              Participatory governance and digital infrastructure supporting communication and engagement.

2.            Gaps and Risks:

-              Spatial inequalities in safety, infrastructure, and access to green spaces.

-              Limited substantive participation for marginalised groups, with institutional inclusion often remaining symbolic.

-              Risks of green gentrification and exclusion if ecological improvements are not paired with social justice.

3.            Opportunities:

-              Deepening integration of cultural, ecological, and social policies.

-              Expanding participatory mechanisms and intercultural education.

-              Using culture as a vehicle for empowerment, resilience, and urban regeneration.

 

The authors’ analysis of Ixelles is both critical and constructive, offering actionable recommendations such as establishing neighbourhood cultural hubs, participatory workshops, and annual environmental–cultural festivals. Their triangulated methodology ensures that policy proposals are grounded in empirical evidence and lived experience.

 While the book excels in its commitment to rethinking urban futures and offers a rich analysis of biocultural approaches, it would benefit from a more explicit working definition of what constitutes a "European City." Beyond the administrative or geographic fact of being within the European Union, the book does not fully address the deeper relationships, meanings, practices, and identities that characterise European cities, even though these elements form the theoretical foundation of the paradigm shift the authors advocate in this book.


 

 A clearer articulation of elements such as shared histories, governance models, cultural practices, and urban forms would help distinguish what makes European cities unique or similar to those elsewhere. This exercise could also provide a valuable framework for comparing best practices and learning from urban experiences elsewhere, thereby enriching the book’s comparative and practical relevance. Incorporating this perspective would strengthen the book’s analytical foundation and broaden its appeal to readers interested in global urbanism.

 In conclusion, The Biocultural City as a Utopia or the Future Reality? is a model of interdisciplinary scholarship and engaged urban research. It offers a compelling vision of cities as living, adaptive ecologies, in which culture, nature, and governance are inseparable. The book’s commitment to participatory, inclusive, and culturally vibrant urbanism is both timely and necessary, providing a roadmap for policymakers, scholars, and citizens seeking to build more just and resilient cities.

 The focus on Ixelles shows how biocultural principles can be put into practice, while the in-depth study of utopian and dystopian theories situates this work within a rich intellectual tradition. This book is essential reading for anyone interested in the future of European cities and the possibilities of urban transformation within the European Union.

 * Dr Andrea Nanetti is a Distinguished Full Professor in Digital Humanities at Guangzhou Academy of Fine Arts, China, an Academician of the Ambrosiana Academy (AA) in Milan and a Full Fellow of the Istituto Veneto di Scienze, Lettere ed Arti -IVLA Academy, in Venice. 

 The link to the book’s page at Springer’s portal is  HERE

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙ-ΚΡΑΤΙΣΜΟΥ του Θεόδωρου Τσέκου,

 * Ο Θεόδωρος Ν. Τσέκος είναι Ομότιμος Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου  

 Η ιδεολογική αμφισβήτηση του Κράτους προέρχεται τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά. Σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής ο σύγχρονος αντι-κρατισμός ξεκίνησε,  σχηματικά,   στα τέλη του ‘70 με τον Ρόναλντ Ρέηγκαν στις ΗΠΑ και την Μάργκαρετ Θάτσερ στην Βρετανία.

Η αυτορρύθμιση της αγορά με την εξάλειψη  των περιοριστικών ρυθμίσεων και η ανακούφιση των πολιτών από τα φορολογικά βάρη αποτέλεσαν την νομιμοποιητική βάση του πολιτικού αυτού αφηγήματος. Και οι δύο αυτοί ισχυρισμοί διαψεύσθηκαν.

Οι «αστοχίες» της αγοράς, τις οποίες ακόμη και οι οικονομικά φιλελεύθεροι δέχονται ως αιτιολογία δημόσιας παρέμβασης, είναι πολύ πιο εκτεταμένες από όσο η - φιλελεύθερη- οικονομική θεωρία εκτιμά.

- Οι ολιγοπωλιακές δυναμικές και οι εναρμονισμένες πρακτικές, χωρίς ρύθμιση και έλεγχο  περιορίζουν τον ανταγωνισμό επιβαρύνοντας τον καταναλωτή και μειώνοντας το συλλογικό όφελος.

- Το μερίδιο του παραγόμενου πλούτου που κατευθύνεται στα μεσαία και τα κατώτερα εισοδήματα μειώνεται διαρκώς ενώ , όπως έδειξε ο Τομά Πικεττύ, οι πρόσοδοι των εισοδηματιών αυξάνονται ταχύτερα από την συνολική ανάπτυξη.
 
- Η προστασία των καταναλωτών αλλά και των εργαζομένων , ιδίως αυτών με τα χαμηλότερα προσόντα, η προστασία του περιβάλλοντος, η βιωσιμότητα των πόλεων , χωρίς ρυθμίσεις , ελέγχους και κυρώσεις από την δημόσια εξουσία υποβαθμίζονται διαρκώς.

- Τα Trickle down economics δεν εγγυώνται την καθοδική διάχυση του παραγόμενου πλούτου και δεν φέρνουν την ανάπτυξη για όλους ενώ η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης  αφορά κυρίως τα υψηλά εισοδήματα και όχι τα μεσαία στρώματα.

Οι ιστορικές αυτές τάσεις οξύνθηκαν τα τελευταία χρόνια από την ανεξέλεγκτη δυναμική των αγορών: 
- αρρύθμιστη οικονομική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση με σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις : πανίσχυρες πλατφόρμες, αποβιομηχάνιση, πολιτισμική ανασφάλεια, υπέρμετρες μεταναστευτικές ροές καταστρεπτικές για τις χώρες προέλευσης και δυσχερώς διαχειρίσιμες  για τις χώρες υποδοχής ,
- κλιματική κρίση,
- πανδημίες,
- τεχνολογικές αλλαγές που αποδιαρθρώνουν την αγορά εργασίας: εξαφάνιση ειδικοτήτων και επαγγελμάτων, ενίσχυση της εργασιακής επισφάλειας, πρεκαριάτο.

Δεν χρειάζεται εκτενής επιχειρηματολογία για το ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον πολυκρίσεων και γενικευμένης αβεβαιότητας η  αναπαραγωγή των κοινωνιών και η προστασία των αδύναμων  στρωμάτων δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς κεντρικό ρόλο της δημόσιας εξουσίας.

Η διακυβέρνηση γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη και εξειδικευμένη. Άρα η απίσχναση του κράτους που προέβλεπαν οι ελευθεριακοί αλλα και ο - νεαρός κυρίως- Μαρξ δεν ανταποκρίνονται στην σημερινή πραγματικότητα.
Δεν είναι ρεαλιστική η αναμονή μιάς πλήρους αυτό-κυβέρνησης μέσα από συμμετοχικά όργανα βάσης.

Η πρακτική διακυβέρνηση σε επίπεδο τεχνικού σχεδιασμού και εφαρμογής θα παραμείνει υπόθεση των ειδικών του κάθε πεδίου πολιτικής.

 Ο έλεγχός τους μπορεί να γίνει με ενίσχυση της διαφάνειας , με απλουστευμένη ανάδειξη των πολιτικών διακυβευμάτων και με διαβούλευση αλλά και - υπό προϋποθέσεις-- συναπόφαση επ’ αυτών π.χ. μέσω ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων.

Το κράτος για  να προλάβει και να προστατεύσει   δεν χρειάζεται να είναι «μεγάλο» , όπως ισχυρίζονται οι πολιτικοί απολογητές όσων δεν χρειάζονται προστασία .

Χρειάζεται να είναι αποτελεσματικό και αποδοτικό, δηλαδή «ικανό», για να στηρίξει όσους στερούνται των αναγκαίων μέσων , επειδή η αγορά δεν τους τα προσφέρει.

Κράτος «ικανό» λοιπόν και σε μέγεθος κατάλληλο για τον εκάστοτε ρόλο του με βασικά εργαλεία την ρύθμιση και την αναδιανομή.

Διορθώνοντας τις ιστορικές τους ατέλειες
-με ένα σύστημα ορθολογικής οργάνωσης και λειτουργίας ,
-με ένα σφαιρικό -και συμμετοχικό- κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό  και
-με ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα,
τo κράτος -αλλά και οι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί διακρατικού συντονισμού - πρέπει να επανέλθουν στο επίκεντρο των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων.
 
 Δημοσιευμένο στο Ντοκουμέντο 31/8/25 : 

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ -ΚΑΙ ΤΗΝ (ΥΠΟ) ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ- ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ. Συμπεράσματα δημόσιας πολιτικής από μια τετράχρονη εμπειρία. Θεόδωρος Ν. Τσέκος

Αφορμή για το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ο αναστοχασμός της τετραετούς  θητείας μου ως Διευθυντή του Ινστιτούτου Πολιτικών Ερευνών και ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών - ΕΚΚΕ, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα.

Στα τέσσερα χρόνια που υπηρέτησα τον θεσμό (τα τέσσερα τελευταία χρόνια, άλλωστε, της επαγγελματικής μου πορείας), είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με ερευνήτριες, ερευνητές, ειδικούς επιστήμονες και επιστημόνισσες ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου, που με την ακαδημαϊκή εργασία και τις πρωτοβουλίες τους κρατούν το ΕΚΚΕ στην πρώτη γραμμή της κοινωνικής έρευνας στην χώρα μας αλλά και του διασφαλίζουν αξιοπρόσεκτη παρουσία σε ένα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον. Στην κοινή μας προσπάθεια για την οργανωτική συγκρότηση και λειτουργία του Ινστιτούτου συνεργάστηκα επίσης στενά με τα διοικητικά στελέχη του Κέντρου, ολιγάριθμα μεν πολύ αποτελεσματικά δε, και μάλιστα σε ένα περιβάλλον διαρκώς αυξανόμενης διαχειριστικής πολυπλοκότητας.

Βίωσα όμως τα χρόνια αυτά και μιά πραγματικότητα λιγότερο θετική: τις δυσχέρειες που προκαλεί και τα εμπόδια που ορθώνει, όχι μόνο σε διαχειριστικό αλλά κυρίως σε στρατηγικό επίπεδο, η υποχρηματοδότηση της έρευνας στα πεδία των κοινωνικών επιστημών. Φαινόμενο , δυστυχώς, γενικευμένο και διεθνές.

Ο πάγιος ετήσιος προϋπολογισμός του Κέντρου είναι σε θέση να καλύψει μέρος μόνο των αναγκαίων δαπανών για την παραγωγική λειτουργία του. Παραμένει άλλωστε χωρίς αύξηση τα τελευταία έξι χρόνια ενώ και οι ανάγκες και οι δαπάνες αυξάνονται σταθερά - χωρίς να υπολογίσουμε τις επιπτώσεις του πληθωρισμού.

Οι συνολικές δαπάνες του ΕΚΚΕ ισολογίζονται χάρη στα ίδια έσοδά του από συμμετοχές σε ανταγωνιστικά προγράμματα και παροχή υπηρεσιών στην ερευνητική αγορά, προς φορείς του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού τομέα.



ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ: ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΖΗΤΗΣΗ Ή ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ;

Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να αντιτείνει πως κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητα αρνητικό. Ότι η διασφάλιση πόρων μέσα από διαδικασίες που απαιτούν από τον οργανισμό να αποδεικνύει εμπράκτως την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά του στο έργο που εκάστοτε επιτελεί, είναι ο πλέον ορθολογικός τρόπος χρηματοδότησης.

Δεν θα διαφωνήσω, με δύο όμως -σημαντικές- επισημάνσεις:

Πρώτον, η εξάρτηση από εξωτερικές χρηματοδοτήσεις προσανατολίζει την έρευνα προς τα πεδία εκείνα που οι φορείς χρηματοδότησης αξιολογούν ως σημαντικά. Κάτι τέτοιο αποστερεί τους ερευνητικούς φορείς από την δυνατότητα να θέτουν τις δικές τους προτεραιότητες, ως κατά τεκμήριο φορείς αυξημένης τεχνογνωσίας.

Όμως ειδικά η βασική, η πρωτογενής, έρευνα είναι κατεξοχήν πεδίο που επιδέχεται ανάπτυξης με βάση την προσφορά και όχι την ζήτηση. Είναι οι ίδιοι οι ερευνητικοί φορείς που έχουν τις γνωσιακές προϋποθέσεις να θέτουν νέα ζητήματα προς διερεύνηση και να αναπροσανατολίζουν την ερευνητική δραστηριότητα προς νέα πεδία. Μη διαθέτοντας αυτοτελείς πόρους, τους οποίους να μπορούν να επενδύουν ερευνητικά με βάση την δική τους επιστημονική προτεραιοποίηση, δεσμεύονται στην ερευνητική πεπατημένη μετέχοντας μεν στο παρόν της έρευνας, χωρίς όμως να προετοιμάζουν επαρκώς το μέλλον της.

Δεύτερον, και ειδικότερο, η ζήτηση για ερευνητικά αποτελέσματα στις κοινωνικές (και τις ανθρωπιστικές) επιστήμες είναι γενικά περιορισμένη. Η έμφαση δίδεται όλο και περισσότερο στις θετικές και πρακτικά εφαρμοσμένες επιστήμες (STEM - Science, Technology, Engineering, Mathematics, Ιατρική , Βιολογία κλπ).

Αναμενόμενο βέβαια αφού είναι τα υλικής φύσεως προβλήματα (και ευκαιρίες) που απασχολούν κυρίως τους ανθρώπους: πανδημίες, κλιματική αλλαγή, νέες τεχνολογίες.



Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ "ΠΟΛΥΚΡΙΣΕΩΝ"

Ωστόσο γίνεται σταδιακά όλο και περισσότερο κατανοητό πως η ανθρώπινη συμπεριφορά, συλλογική και ατομική, επηρεάζει καθοριστικά την εξέλιξη και τους τρόπους αντιμετώπισης των "υλικών" προβλημάτων - και αξιοποίησης των ευκαιριών.

Και τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και οι υγειονομικές κρίσεις και η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών ή οι διακινδυνεύσεις που αυτές προκαλούν, λαμβάνουν χώρα, επιδεινώνονται, παράγουν ζημίες που αντιμετωπίζονται ή δεν αντιμετωπίζονται και προσφέρουν ευκαιρίες που αξιοποιούνται ή δεν αξιοποιούνται (με κατάλληλες ή ανεπαρκείς δημόσιες πολιτικές, αντίστοιχα) μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Συνιστούν δηλαδή εν τέλει (και) κοινωνικά προβλήματα.

Παράλληλα, μιά σειρά προβλήματα μείζονος σημασίας έχουν αποκλειστικά κοινωνικό χαρακτήρα: παραβατικότητα, εξαρτήσεις, έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία, φτώχεια και δυσχέρειες κοινωνικής ένταξης, ψηφιακό έγκλημα κλπ κλπ. Η αντιμετώπισή τους προϋποθέτει πλήρη και ουσιαστική κατανόηση των κοινωνικών μηχανισμών, των δυναμικών και των τάσεων της εποχής.

Σε πολλές δε περιπτώσεις φυσικά, τεχνολογικά και κοινωνικά προβλήματα αλληλοδιαπλεκονται και επηρεάζονται αμοιβαία, παράγωντας "πολυκρίσεις" (polycrises) σύμφωνα με τον όρο που εισήγαγε ο Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Edgar Morin . Η υγειονομική κρίση, η ενδοοικογενειακή βία αλλά και η κλιματική αλλαγή και η φτώχεια αποτελούν τέτοια παραδείγματα.

Τέλος, η μελέτη μιάς σειράς διαστάσεων της κοινωνικής πραγματικότητας όπως η ιστορική της εξέλιξη, η σκέψη, η λογοτεχνία και οι τέχνες συνιστά αυταξία συμβάλλοντας στην συλλογική και ατομική αυτοσυνείδηση και τροφοδοτώντας συλλογικές νοοτροπίες -κουλτούρα- που (μπορεί να) υπαγορεύουν κοινωνικά υπεύθυνες συμπεριφορές.


Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ : ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

Η κοινωνική έρευνα, συνεπώς, όπως και η έρευνα στις ανθρωπιστικές επιστήμες δεν αποτελούν πολυτέλεια οι δε πόροι που επενδύονται σε αυτές έχουν πλήρως παραγωγικό χαρακτήρα. Ειδικά μάλιστα όταν τα ερευνητικά αποτελέσματα τροφοδοτούν προτάσεις δημόσιας πολιτικής και μάλιστα σε πεδία όπου οι σύγχρονες κοινωνίες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν προβλήματα ιδιαιτέρως δυσχερή και δυσεπίλυτα (wicked).

Η σύνδεση της κοινωνικής έρευνας με την δημόσια πολιτική δεν είναι βεβαίως κάτι που επιτυγχάνεται αυτόματα. Απαιτείται σχεδιασμός και ανάπτυξη των κατάλληλων διαύλων σύνδεσης των παραγωγών με τους χρήστες κοινωνικών δεδομένων, δηλαδή των ερευνητικών κέντρων και των πανεπιστημίων με τα υπουργεία, τα νομικά πρόσωπα και τους οργανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Χρειάζεται επίσης μιά κοινή "γλώσσα" - ή αλλοιώς ένας μηχανισμός "μετάφρασης"- που να επιτρέπει στους δύο χώρους, αυτού της έρευνας και εκείνου της δημόσιας πολιτικής, να επικοινωνούν, να συνεννοούνται και να αλληλο-κατανοούνται. Η διαμόρφωση ενός τέτοιου "οικοσυστήματος" συνύπαρξης και συνεργασίας προϋποθέτει συστηματικές προσπάθειες για ανάπτυξη μεθοδολογίας, διαδικασιών και δικτύωσης.


ΔΥΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Ενδεικτικά θα αναφερθώ εδώ σε δύο έργα αυτής της κατεύθυνσης στα οποία συμβάλλει το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Το πρώτο εξ αυτών είναι το διευρωπαϊκό έργο "Τεχνική Υποστήριξη για την Οικοδόμηση Ικανοτήτων Άσκησης Πολιτικής Βάσει Τεκμηρίωσης" διάρκειας δύο ετών στο οποίο συντονιστής είναι η Ελλάδα και συμμετέχουν το Βέλγιο, η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Ολλανδία με ένα ευρύ φάσμα οργανισμών από το συντονιστικό κέντρο της κυβέρνησης μέχρι τους φορείς έρευνας και τον ακαδημαϊκό κόσμο.

Τα παραδοτέα του έργου περιλαμβάνουν

(α) αναλύσεις της υφιστάμενης κατάστασης συνεργασίας ερευνητικών κέντρων και υπηρεσιών ανά χώρα

(β) σχεδιασμός διαδικασιών και εξειδικευμένες συστάσεις μεταρρυθμίσεων

(γ) εργαστήρια ανάπτυξης ικανοτήτων αμοιβαίας συνεργασίας για στελέχη υπηρεσιών υπεύθυνα για την χάραξη πολιτικής και για ερευνητές

(δ) ανάπτυξη λειτουργιών ενδιάμεσης διαχείρισης γνώσης (knowledge brokers).

Το δεύτερο έργο αυτής της κατεύθυνσης έχει τίτλο "Ανθεκτικότητα, Συμπερίληψη και Ανάπτυξη: Προς μια Δίκαιη Πράσινη και Ψηφιακή Μετάβαση των Ελληνικών Περιφερειών" (JustReDI), leader το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και εκτελείται σε συνεργασία με τρία ερευνητικά κέντρα (το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών και το Ερευνητικό Κέντρο Αθηνά) και δύο πανεπιστήμια: το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και το Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας.
Το έργο, με διετή επίσης διάρκεια, χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα "Ελλάδα 2.0 Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας" και τα παραδοτέα του περιλαμβάνουν

(α) την ανάλυση των διαδρομών ψηφιακού και πράσινου μετασχηματισμού στις ελληνικές περιφέρειες,

(β) την καταγραφή αξιών, στάσεων και συμπεριφορών του γενικού κοινού αλλά και επιμέρους κοινωνικών ομάδων,

(γ) την ανάπτυξη μεθοδολογίας διαμόρφωσης προτάσεων δημόσιας πολιτικής και την αξιοποίησή της για παροχή μεθόδων και εργαλείων σχεδιασμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης πολιτικών έτσι ώστε η ψηφιακή και πράσινη μετάβαση να συντελεστούν με όρους δικαιοσύνης, ανθεκτικότητας, βιώσιμης ανάπτυξης και κοινωνικής συμπερίληψης.

Τα δύο αυτά παραδείγματα εικονογραφούν την σπουδαιότητα που έχει το να γίνει αντιληπτή η κοινωνική (υπό την ευρεία έννοια) διάσταση ως κρίσιμη συνιστώσα της άσκησης των κάθε είδους δημοσίων πολιτικών. Όχι αποκλειστικά των κοινωνικών, αλλά και εκείνων που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να έχουν έναν φυσικό ή τεχνικό χαρακτήρα: πολιτικές για το περιβάλλον, την τεχνολογία, την υγεία, την ανάπτυξη.


OI ΔΥΟ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

Συμπερασματικά θα επισημάνω ότι η ενίσχυση της χρηματοδότησης της κοινωνικής (εν προκειμένω και πολιτικής) έρευνας σε εθνικό αλλά και σε ενωσιακό επίπεδο, θα μπορούσε να περάσει από δύο κυρίως διαύλους:

Πρώτον από πόρους που θα επενδυθούν στην βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας των ασκούμενων δημοσίων πολιτικών. Μιά τέτοια επένδυση έχει ως προϋπόθεση την οριζόντια ενσωμάτωση (mainstreaming) των κοινωνικών διαστάσεων σε όλες τις επιμέρους τομεακές πολιτικές. Μια τέτοια ενσωμάτωση θα πρέπει να έχει μεθοδολογικά, επιστημολογικά, αξιακά εν τέλει χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά που για πολλούς τομείς πολιτικής και τις αντίστοιχες επιστημονικές πειθαρχίες θα αγγίζουν την "αλλαγή επιστημονικού παραδείγματος", κατά την έννοια που εισήγαγε ο Κουν με το βιβλίο του "Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων".

Ενδεικτική είναι η περίπτωση των αλλαγών που επιφέρουν τα Συμπεριφορικά Οικονομικά στον τρόπο με τον οποίο η Οικονομική Επιστήμη προσλαμβάνει, αναλύει και ταξινομεί τους τρόπους διαμόρφωσης των προτιμήσεων, των επιλογών και των αποφάσεων των οικονομικών υποκειμένων. Αλλά και των επιπτώσεων που μιά τέτοια αλλαγή προοπτικής επιφέρει στην ανάλυση και τις προτάσεις πολιτικής που η αρμόδια επιστημονική κοινότητα καταρτίζει και απευθύνει στους αρμόδιους policy makers. Αλλαγές που συνδέονται συνολικά με μια πρωτόγνωρη ανάδυση της κοινωνικής διάστασης στην οικονομική σκέψη, σε σύγκριση με τα κλασσικά οικονομικά.

Δεύτερον η χρηματοδοτική ενίσχυση θα πρέπει να συμπεριλάβει κοινωνικούς πόρους που θα κατευθυνθούν αυτοτελώς στην αναβάθμιση της βασικής, πρωτογενούς, κοινωνικής έρευνας. Εδώ δεν πρόκειται για μιά επένδυση στην εφαρμοσμένη πολιτική αλλά για μιά επένδυση στο μέλλον. Θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία και η δυνατότητα στους κοινωνικούς επιστήμονες και στους φορείς τους να πειραματιστούν, να ρισκάρουν, να βγουν από την πεπατημένη, να εξοικειωθούν με νέα πεδία, να αναπτύξουν καινούργιες ερμηνείες, να κατασκευάσουν πρωτότυπα εργαλεία , ακόμη και να διαψευστούν και να αποτύχουν.

Η νέα γνώση παράγεται μέσα από την δοκιμή, την διάψευση και την επιβεβαίωση. Θα χρειαστεί λοιπόν να υπάρξουν πολλές δοκιμές και αρκετές διαψεύσεις για να προκύψουν τελικά οι αναγκαίες επιβεβαιώσεις.

Ζώντας σε ασταθείς, ευμετάβλητες και αβέβαιες εποχές είναι σίγουρο ότι για να οικοδομήσουμε τις νέες κανονικότητες θα χρειαστούμε καινούργια γνώση σε μεγάλη έκταση. Και για τούτο θα απαιτηθούν επαρκείς δημόσιοι πόροι που θα την προετοιμάσουν.

Ο Θεόδωρος Ν. Τσέκος είναι Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και τέως Διευθυντής του Ινστιτούτου Πολιτικών Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.



Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

Απόστολου Παπατόλια, «Τεχνοκρατία και Δημοκρατία στη Σύγχρονη Διακυβέρνηση». Εκδόσεις Παπαζήση, σειρά: "Δημόσια Πολιτική και Θεσμοί", Διεύθυνση Α. Πασσάς - Θ. Τσέκος, 2023. Βιβλιοκρισία της Αθανασίας Τριανταφυλλοπούλου Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαζήση στη σειρά Δημόσια Πολιτική και Θεσμοί (υπό την διεύθυνση των Καθηγητών Α.Γ. Πασσά και Θ.Ν. Τσέκου) το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Paris X - Nanterre, πρώην Συμβούλου του ΑΣΕΠ και τ. Νομάρχη Μαγνησίας, με τίτλο  «Τεχνοκρατία και Δημοκρατία στη Σύγχρονη Διακυβέρνηση».

Το βιβλίο προλογίζει ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και διακεκριμένος ερευνητής Καθηγητής Οργανωσιακής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Στο βιβλίο ο Απόστολος Παπατόλιας, χαρακτηρίζοντας την οργάνωση των δημόσιων διοικητικών δομών από της συγκρότησης του κράτους ως πολιτικό ζήτημα και όχι μόνο οργανωτικό-διοικητικό, μελετά τη διάρθρωση των διοικητικών μονάδων και αναλύει, κριτικά, το σκοπό, την στελέχωση και τον βαθμό συμβολής τους στην οργάνωση του κράτους και στη διοίκηση των κυβερνητικών και αποκεντρωμένων θεσμών, εστιάζοντας στα μέσα που αξιοποιούνται για την εκπλήρωση των στόχων τους, κατά τις συνταγματικές επιταγές και τις επιλογές του κοινού νομοθέτη.

Στο βιβλίο, το περιεχόμενο του οποίου διακρίνεται σε τέσσερα μέρη (α. Οι οργανωτικές βάσεις της διακυβέρνησης, β. Οι αξιακές βάσεις της διοίκησης: αξιοκρατία και αποπολιτικοποίηση, γ. Νέες όψεις της επιτελικής διακυβέρνησης, δ. Σύγχρονη διακυβέρνηση μεταξύ ιδεολογίας και επιστήμης), ο Απόστολος Παπατόλιας με παραπομπές στην επιστημονική θεωρητική προσέγγιση και αναφορές στην εφαρμογή των κανόνων διοίκησης και λειτουργίας των οργάνων διοίκησης, διατυπώνει τους όρους και τις προϋποθέσεις για μια προοδευτική διακυβέρνηση, που λαμβάνει υπόψη της τη σχέση κεντρικών και αποκεντρωμένων επιπέδων διοίκησης, αλλά και τη συμμετοχή της κοινωνίας.

 Η οργάνωση του κράτους μετεπαναστατικά, όπως και ο Απόστολος Παπατόλιας αναφέρει στο βιβλίο του, είναι  εξελικτική. Παρακολουθεί τις συνθήκες κάθε εποχής, αντιλαμβάνεται τις ανάγκες της κοινωνίας και τις δημόσιες πολιτικές που πρέπει να ασκηθούν και να καλύψουν τις ανάγκες αυτές και συστήνει τις αναγκαίες δομές και Υπηρεσίες.

Από της συστάσεώς του το νέο ελληνικό κράτος οργανώνεται κατά Υπουργεία, ώστε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, έναντι των πολιτών αφενός, στο διεθνές περιβάλλον αφετέρου. Οι συνεχείς νομοθετικές μεταβολές για τη συγκρότηση των Υπουργείων από της συστάσεως του νέου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, αναδεικνύουν τη βούληση προσαρμογής στις διαμορφωθείσες κάθε φορά συνθήκες με στόχο, μεταξύ των άλλων, την αντιμετώπιση των ζητημάτων που προκύπτουν εξ αιτίας των συνθηκών αυτών και την αποτελεσματικότητα στη διοίκηση των δημοσίων υποθέσεων.

Παράλληλα, και λαμβάνοντας υπόψη, ότι από το Σύνταγμα η τοπική αυτοδιοίκηση αναγνωρίζεται ως αρχή δημόσιας εξουσίας που θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία και συντρέχει υπέρ αυτής το τεκμήριο αρμοδιότητας για την άσκηση και διαχείριση δημοσίων υποθέσεων  σε τοπικό επίπεδο, συγκροτούνται οι δομές των βαθμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και καθορίζονται, ενδεικτικά και πέραν, πολλές φορές, της συνταγματικής διάταξης, οι υποθέσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης με εμφανή, ωστόσο, την αναποφασιστικότητα του κοινού νομοθέτη, ως προς τις σχέσεις κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης και ειδικότερα, ως προς το βαθμό του εύρους των αρμοδιοτήτων, της διοικητικής αυτοτέλειας και της οικονομικής και δημοσιονομικής αυτοδυναμίας και, κυρίως, της ανάδειξης των τοπικών Αρχών.

Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η συμμετοχή στα νομοπαρασκευαστικά και εκτελεστικά όργανα της Ένωσης, η χρηματοδότηση προγραμμάτων από τα ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έργα και υπηρεσίες που εκτελούνται στη χώρα και η υπαγωγή στα όργανα εποπτείας αυτής,  συνετέλεσαν στην προσαρμογή της οργάνωσης των Υπηρεσιών της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, με στόχο την ευχερέστερη εφαρμογή των διαδικασιών και αποτελεσματική εκτέλεση των προγραμμάτων και πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ανάδειξη της κυβέρνησης προκύπτει από ένα εκλογικό σύστημα, όπως κάθε φορά ορίζεται από τον κοινό νομοθέτη. Στην Ελλάδα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων(1994, 2018) προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη ένα σύστημα ανάδειξης του βουλευτικού σώματος και επομένως της εκτελεστικής εξουσίας από το οποίο προκύπτουν αυτοδύναμες, μονοκομματικές κυβερνήσεις. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις αποτελούν τον στόχο των υποψηφίων κομμάτων για την διακυβέρνηση της χώρας, διότι έχουν την ευχέρεια να εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους, υποκείμενα μόνο στον κοινοβουλευτικό ή δικαστικό έλεγχο, όπου αυτό επιτρέπει ο κοινός νομοθέτης. Ωστόσο, η απόλυτος πλειοψηφία κατά τις ψηφοφορίες, καθιστά, συνήθως, αναποτελεσματικό τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ο δικαστικός δε έλεγχος, αφενός στρέφεται κατά των προσώπων, αφετέρου, στην Ελλάδα τουλάχιστον, αποτελεί μια επίπονη διαδικασία, η οποία είναι χρονοβόρα και, συνήθως, δεν ανακόπτει το κυβερνητικό πρόγραμμα, αλλά τα αποτελέσματα λειτουργούν κατασταλτικά.

Το Σύνταγμα, ακολουθώντας και το παράδειγμα ευρωπαϊκών χωρών, προβλέπει τη συγκρότηση και λειτουργία Ανεξάρτητων Αρχών, παρέχει δε το δικαίωμα στο κοινό νομοθέτη να ρυθμίσει τα ζητήματα λειτουργίας τους. Οι ανεξάρτητες Αρχές, με εγγύηση την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών της, κατά το νόμο, αποσκοπούν στη διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων και υπηρεσιών των πολιτών, μεταξύ διοίκησης και πολίτη, εφόσον διαπιστωθεί κακοδιοίκηση ή επέμβαση στην ατομική ελευθερία ή δραστηριότητα.

Η επιτυχία των θεσμών που το κράτος προβλέπει είναι άρρηκτα συνδεδεμένη αφενός με τους κανόνες που η πολιτεία θεσπίζει για την εκπλήρωση του σκοπού τους, αφετέρου με τους υπηρετούντες τους θεσμούς και την προσήλωσή τους στους κανόνες, αλλά και στο ρόλο και τον χαρακτήρα του θεσμού στο διοικητικό σύστημα και στην οργάνωση του κράτους.

Ο σχεδιασμός και προγραμματισμός από το πολιτικό προσωπικό σε συνεργασία με το υπηρεσιακό προσωπικό, το οποίο, όπως έχει γίνει δεκτό, εξασφαλίζει τη συνέχεια κάθε δημόσιου οργανισμού, συντελεί στην ανταπόκριση του σκοπού κάθε διοικητικής μονάδας, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του επικεφαλής κάθε διοικητικής μονάδας. Ο προγραμματισμός της κάθε διοικητικής μονάδας, περαιτέρω, εξαρτάται από τις κυβερνητικές πολιτικές, κατά τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης από τις προγραμματικές δηλώσεις κατά την έναρξη της κυβερνητικής περιόδου.

Τα ανωτέρω ζητήματα αποτελούν αντικείμενο μελέτης στο βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια, ο οποίος  καταλήγει σε κριτήρια, με επιστημονική τεκμηρίωση, για τη συγκρότηση και αποτελεσματικότητα των θεσμών, όπως ενδεικτικά, παρατίθενται στη συνέχεια.

Ο συντονισμός του κυβερνητικού έργου ανήκει, κατά το σύνταγμα, στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης. Κατά τον συγγραφέα «οι ανάγκες της σύγχρονης διακυβέρνησης καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός ασκεί τον συντονιστικό-καθοδηγητικό ρόλο που του εμπιστεύεται ο συνταγματικός χάρτης για την λειτουργία του, εν γένει, πολιτικο-διοικητικού συστήματος».

«Η πρωθυπουργοκεντρική παρέκκλιση που παράγει εξ ορισμού αυταρχισμό και αδιαφάνεια, δεν αποτελεί πρωτογενές συνταγματικό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με τον υπερσυγκεντρωτικό τρόπο διαχείρισης των εξουσιών του πρωθυπουργού μέσα από ανέλεγκτα κυκλώματα που αναφέρονται αποκλειστικά στον ίδιο». 

«Από τις δομικές παθογένειες του πολιτικο-διοικητικού μας συστήματος, πρώτη στη σχετική λίστα είναι η προσωποποιημένη άσκηση της πρωθυπουργικής εξουσίας, όταν ένα συγκεντρωτικό πλαίσιο λειτουργίας, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη οργανωτική ιδεολογία του Κέντρου Διακυβέρνησης, καθιστούν τον πρωθυπουργό ένα παντελώς ανεξέλεγκτο κέντρο εξουσίας, που εξοπλίζεται με ένα πανίσχυρο μεικτό(κομματικό και κυβερνητικό) μηχανισμό άσκησης επιρροής. Αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης μοιραία απολήγει σε μια επιζήμια αίσθηση παντοδυναμίας, απουσίας ορίων και άρνησης θεσμικής αυτοσυγκράτησης».

Στο νέο του βιβλίο «Τεχνοκρατία και Δημοκρατία στη σύγχρονη Διακυβέρνηση», εμβαθύνει στη μελέτη των θεσμών του κράτους, με παραπομπές σε επιστημονικές μελέτες για τη διακυβέρνηση στη σύγχρονη δημοκρατία.

Στο βιβλίο του ο Απόστολος Παπατόλιας παραθέτει βασικές θεωρίες για τις αξιακές βάσεις της δημόσιας διοίκησης και εστιάζει στην αξιοκρατία και αποπολιτικοποίηση ως θεμελιώδεις αρχές και την αναγκαιότητα να υποστηριχθούν στο δημόσιο βίο και τη σφαίρα της κοινωνικής συνεργασίας, προκειμένου να εφαρμοστούν δίκαιες δημόσιες πολιτικές για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.   Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, ο συγγραφέας αναφέρεται στη δικαιοσύνη στις πολιτικές εκπαίδευσης και της ισότητας των ευκαιριών και της στελέχωσης των δημοσίων Υπηρεσιών για να καταλήξει στην «εκδοχή της «αξιοκρατίας» που έχει αποβάλει τον ηγεμονισμό της φιλελεύθερης αγοραίας προσέγγισης και μπορεί να γίνει ηθικοπολιτικά αποδεκτή από όλα τα μέλη μιας κοινωνίας , ώστε να εμπνέει, ως κανονιστικός ορίζοντας τις πρακτικές του νομοθέτη, της διοίκησης και των δικαστηρίων κάθε φορά που τίθεται ζήτημα δίκαιης επιλογής σχετικά με την κατανομή των δημόσιων πόρων ή των δημόσιων θέσεων σε μια εύτακτη κοινωνία».

«Το αίτημα της αποπολιτικοποίησης της δημόσιας διοίκησης εμφανίζεται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ως πρωταρχικό ζητούμενο του διοικητικού εξορθολογισμού. Ως αποπολιτικοποίηση νοείται η αποτίναξη όλων εκείνων των δυσμενών πολιτικών επιρροών που επιβαρύνουν την ορθολογική λειτουργία της διοίκησης και παρεμποδίζουν την παραγωγή των αναμενόμενων κοινωνικών αποτελεσμάτων». « Η ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας της κρατικής μηχανής φέρνει στο προσκήνιο και τις Ανεξάρτητες Αρχές ως εναλλακτική λύση στη γραφειοκρατικοποιημένη διοίκηση»

«Η σχεδόν ομόφωνη αναγνώριση του ΑΣΕΠ ως φορέα αξιολόγησης και επιλογής των διευθυντικών στελεχων της διοίκησης δεν συνδυάζεται πάντοτε με την αποτελεσματική εκπλήρωση της διευρυμένης αποστολής». Σε έκθεση των στελεχών του ΑΣΕΠ που παραπέμπει ο συγγραφέας, μεταξύ των αδυναμιών της δυσλειτουργίας του θεσμού, καταγράφονται, «το θεσμικό πλαίσιο, η ανορθολογική οργάνωση της κεντρικής διοίκησης, ο αποσπασματικός τρόπος προκήρυξης των θέσεων, οι διαφορετικές ταχύτητες που ενισχύονται από την απουσία ουσιαστικής στοχοθεσίας και ο όγκος των διαδικασιών αξιολόγησης», οι οποίες «συντελούν(και) στην αδυναμία του ΑΣΕΠ να εκπληρώσει το ρόλο του».

 «Στην κρίσιμη αυτή ωστόσο φάση του θεσμικού μετασχηματισμού της Αρχής η στελέχωσή της από τα αρμόδια συνταγματικά όργανα δεν θα έπρεπε να απηχεί απλώς τη μηχανική εφαρμογή της κομματικής αριθμητικής, με βάση την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων, αλλά να επιδιώκεται η συμμετοχή προσώπων που διαθέτουν αποδεδειγμένα και το γνωστικό υπόβαθρο και την προσωπικότητα για να εφαρμόσουν με συνέπεια το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της αξιοκρατικής αποπολιτικοποίησης της διοικητικής κορυφής».

Με αφετηρία τις συνεχείς κρίσεις των τελευταίων ετών στην Ελλάδα (οικονομική, υγειονομική, κλιματική), ο συγγραφέας διατυπώνει την άποψη ότι «ο πολλαπλασιασμός των ασύμμετρων απειλών ανανοηματοδοτεί τις έννοιες της δημόσιας ασφάλειας και της κρατικής παρέμβασης». « Η ουσιώδης αλλαγή», κατά τον συγγραφέα, είναι ότι «ο παραδοσιακός παρεμβατισμός στους τομείς της πρόνοιας και της αναδιανομής, σταδιακά μετατοπίζεται στις πολιτικές πρόληψης και διαχείρισης των νέων κινδύνων και των συνεχών κρίσεων». Ο ρόλος του κράτους κατά τη διάρκεια των κρίσεων, λαμβανομένης υπόψη και της παρέμβασης σε διοικητικό και οικονομικό επίπεδο, των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνετέλεσε στο φαινόμενο να εμφανίζεται η διοίκηση «ως ένας μηχανισμός απολύτως υποταγμένος στην πολιτική εξουσία, η οποία σε συνθήκες απόλυτης αυτονομίας αποφασίζει για τις δημόσιες πολιτικές, ενώ αναθέτει στη συνέχεια την εκτέλεσή τους στα διαφορετικά διοικητικά όργανα». Οι νέες συνθήκες και ο νέος ρόλος του κράτους καθιστά αναγκαία τη «νέα οργανωτική ταυτότητα του ύστερου επιτελικού κράτους» και «εκδηλώνεται στη διαρκή μέριμνα να διαχωριστούν και να διαφοροποιηθούν οι στρατηγικές(ή επιτελικές) λειτουργίες του σχεδιασμού, της καθοδήγησης, του ελέγχου και της αξιολόγησης των δημόσιων πολιτικών από τις αμιγώς διοικητικές λειτουργίες της υλοποίησης και της απλής εκτέλεσης ή τεχνικής εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών». Διατυπώνεται, με την παραδοχή αυτή, η έννοια της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, που αποτελεί την διάρθρωση της διακυβέρνησης σε κλιμακωτά επίπεδα, που εκκινούν από το υπερεθνικό και το εθνικό, διέρχονται από το περιφερειακό(Ευρωπαϊκή Ένωση) και το επίπεδο των διεθνών ρυθμιστικών οργανισμών(Π.Ο.Ε. , Δ.Ν.Τ.) για να καταλήξουν στο επίπεδο της διηπειρωτικής συνεργασίας Ευρώπης-Αμερικής-Ασίας…..).

Κατά τον συγγραφέα η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης με την ψήφιση του νόμου για την «πολυεπίπεδη διακυβέρνηση», μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα «ελλειμματικό νομοθέτημα», με αδυναμίες οι οποίες μπορεί να κατηγοριοποιηθούν «πρώτον, στην ατελή μεθοδολογία κατανομής των αρμοδιοτήτων(α), δεύτερον στη σύγχυση ηγετικών ρόλων που ενθαρρύνεται κατά την κατανομή αυτή(β),  και τρίτον στην επιλογή ενός συγκεντρωτικού προτύπου κατανομής(γ).

Περαιτέρω, ο συγγραφέας υιοθετεί την απόφαση του συλλογικού οργάνου των δήμων της χώρας (ΚΕΔΕ), στην οποία διατυπώνεται η άποψη ότι, η αναβάθμιση του ρόλου και των σχέσεων των δήμων και των περιφερειών στο διοικητικό σύστημα θα επιτευχθεί, εφόσον εισαχθεί στον προβληματισμό για την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των επιπέδων διοίκησης, η έννοια των δημόσιων πολιτικών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Ο Απόστολος Παπατόλιας κλείνει την εργασία του με ένα κεφάλαιο για τη σύγχρονη διακυβέρνηση και τις θέσεις για την έννοια αυτή μεταξύ της ιδεολογίας και της επιστήμης.

Ο συγγραφέας μελετά την έννοια της προοδευτικής διακυβέρνησης που «παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη πολιτική παράδοση (της ευρύτερης πολιτικής οικογένειας της «Αριστεράς»), που σχετίζεται στενά με τις θεωρητικές βάσεις και τις πρακτικές εφαρμογές του «Επιτελικού Κράτους»». Επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή για τη θεμελίωση του όρου της προοδευτικής διακυβέρνησης, ο Απόστολος Παπατόλιας αναφέρεται στη «σχέση Αριστεράς – επιτελικής διακυβέρνησης» που «θεμελιώνεται κατά την πρώτη φάση της Σοσιαλδημοκρατίας στις ιδεολογικές αντιλήψεις του προοδευτικού μεταρρυθμισμού για τον ρόλο του «Κράτους-Στρατηγείου»». Η αντίληψη αυτή  «αναδιατάσσεται κατά την φάση της παγκοσμιοποίησης και της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, με τις εναλλακτικές ερμηνείες περί «επιτελικής λειτουργίας» του Κράτους και «συμμετοχικής διοίκησης». Τέλος, εξετάζει την τελική της μορφή «στην «εποχή της διακινδύνευσης», σε μια νέα σύνθεση που συνδυάζει την «τεκμηριωμένη» και «επιτελική» διάσταση της διακυβέρνησης με τις αξιακές και ιδεολογικές προτεραιότητες της «Κοινωνικής Δημοκρατίας»». Κατά τον συγγραφέα «η ιδέα της επιστροφής του κρατικού παρεμβατισμού απέκτησε μεγάλη δημοφιλία στο περιβάλλον της πανδημίας, γεγονός που έγινε ευρέως αντιληπτό ως στροφή στην κεϋνσιανή αντίληψη για τον ενεργό ρόλο του εθνικού κράτους ως εργαλείου τόσο απόκρουσης των κινδύνων, όσο και καθοδήγησης των δράσεων ανάκαμψης».

Κατά τον συγγραφέα, η προοδευτική διακυβέρνηση, λαμβάνοντας υπόψη τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για το επιτελικό κράτος, είναι  η διακυβέρνηση εκείνη που μπορεί να συνδέσει την επιτελική δραστηριότητα του κράτους με την οργάνωση, σε μακροπρόθεσμη βάση, μιας εταιρικής σχέσης μεταξύ των επιπέδων διοίκησης και συγκεκριμένα μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης, των αποκεντρωμένων φορέων και της κοινωνίας. Η εφαρμογή καινοτόμων θεσμικών και λειτουργικών διευθετήσεων μηχανισμών διαμόρφωσης και λήψης συλλογικών αποφάσεων, συγκροτεί, κατά τον Απόστολο Παπατόλια ένα συνολικό εναλλακτικό υπόδειγμα διακυβέρνησης

 Ως συμπέρασμα

Από τα συμπεράσματα του βιβλίου του Απόστολου Παπατόλια είναι σημαντικό να εστιαστούμε στην παρατήρησή του ότι: «Οι «κανονιστικές» ή «ιδεοτυπικές» προδιαγραφές της σύγχρονης διακυβέρνησης προβάλλουν κατά προτεραιότητα ένα ορθολογικό μοντέλο λήψης των αποφάσεων, στο οποίο οι δημόσιες πολιτικές διαθέτουν συγκεκριμένο αξιακό προσανατολισμό, καθορισμένη στρατηγική και προγραμματική θεμελίωση, σαφή στοχοθεσία, επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, καθώς και ένα οργανωτικό και διαδικαστικό πλαίσιο που διασφαλίζει τον συντονισμό και την ανατροφοδότησή τους ως καταστατικής προϋπόθεσης για την αποτελεσματική εφαρμογή τους. Στο μοντέλο αυτό, ωστόσο, παραμένει σε διαρκή εκκρεμότητα και συνεχή αναδιαπραγμάτευση ο τρόπος με τον οποίο η «δημοκρατική» και «συμμετοχική» διάσταση της διακυβέρνησης συναρθρώνεται με την «αριστοκρατική» και «τεχνοκρατική» ροπή της».

Το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια είναι πολύτιμο όχι μόνο για όσους μελετούν την διοικητική επιστήμη και τους κρατικούς θεσμούς αλλά και για εκείνους που ασκούν δημόσιες πολιτικές σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο. Η εμβριθής και πολυδιάστατη μελέτη των κυβερνητικών και αποκεντρωμένων θεσμών, τόσο από θεωρητική άποψη όσο και από τη σκοπιά της εφαρμογής τους, καθιστούν το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια ένα εξαιρετικά χρήσιμο σύγγραμμα και για τον κάθε ενεργό πολίτη, καθώς τον εξοπλίζει με τα απαραίτητα εργαλεία, προκειμένου να διαμορφώνει άποψη για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας αλλά και για τις ίδιες τις ασκούμενες πολιτικές. Και αυτό είναι ένα ανεκτίμητο γνωστικό και πρακτικό εφόδιο.

                                                                                                                     

Το «He Who Falls» (Celui qui tombe) του Yoann Bourgeois στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας: Ανάγνωση από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης και της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής- της Ευγενίας Π. Μπιτσάνη*

      * Η Ευγενία Π. Μπιτσάνη είναι Καθηγήτρια Πολιτισμικών Σπουδών & Διαπολιτισμικών Σχέσεων και Διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχι...