Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Από τη χρεοκοπία στην αυτογνωσία

Από τη χρεοκοπία στην αυτογνωσία

Εφημερίδα Μακεδονία

29/04/2011

Tο κείμενο αυτό προέκυψε από συζητήσεις μεταξύ των συνυπογραφόντων, γράφτηκε από τον Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο, αλλά συνυπογράφεται από τους Ορέστη Καλογήρου (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Γιώργο Καρρά (Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο), Βάσω Κιντή (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Μάνο Ματσαγγάνη, (Οικονομικό Πανεπιστήμιο), Ελίζα Παπαδάκη (δημοσιογράφο), Δαμιανό Παπαδημητρόπουλο (πολιτικό αναλυτή), προκειμένου να καταδειχθεί όχι μόνο το αυτονόητο, η συμφωνία δηλαδή με τον προβληματισμό που αναπτύσσεται, αλλά κυρίως η ανάγκη κοινής στάσης, αν όχι συστράτευσης, όλων στις κρίσιμες στιγμές που διανύουμε.


Υπάρχουν ζητήματα που βρίσκονται εκτός δημοκρατικών διαδικασιών, που δεν μπορούν να τεθούν σε ψηφοφορία.
Δεν μπορούμε για παράδειγμα να ψηφίσουμε για το αν ισχύουν, ή όχι, οι νόμοι του Νεύτωνα - είναι άλλες οι διαδικασίες μέσω των οποίων θα αποφανθούμε για την εγκυρότητα ή μη των νόμων αυτών.
Αν εμείς, παρ’ όλα αυτά, θελήσουμε να θέσουμε τους νόμους του Νεύτωνα σε ψηφοφορία, το πραγματικό νόημα της ψηφοφορίας αυτής δεν θα είναι η εγκυρότητα των νόμων, αλλά το κατά πόσον εμείς θέλουμε να τους λαμβάνουμε υπ’ όψη ή θέλουμε να τους αγνοούμε (και ενδεχομένως να φάμε το κεφάλι μας). Σε κάθε περίπτωση οι φυσικοί νόμοι υπάρχουν έξω από μας. Σε μας το μόνο που μένει είναι να συγχρονίσουμε τη σκέψη μας με αυτούς, να τους καταστήσουμε (και μαζί να καταστήσουμε και τους εαυτούς μας) έλλογους, ή να μην το κάνουμε: τούτο το τελευταίο μεταφερόμενο στο επίπεδο της κοινωνίας είναι υπό την ευρεία έννοια ο λαϊκισμός.
Οι κοινωνικοί και οικονομικοί νόμοι δεν είναι ακριβώς σαν τους νόμους της φύσης, αναλλοίωτοι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σε κάθε χρονική περίοδο δεν ισχύουν συγχρονικά τέτοιοι νόμοι. Με αυτή (και μόνο με αυτή) την έννοια, όσα ισχύουν για το φυσικό περιβάλλον και τους νόμους του ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τα κάθε λογής περιβάλλοντα (κοινωνικό, οικονομικό κτλ.) εντός των οποίων βρισκόμαστε και η ισχύς των οποίων εκφεύγει των ορίων της ελληνικής δημοκρατίας. Θα οφείλαμε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουμε το περιβάλλον αυτό και -στον βαθμό που δεν μπορούμε έτσι απλά, διά προεδρικού διατάγματος, να το αλλάξουμε- να το λαμβάνουμε υπ’ όψη μας.
Η ιστορία των τελευταίων τριάντα χρόνων στη χώρα μας, που είναι ακριβώς η ιστορία του λαϊκισμού, εντός του οποίου όλοι, μα κυριολεκτικά όλοι, είμαστε βουτηγμένοι, είναι αδιαλείπτως και σε περίοδο προϊούσας παγκοσμιοποίησης μια ιστορία άγνοιας περιβάλλοντος, νόμων και κανόνων, μια ιστορία έκρηξης ενός ιδιόμορφου ελληνικού βολονταρισμού.
Αυτή την άγνοια περιβάλλοντος η Αριστερά την ονομάζει αντίσταση και ανυπακοή, σε πείσμα της δικής μας παιδείας, που δεν τη θεωρούμε δα λιγότερο αριστερή από των άλλων, σύμφωνα με την οποία αντίσταση σημαίνει να αντιπαλεύεις κάτι προκειμένου να το αλλάξεις κι όχι απλώς να το αγνοείς.
Ένα μόνο παράδειγμα άγνοιας αντικειμενικών συνθηκών θα φέρουμε από το παρελθόν, γιατί σκοπός μας εδώ δεν είναι να κάνουμε ιστορία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και ενώ η Ελλάδα έχει μόλις εισέλθει στην «Κοινή Αγορά», στην ελεύθερη αγορά της Ευρώπης, και επομένως βρίσκεται μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν ελέγχει, το ΠΑΣΟΚ εφευρίσκει ένα υβριδικό οικονομικό μοντέλο, το οποίο θα μπορούσαμε να το κωδικοποιήσουμε ως εξής: παράγουμε καπιταλιστικά, αμειβόμαστε σοσιαλιστικά, καταναλώνουμε ελεύθερα και παγκοσμιοποιημένα. Μέσα σε λίγα χρόνια, ένα μεγάλο μέρος της μη ανταγωνιστικής ελληνικής παραγωγικής βάσης αφανίστηκε από προσώπου γης, ένα άλλο κομμάτι κατέληγε στο δημόσιο υπό τη μορφή των προβληματικών επιχειρήσεων. Στο εξής ένας ολοένα συρρικνούμενος και ασθενικός ιδιωτικός τομέας είχε να θρέψει έναν διογκωμένο και διογκούμενο δημόσιο τομέα, με συνέπεια η σοσιαλιστική αμοιβή (σύμφωνα με τις ανάγκες μας) και η ελεύθερη παγκοσμιοποιημένη κατανάλωση να εξασφαλίζεται με δανεισμό.
Αλλά και όταν, στις αρχές του 2000, η χώρα προσχώρησε στο ευρώ, το νόμισμα δηλαδή έπαψε να είναι πολιτικό εργαλείο, καθώς βρέθηκε κι αυτό εκτός ορίων της ισχύος της ελληνικής δημοκρατίας, ουδείς προβληματίστηκε για τη νέα αντικειμενική συνθήκη που δημιουργούνταν και τον τρόπο προσαρμογής προς αυτήν.
Κάπως έτσι φτάσαμε στο φθινόπωρο του 2009, όταν ξεκίνησε, δειλά στην αρχή, με μεγάλη ένταση λίγους μήνες αργότερα, η επανάσταση των δανειστών μας, οι οποίοι, λόγω των τεράστιων ελλειμμάτων που σωρεύονταν κάθε χρόνο σε ένα ήδη δυσθεώρητο χρέος, αρνήθηκαν να ανακυκλώσουν το χρέος μας, ή ζητούσαν τέτοια επιτόκια για να το πράξουν που η αποδοχή τους και μόνο εκ μέρους μας ήταν συνώνυμη της χρεοκοπίας.
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, μιας κατάστασης δηλαδή που και πάλι το πεδίο ορισμού της βρίσκεται έξω από μας, εκτός ορίων της ελληνικής δημοκρατίας, στις αγορές, ήταν το μνημόνιο. Αρκετοί χαρακτηρισμοί έχουν ακουστεί, όπως «το απαράδεκτο μνημόνιο», «το μνημόνιο δεν είναι μονόδρομος», «τάσσομαι κατά του μνημονίου», «να κάνουμε δημοψήφισμα, να ψηφίσουμε αν είμαστε υπέρ ή κατά του μνημονίου». Στην πραγματικότητα, σε όλους αυτούς δεν αρέσουν οι συνέπειες του μνημονίου, όπως δεν αρέσουν στους ανθρώπους οι συνέπειες ενός σεισμού ή μιας καταιγίδας. Αλλά οι συνέπειες του μνημονίου, για να αξιολογηθούν, πρέπει να συγκριθούν με τις συνέπειες του μη μνημονίου: το μνημόνιο μας δίνει για κάτι λιγότερο από τρία χρόνια κάποια χρήματα με σχετικά υποφερτό επιτόκιο, προκειμένου αφ’ ενός να εξυπηρετήσουμε το ληξιπρόθεσμο χρέος μας, αφ’ ετέρου να καλύψουμε τα καινούργια ελλείμματα που θα δημιουργήσουμε σ’ αυτά τα τρία χρόνια. Σε αντάλλαγμα, αναλαμβάνουμε την υποχρέωση να μειώνουμε σταδιακά αυτά τα ελλείμματα, μέχρι να τα φέρουμε κάτω του 3% του ΑΕΠ. Για παράδειγμα, το 2009 το δημόσιο είχε έσοδα περίπου 50 δισ. ευρώ (για την ακρίβεια 49) και δαπάνες 85 δισ., άρα το έλλειμμα ήταν πάνω από 35 δισ. Το μνημόνιο μας επέβαλε να μειώσουμε το 2010 το έλλειμμα κατά 6% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου κατά 15 δισ. Αυτό την ίδια στιγμή σημαίνει ότι μας επέτρεπε (και μας χρηματοδοτούσε) να έχουμε ένα έλλειμμα 20 δισ. (35-15=20). Με αυτά τα 20 δισ. πληρώσαμε μισθούς (μειωμένους), συντάξεις, τόκους κ.ο.κ.
Χωρίς τα χρήματα του μνημονίου η χώρα θα χρεοκοπούσε. Χρεοκοπία σημαίνει βέβαια αδυναμία πληρωμής χρεολυσίων, ενδεχομένως και τόκων, σημαίνει όμως ταυτόχρονα και αδυναμία δανεισμού, διακοπή συναλλαγών και πάρε-δώσε του ελληνικού δημοσίου με τον έξω κόσμο. Αδυναμία καινούργιου δανεισμού σημαίνει αδυναμία χρηματοδότησης του καινούργιου (έστω μειωμένου) ελλείμματος που «παράγουμε» ως χώρα το 2010, το 2011 κτλ.
Σημαίνει δηλαδή αναγκαστικά απότομη, ήδη από το 2010, προσγείωση σε μια κατάσταση μηδενικού ελλείμματος, σαν κι αυτή στην οποία φιλοδοξούμε να φθάσουμε σταδιακά μέσω μνημονίου σε λίγα χρόνια. Αλλά αυτή την απότομη προσγείωση (είναι πολύ εύκολο να την υπολογίσουμε, είναι 36 δισ. ευρώ μείον οι τόκοι που ενδεχομένως χρεοκοπώντας δεν θα πληρώναμε) η χώρα δεν θα μπορούσε κοινωνικά να την αντέξει - εδώ δεν καταφέρνει να αντέξει την πολύ μικρότερη προσγείωση του μνημονίου. Αν καταλαβαίνουμε καλά τα όσα περιγράφουμε, σημαίνουν στην πραγματικότητα μια κατάσταση τόσο διογκωμένου ελλείμματος, ώστε η χώρα να μην αντέχει (κοινωνικά) ούτε καν να χρεοκοπήσει.
Αυτό είναι άλλωστε που φοβούνται και οι αγορές. Φοβούνται δηλαδή ότι αν και όταν, με τη βοήθεια και του μνημονίου, φθάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα και επομένως δεν έχουμε ανάγκη καινούργιου δανεισμού για να χρηματοδοτήσουμε ελλείμματα, τότε και μόνον τότε θα πάμε σε μια μορφή λελογισμένης χρεοκοπίας (αναδιάρθρωση), είτε με κούρεμα είτε με επιμήκυνση είτε με αναδιαπραγμάτευση επιτοκίου, ή με έναν συνδυασμό όλων αυτών, ώστε να μειώσουμε το ύψος των τοκοχρεολυσίων που μας βαραίνουν και που σιγά σιγά θα προσεγγίζουν τα 20 δισ. Λένε πολλοί ότι το μνημόνιο αποτυγχάνει γιατί, ακόμα και στο βαθμό που πετυχαίνουμε κάποιους από τους στόχους του, δεν πέφτουν τα σπρεντ και επομένως δεν θα μπορέσουμε να βγούμε για δανεισμό στις αγορές. Αλλά τα σπρεντ δεν μειώνονται επειδή οι αγορές φοβούνται όσα περιγράψαμε παραπάνω - και οι αγορές θα συνεχίσουν να φοβούνται. Εμείς δεν έχουμε παρά να εκπληρώσουμε τον στόχο των πρωτογενών πλεονασμάτων (το μνημόνιο δηλαδή) και τότε θα έχουμε τη δυνατότητα επιλογής, να «αποφασίσουμε» δηλαδή αν θα επιβεβαιώσουμε τους φόβους των αγορών αναδιαρθρώνοντας το χρέος, ή αν αντέχουμε να το τιμήσουμε - οπότε θα πέσουν και τα σπρεντ.
Τα εισαγωγικά στο «αποφασίσουμε» έχουν την έννοια ότι η χρεοκοπία μιας χώρας δεν μπορεί να είναι μια πράξη συμφέροντος, αλλά μια πράξη εξαναγκασμένη, μια πράξη απόγνωσης, η έσχατη λύση. Αυτής της μορφής η χρεοκοπία γίνεται κατανοητή και αποδεκτή από τους άλλους. Η άλλη χρεοκοπία, κοινώς το φέσωμα (που ορισμένοι αριστεροί προτείνουν κάπου μεταξύ λύσης και επαναστατικής πράξης), δεν είναι αποδεκτή και προκαλεί αντιδράσεις και αντίποινα. Αυτό καλό είναι να το έχουν κατά νου και όσοι θεωρούν ότι, την ώρα που προσφερόταν στη χώρα η λύση του μνημονίου, εμείς είχαμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε τη χρεοκοπία. Η αντίδραση θα ήταν τέτοια, που πιθανότατα σε λίγες εβδομάδες δεν θα διαθέταμε συνάλλαγμα να αγοράσουμε πετρέλαιο για να κινηθούν τα φορτηγά μας.
Υπάρχουν άλλοι που κατηγορούν το μνημόνιο ως αντιαναπτυξιακό και κομπάζουν πως είχαν προβλέψει ότι θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Αλλά όταν έχεις το 2009 ρίξει 35 δισ. δανεικά στην οικονομία σου (και το ίδιο έκανες και τα προηγούμενα χρόνια) και τώρα πρέπει να τα αφαιρέσεις, είτε σταδιακά (μνημόνιο) είτε απότομα (μη μνημόνιο), πολύ απλά γιατί κανείς δεν σου τα δανείζει πλέον, αυτή η αφαίρεση εξ ορισμού είναι η συρρίκνωση. Ας μας πει κάποιος πώς θα αφαιρεθεί ένα 15% του ΑΕΠ από την οικονομία χωρίς να έχουμε πτώση του ΑΕΠ και θα τον χειροκροτήσουμε, γιατί θα έχει ανακαλύψει νέους γεωμετρικούς χώρους. Σε αυτή την κατάσταση, ανάπτυξη μπορεί κατ’ αρχάς να έρθει μόνο απ’ έξω.

Στη θάλασσα της αγοράς
Να προβλέψουμε σήμερα την τύχη του μνημονίου, κατά πόσον δηλαδή θα μας οδηγήσει σε μια δυνατότητα εξόδου στις αγορές ή σε χρεοκοπία, είναι αδύνατο, γιατί η απάντηση εξαρτάται κυρίως από κάποιας μορφής ρύθμιση του χρέους, ρύθμιση που πάλι δεν εξαρτάται από μας αλλά από αποφάσεις σε επίπεδο ευρωζώνης. Δεν μπορούμε να μπούμε εδώ σε αυτή τη μεγάλη και ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αυτό που εξαρτάται από μας είναι να μηδενίσουμε το έλλειμμά μας για να είμαστε έτοιμοι και για τη μία και για την άλλη περίπτωση. Αντιθέτως, αυτό που μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια είναι το τοπίο εντός του οποίου θα κινηθούμε ως χώρα στο προβλεπτό μέλλον (ας πούμε τις επόμενες μία δύο δεκαετίες), είτε «πετύχει» είτε «αποτύχει» το μνημόνιο. Σε αυτό το προβλεπτό μέλλον λοιπόν, και μετά την «επανάσταση» των δανειστών μας το 2009, κανείς δεν πρόκειται να μας δανείσει για να χρηματοδοτήσει καινούργια ελλείμματα. Επομένως ο πλούτος της χώρας, τα χρήματα που θα έχουμε για να ζήσουμε, για να χρηματοδοτήσουμε τα σχολεία μας, τα νοσοκομεία μας, τις συντάξεις μας και για να πληρώνουμε πίσω τα κουρεμένα ή ακούρευτα τοκοχρεολύσιά μας, θα είναι αυστηρά ό,τι παράγουμε και ό,τι μπορούμε να πουλήσουμε, στους εαυτούς μας και στους άλλους. Αν αυτά είναι πολλά έχει καλώς, αν είναι λίγα τόσο το χειρότερο για μας. Και είναι επίσης σίγουρο ότι σήμερα ξεκινάμε από τα λίγα, ή μάλλον από τα πολύ λίγα.
Μεταβαίνουμε επομένως (έχουμε ήδη εισέλθει) από μιαν εποχή του απόλυτου σε μια εποχή του οικονομικά σχετικού. Από μιαν εποχή όπου πολλοί άνθρωποι στον δημόσιο τομέα, στενό και ευρύτερο, αλλά και συνταξιούχοι, μέχρι και αγρότες που έστηναν μπλόκα στα Μάλγαρα, αμείβονταν σύμφωνα με τις ανάγκες τους (έστω τις ελάχιστες ανάγκες για μερικούς από αυτούς) και τις διεκδικήσεις τους, το δε κράτος δανειζόταν για να καλύψει αυτές τις ανάγκες, περνάμε σε μιαν εποχή που οι ανάγκες πρέπει να προσαρμοστούν στο τι παράγουμε και τι είμαστε σε θέση να πουλήσουμε (ανταλλάξουμε).
Σε αυτή την καινούργια εποχή του σχετικού δεν υπάρχουν απόλυτες και κατοχυρωμένες κοινωνικές κατακτήσεις, κι ας τις έχουν γράψει στο παρελθόν με ανεξίτηλη μελάνη επιφανείς νομικοί στα βιβλία του κράτους. Δεν υπάρχουν απόλυτα εγγυημένα χρήματα ούτε καν ονομαστικά, όπως θα υπήρχαν αν π.χ. το κράτος ήλεγχε ακόμα (νόμιζε, όπως λέει και η λέξη, δηλαδή θέσπιζε) το νόμισμα. Αν ακόμα είχαμε το νόμισμα (δραχμή) ως κράτος στα χέρια μας, θα μπορούσαμε να κοροϊδευόμαστε (όπως κάναμε πολλάκις στο παρελθόν) ότι κατοχυρώνουμε ονομαστικά σταθερές αξίες (και να καμωνόμαστε ότι αγνοούμε πως οι πραγματικές αξίες μειώνονταν ακολουθώντας τους νόμους της οικονομίας). Τώρα με το ευρώ δεν μας δίνεται ούτε καν αυτή η δυνατότητα: το νόμισμα δεν εξαρτάται από μας και από κανέναν μεμονωμένο εταίρο, έχει (με γερμανική συμβολή) καταστεί απόλυτη αξία, κάτι σαν τα χρυσά νομίσματα του παρελθόντος. Αλλά κι αυτά οι παλιοί μας πρόγονοι τα νόθευαν (πληθώριζαν), όταν οι ανάγκες το απαιτούσαν (να τες πάλι οι αναθεματισμένες οι ανάγκες, πετιούνται). Άραγε θα επιτρέψει η γερμανική ορθοδοξία, για μία μόνο φορά, να κάνει και η Ευρώπη το ίδιο, να μετατραπούν δηλαδή κρατικά χρέη σε πληθωρισμό; Ίδωμεν, αλλά δυστυχώς ούτε αυτό είναι στο χέρι μας. Και το πρόβλημα, αν καταφέρουν και το περιορίσουν σε Ελλάδα και Ιρλανδία, δεν θα είναι και δικό τους (των άλλων Ευρωπαίων), αλλά μόνο δικό μας.
Σε αυτό το νέο τοπίο στο οποίο ήδη βρισκόμαστε, η ανακατάκτηση των κατακτήσεων που χάθηκαν δεν θα γίνει με τον ίδιο τρόπο όπως στο παρελθόν. Θέλουμε δεν θέλουμε, κατακτήσεις από δω και πέρα θα είναι τα μερίδια αγοράς, εγχώριας και ξένης, τα οποία κατακτούμε. Αυτού του τύπου οι κατακτήσεις δεν είναι μόνιμες, δεν είναι ποτέ κατοχυρωμένες, απαιτούν διαρκή προσπάθεια για να διατηρηθούν ή και να διευρυνθούν. Είναι όμως από αυτές τις κατακτήσεις, από την παρουσία μας δηλαδή στην αγορά, που θα προκύψει η όποια πίτα κληθούμε να μοιραστούμε με δεξιό ή αριστερό τρόπο. Κι αν όμως νομίζουμε ότι τουλάχιστον ως προς αυτό, το αν δηλαδή θα μοιράσουμε την πίτα δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα, είμαστε επιτέλους ελεύθεροι να επιλέξουμε δημοκρατικά τον τρόπο διανομής της αρεσκείας μας, είμαστε και πάλι γελασμένοι. Γιατί η αγορά έχει νόμους, κι όποιος δεν τους ακολουθήσει η αγορά τον ξεβράζει. Με άλλα λόγια, ο τρόπος που θα επιλέξουμε να διανείμουμε την πίτα θα επηρεάσει το μέγεθος της ίδιας της πίτας.
Οι αριστεροί, για να κάνουμε τη ζωή μας εύκολη και λάιτ, θεωρήσαμε τον νεοφιλελευθερισμό ως ένα φαινόμενο που εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο στον χώρο της ιδεολογίας. Ως εκ τούτου, πιστέψαμε ότι αν αντιπαλέψουμε ιδεολογικά τον νεοφιλελευθερισμό, αν τον ξεριζώσουμε δηλαδή από τα μυαλά των ανθρώπων (άλλωστε από «ζύμωση» πάντα καλά τα πηγαίναμε), μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι ιδεολογία, είναι κατάσταση πραγμάτων. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ο νεοφιλελευθερισμός είναι η ιδεολογία που απορρέει από την κατάσταση της δικτατορίας της αγοράς παγκοσμίως. Και η κατάσταση αυτή, όσο κι αν δεν μας αρέσει και όσο αποτελεσματικά κι αν την αποκρούσουμε ιδεολογικά, είναι εκεί, πεισματικά, και υπαγορεύει τους κανόνες και τους νόμους της σε όποιον θέλει να υπάρξει εντός της οικονομίας, σε όλους δηλαδή, χωρίς να μας ρωτάει αν αυτοί μας αρέσουν ή δεν μας αρέσουν. Για να κάνουμε δε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα και πιο σύνθετα, να συμπληρώσουμε ότι την κατάσταση αυτή, την αγορά, τη συναποτελούμε και τη συνδιαμορφώνουμε όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, όλοι με πανομοιότυπο τρόπο. Οι αριστεροί δηλαδή, ενώ διατεινόμαστε ότι έχουμε να προτείνουμε έναν «αριστερό τρόπο παραγωγής», δεν έχουμε και βεβαίως δεν ακολουθούμε έναν αντίστοιχο αριστερό τρόπο κατανάλωσης. Αλλ’ έτσι υπαγορεύουμε κι εμείς τους νόμους της αγοράς, την κυριαρχία των οποίων κατά τα άλλα αντιμαχόμαστε.

Η Αριστερά στη μεταπολίτευση
Ποια μπορεί λοιπόν να είναι, ή, πιο σωστά, υπάρχουν περιθώρια να εκφραστεί μια αριστερή πολιτική πρόταση για την πορεία της χώρας μας σε αυτό το νέο τοπίο, γι’ αυτό που παραπλανητικά (νομίζοντας ότι θα επανέλθουμε στα παλιά) ονομάζουμε έξοδο από την κρίση; Αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς σε όσα αναφέραμε, κι αν δεν θέλουμε, σαν τους καλόγερους του Μεσαίωνα, να βαφτίζουμε διάφορες προτάσεις ως αριστερές για να τις καταναλώνουμε, πρέπει να παραδεχθούμε ότι τους βασικούς οικονομικούς κανόνες για την έξοδο από την κρίση τους υπαγορεύει η αγορά. Με άλλα λόγια και για να μην κοροϊδευόμαστε, δεν υφίσταται αυτό που λέμε αριστερή έξοδος από την κρίση. Σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει καν ρόλος για την Αριστερά στο νέο τοπίο; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να δούμε ποιος ήταν ο ρόλος της Αριστεράς στην προηγούμενη κατάσταση.
Από τη μεταπολίτευση και μετά, με την καθοριστική αλλά όχι αποκλειστική συμβολή του ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά υπέστη μία μετάλλαξη. Από την Αριστερά της θυσίας, της ατομικής θυσίας, για χάρη των μεγάλων πολιτικών και συλλογικών προταγμάτων, είτε αυτά ήταν ο σοσιαλισμός είτε η δημοκρατία, προταγμάτων που κάθε αριστερός ήταν διατεθειμένος να καταβάλει ατομικό κόστος για να τα διεκδικήσει, περάσαμε, με την εδραίωση της δημοκρατίας, σε μια άλλου τύπου Αριστερά, του εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν. Μια Αριστερά που, ίσως και λόγω της στέρησης και της κακουχίας του παρελθόντος, αισθάνεται ότι τώρα ήρθε πια η ώρα να διεκδικήσουμε τη ζωή, ο καθένας για τον εαυτό του, ή τον κλάδο του (αλλά και πάλι με την έννοια του εαυτού του). Περάσαμε δηλαδή από μια πολιτική Αριστερά σε μιαν οικονομίστικη Αριστερά, από μιαν Αριστερά που διεκδικεί το συνολικό, δηλαδή το όλον, σε μιαν Αριστερά που εντός του συστήματος διεκδικεί το ατομικό, το μερικό, μια πιο εγωιστική Αριστερά. Ας το πούμε κυνικά: αυτή η Αριστερά είναι ακίνδυνη για το σύστημα, αλλά ζητάει «οικονομικό αντάλλαγμα» ώστε να είναι ακίνδυνη για το σύστημα. Λέμε όλοι ότι οι πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης είναι περίοδος ηγεμονίας των αριστερών ιδεών. Αλλά αυτές οι ιδέες πλήρωσαν ένα τίμημα ώστε να μπορούν να ηγεμονεύουν μέσα σε μιαν αδιαλείπτως καπιταλιστική κοινωνία.
Τούτη η ιδεολογική διεργασία (στην οποία οφείλεται η μεγάλη πολιτική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ) συνοδεύτηκε και από μιαν αντίστοιχη οικονομική διεργασία, την οποία έχουμε ήδη υπαινιχθεί προηγουμένως: το δημόσιο, προκειμένου να εξασφαλίσει το «αντάλλαγμα», αρχίζει να τυπώνει χρήμα αλλά και να δανείζεται χρήμα (ειρήσθω εν παρόδω: το τύπωμα, δηλαδή ο πληθωρισμός, οδηγεί σε μαζική φυγή εγχωρίων κεφαλαίων στο εξωτερικό προς εξασφάλιση της αξίας τους κι αυτό, πέραν του ότι στερεί πόρους για την ανάπτυξη, δημιουργεί ανάγκη περαιτέρω εξωτερικού δανεισμού οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο). Αυτή η συνεχιζόμενη κατάσταση του δανεισμού από το κράτος προς εξυπηρέτηση ατομικών αναγκών δημιουργεί στους Έλληνες μιαν αντίστοιχη ιδεολογία. Την ιδεολογία ότι το κράτος ορίζει το χρήμα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται μια απέραντη πηγή πλούτου από την οποία μπορεί να διεκδικήσει κανείς το μερτικό που αναλογεί στις ανάγκες του.
«Δεν θα κερδίσεις αν δεν διεκδικήσεις» έγραφε ένα πανό των περσινών (και τελευταίων) αγροτικών κινητοποιήσεων, εκφράζοντας με τον πιο λακωνικό τρόπο τη διάχυτη ιδεολογία που στο μεταξύ είχε εδραιωθεί όχι μόνο στους εργαζομένους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά στο σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, ότι δηλαδή δεν κερδίζουμε (ή δεν κερδίζουμε μόνο) πουλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μας στην αγορά, αλλά διεκδικώντας μαχητικά μερίδια από τον απέραντο δημόσιο κορβανά. Υπερβάλλοντας κάπως μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα δημιουργήσαμε έναν δεύτερο, παράλληλο προς τον καπιταλιστικό, τρόπο παραγωγής που συνίσταται στην ατομική (ή και κλαδική) ιδιοποίηση δημόσιου χώρου, με την έννοια όχι μόνο του δημόσιου χρήματος ή της δημόσιας γης, αλλά της δημόσιας σφαίρας γενικότερα. Γιατί αυτό που ξεκίνησε ως οικονομική συνδρομή του κράτους σε έναν ταλαιπωρημένο πληθυσμό, πολύ σύντομα κατέληξε σε ένα γενικευμένο πλιάτσικο των ατόμων εναντίον της δημόσιας σφαίρας, σε ατομική εδώ και τώρα κατανάλωση της δημόσιας σφαίρας.
Το φαινόμενο, όπως είπαμε, υπερέβη το δημόσιο χρήμα και επεκτάθηκε σε όλες τις εκφάνσεις αυτού που αποκαλούμε δημόσιο χώρο. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα ότι στο σκάνδαλο Βατοπεδίου και με αφορμή δημόσιες εκτάσεις γύρω από τη Θεσσαλονίκη που περιήλθαν μέσω ανταλλαγών στη μονή, η οποία και τις πούλησε, αυτοί που αντέδρασαν δεν ήταν τίποτε αγανακτισμένοι πολίτες, αλλά οι δικηγόροι μιας ομάδας γονέων, οι οποίοι προόριζαν (ή το κράτος τους είχε υποσχεθεί) τις ίδιες αυτές δημόσιες εκτάσεις για να προικίσουν τις κόρες τους, για μιαν άλλη ιδιοποίηση δηλαδή. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική γιατί δείχνει μια διαμάχη όλων εναντίον όλων με λάφυρο τον δημόσιο χώρο, μια μάχη του ατόμου εναντίον κάθε μορφής κοινωνικής συγκρότησης. Αλλά δεν ήταν μόνον οι υλικές εκφάνσεις του δημοσίου χώρου (γη, χρήμα) που διεκδικήθηκαν προς ιδιωτικοποίηση. Τα ίδια έπαθαν και οι έννοιες, το περιεχόμενο των οποίων και αυτό στρεβλώθηκε. Η έννοια της γνώσης, για παράδειγμα, ως δημοσίου αγαθού, ως αγαθού δηλαδή από το οποίο ωφελείται όλη η κοινωνία, στρεβλώθηκε, αποστερήθηκε του κοινωνικού της περιεχομένου, ιδιωτικοποιήθηκε, κατάντησε ένα κενό γνωστικού περιεχομένου αποδεικτικό χαρτί προς ιδιωτική επαγγελματική εξαργύρωση (και εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς τι ρόλο έπαιξαν τα δανεικά χρήματα, δηλαδή τα ψεύτικα χρήματα, στη δημιουργία ψεύτικων επαγγελματιών).
Η ίδια η έννοια της κοινωνίας, ο τρόπος που καταλαβαίνουμε την κοινωνία και τις συλλογικότητες γενικότερα, στρεβλώθηκε κι αυτή. Συλλογικότητα κατέληξε να θεωρείται το άθροισμα χιλιάδων ή εκατομμυρίων επί μέρους ατομικοτήτων και κοινωνικό συμφέρον το άθροισμα όλων αυτών των ατομικών συμφερόντων. Αλλά όσες ατομικότητες και αν προσθέσει κανείς, τίποτε συλλογικό δεν προκύπτει ως άθροισμα, αν δεν προηγηθεί ένας μετασχηματισμός του ατομικού, μετασχηματισμός που αυτός και μόνον αυτός δημιουργεί μια νέα διάσταση, τη διάσταση του συλλογικού, έναν νέο χώρο, τον δημόσιο χώρο. Όταν λοιπόν λέμε ότι ο δημόσιος χώρος λεηλατήθηκε, κατακλύσθηκε από το ατομικό, δεν περιγράφουμε μόνο μιαν υλική λεηλασία, αλλά μια διαδικασία έκλειψης της ίδιας της έννοιας του δημόσιου χώρου. Η οικονομική χρεοκοπία του δημοσίου που ζούμε εδώ και έναν χρόνο δεν είναι παρά η ποσοτική έκφανση του συνολικότερου αυτού φαινομένου. Η ανομία -γιατί οι νόμοι δεν είναι κι αυτοί παρά μια συνθήκη συνοχής του δημόσιου χώρου- είναι μια άλλη έκφανση αυτής της καταστροφής.
Αν, όπως είπαμε, το δημόσιο είμαστε όλοι εμείς αλλά μετασχηματισμένοι (σαν από έναν καθρέφτη μέσω του οποίου βλέπουμε ο καθένας τον εαυτό του υπό το πρίσμα της κοινωνίας), ο κατακλυσμός και η καταστροφή του δημόσιου χώρου από την έκρηξη της ατομικότητας περιγράφει απλούστατα μια κατάσταση όπου το άτομο, ο κλάδος και γενικότερα το μερικό στρέφεται εναντίον του γενικού και μέσω αυτού εναντίον όλων ημών των άλλων μεμονωμένα. Η ιδιοποίηση του δημόσιου χώρου σημαίνει λοιπόν γενικευμένο πόλεμο του καθενός εναντίον του διπλανού του, του ενός κλάδου εναντίον του άλλου κλάδου, του σημερινού συνταξιούχου εναντίον του αυριανού συνταξιούχου, της σημερινής γενιάς εναντίον των επομένων, μια ζωή αφόρητη έξω από τα ιδιωτικά μας καταφύγια εκεί όπου αρχίζει η κοινωνική ζούγκλα, σημαίνει τελικά την καταστροφή της πολιτικής και του πολιτισμού.
Η ιδεολογική αλλά και «αγωνιστική» συμβολή της μεταπολιτευτικής Αριστεράς (όσο κι αν δεν κυβέρνησε ποτέ) σε αυτή την έξαρση του ατομικισμού και την καταστροφή του δημόσιου χώρου ήταν και είναι καθοριστική. Η Αριστερά προσχώρησε ασμένως στη λαϊκιστική στρέβλωση δικών της ιδεών κατά τη δεκαετία του 1980 και έχει καταλήξει σήμερα να είναι προνομιακός -αλλ’ όχι μοναδικός (1) - υπερασπιστής του ανδρεοπαπανδρεϊσμού της δεκαετίας αυτής. Η ρεαλιστική δυνατότητα, η ρεαλιστική διέξοδος, δημιουργίας χρήματος (και διά του δανεισμού) από το κράτος γρήγορα έστρεψε την ταξική πάλη από το κεφάλαιο προς το κράτος, από τον ιδιωτικό τομέα στον δημόσιο χώρο. Η Αριστερά κατανόησε τον εαυτό της ως προνομιακό φορέα αυτής της διεκδίκησης δημοσίου χώρου, αλλά με τον δικό της τρόπο: όχι τον κυβερνητικό-αναδιανεμητικό, αλλά τον αγωνιστικό. Σε κάθε περίπτωση η Αριστερά, ταυτίζοντας το κράτος με το κεφάλαιο, έστρεψε τη διεκδίκηση εναντίον του κράτους, εναντίον της θεσμισμένης υπαρκτής συλλογικότητας. Ταυτίστηκε με επιμέρους κοινωνικά στρώματα, κλάδους ή άτομα (του δημοσίου τομέα αλλ’ όχι μόνο), συμμάχησε με το μερικό εναντίον του γενικού, συμμάχησε με το άτομο εναντίον του κράτους. Γι’ αυτή την Αριστερά που έχει υιοθετήσει τη σκοπιά του ατόμου, το κράτος, ακόμα και εν καιρώ δημοκρατίας, δεν είμαστε όλοι εμείς, δεν είναι καν «δικό τους και δικό μας», είναι ξένο, ανήκει στον αντίπαλο, είναι ο πολιτικός φορέας του καπιταλισμού που πρέπει να καταστραφεί. Η υιοθέτηση της σκοπιάς του ατομικού και του μερικού φτάνει σε τέτοιο σημείο ώστε, έστω και η απόπειρα να σκεφτεί κάποιος από τη σκοπιά του γενικού, να καταγγέλλεται ως κυβερνητισμός. Ακόμα και τα ασφαλιστικά ταμεία δεν είναι για αυτή την Αριστερά δικά μας, δεν ανήκουν στους εργαζόμενους, αλλά αντιμετωπίζονται σαν να είναι ξένα, ένας θεσμός κατάλληλος, από τη σκοπιά του ατόμου και του ατομικισμού, μόνο για άρμεγμα.
Η ταξική πάλη, από πάλη των εργαζομένων εναντίον του κεφαλαίου, μετασχηματίστηκε σε πάλη του ατόμου ενάντια στο κράτος (ως εκ τούτου η Αριστερά αυτή συμπορεύεται φυσιολογικά και εκ των πραγμάτων με τον αντιεξουσιαστικό χώρο γυρίζοντας το ρολόι της ιστορίας της διακόσια χρόνια πίσω). Η Παπαρήγα έκανε μια πολύ ωραία και πολύ αριστερή ομιλία-ανάλυση στη συζήτηση για το μνημόνιο στη Βουλή, μόνο που συνέχεε διαρκώς το κεφάλαιο με το κράτος. Την ίδια εβδομάδα, έξω από τη Βουλή, δήλωνε στους δημοσιογράφους: «κι έτσι κι αλλιώς θα μας τα πάρουν». Ποιοι είναι αυτοί; Το δημόσιο. Ποιοι είμαστε εμείς; Τα άτομα. Τι θα μας πάρουν; Φόρους. Αλλά για την Παπαρήγα, «αυτοί» ήταν το κεφάλαιο και «εμείς» οι εργαζόμενοι. Η υιοθέτηση της σκοπιάς του ατομικισμού ήταν η αιτία της επιτυχίας και της επιβίωσης της Αριστεράς στην Ελλάδα σε μια περίοδο που, μετά και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και μαζί του συλλογικού οράματος της Αριστεράς, σε άλλες χώρες της Ευρώπης η Αριστερά μπήκε στο περιθώριο. Αλλ’ η διαπίστωση αυτή είναι ταυτόσημη με την απόφανση ότι αυτός, η παρόξυνση του ατομικισμού, υπήρξε ταυτόχρονα και ο ιστορικός της ρόλος την τελευταία τριακονταετία στην Ελλάδα και με αυτή την έννοια η Αριστερά συνέβαλε το μερτικό της στη σημερινή χρεοκοπία του συνόλου και στα δεινά των ατόμων που αυτή συνεπάγεται. Δεν ήταν βέβαια αυτές οι προθέσεις της όταν ξεκινούσε τη μεταπολιτευτική της πορεία.
Για άλλο ταξίδι είχαν ξεκινήσει τόσες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, όταν μαζεύονταν τότε στα στάδια για να τραγουδήσουν Θεοδωράκη. Ακόμα και σήμερα, που τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει, δεν μπορούμε να πούμε ότι η πολιτική Αριστερά ασκεί συνειδητά αυτόν τον ιστορικό ρόλο. Άλλοι φαντάζονται, καλλιεργώντας τον ατομικισμό, ότι ασκούν πολιτική ζύμωσης για να καταδείξουν στο άτομο ότι το σύστημα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους. Άλλοι απολαμβάνουν την αγωνιστική διεκδίκηση ατομικιστικών αιτημάτων ως προοίμιο ευρύτερων επαναστατικών αγώνων. Σίγουρα, όλοι βρίσκουν ένα ρόλο, μια θέση σε όλη αυτή την ιστορία, ρόλο που τους επιτρέπει να υπάρχουν ως αριστεροί στην αγορά της Αριστεράς (για να μην πούμε τίποτα χειρότερο). Σε πείσμα όμως όλων, η ιστορία δεν γράφεται από τις υποκειμενικές προθέσεις μας, αλλά από τις πράξεις μας και τα αποτελέσματά τους, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο αυτές αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον. Ξαναγυρίζουμε έτσι στη γνώση του περιβάλλοντος από την οποία ξεκινήσαμε.

Στο νέο τοπίο
Μπορούμε τώρα να επανέλθουμε στο ερώτημα που έχουμε θέσει σχετικά με τον ρόλο της Αριστεράς στο νέο τοπίο. Από όσα είπαμε, ένα πράγμα προκύπτει: ότι ο ρόλος αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ρόλος αντιστροφής, ιστορικής αντιστροφής, των όσων με συνευθύνη της Αριστεράς διαπράχθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Οφείλουμε, σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, να ξαναχτίσουμε όσα χρεοκοπήσαμε, αν θέλετε γιατί είναι (και) δικά μας δημιουργήματα, είτε μιλάμε για το κράτος και το κράτος πρόνοιας είτε μιλάμε για τα ταμεία, για τους θεσμούς, την παιδεία, την αλληλεγγύη και πάνω από όλα για την ιδιότητα του πολίτη. Όλα αυτά μας πήρε δύο αιώνες για να τα στήσουμε στα πόδια τους, μα μόλις δύο δεκαετίες για να τα γκρεμίσουμε. Το οφείλουμε όμως όχι μόνο στην ιστορία μας, αλλά και στον λαό, στους πιο αδύναμους, γιατί αυτοί είναι που έχουν πάντα περισσότερη ανάγκη από το κράτος και τους θεσμούς. Ο λαός έχει και θα έχει ανάγκη το κράτος του, μόνο που, σήμερα που μιλάμε, έχει ακόμα περισσότερο το κράτος ανάγκη τον λαό του. Κι αν αυτό το τελευταίο σημαίνει ότι τα βάρη της ανασυγκρότησης θα πέσουν, όσες δόσεις κοινωνικής δικαιοσύνης κι αν προσθέσουμε, τελικά στις πλάτες του λαού, η απάντηση είναι μοιρολατρικά μία: γιατί, πότε άραγε στην ιστορία ήταν αλλιώς;
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι πρέπει να επανανακαλύψουμε και να προτάξουμε το γενικό έναντι του μερικού, το δημόσιο έναντι του ατομικού. Να επανανακαλύψουμε τον κυβερνητισμό, όχι για να κυβερνήσουμε, μα για να γνωρίσουμε και να διαδώσουμε την ιδεολογία του συνολικού, τη σκοπιά του δημοσίου συμφέροντος, σε τελευταία ανάλυση την ιδιότητα του πολίτη. Να μην υπομένουμε απλώς στωικά (δηλαδή από τη σκοπιά του ατομικισμού) τις κακουχίες που έρχονται, μα να τις συναντήσουμε με πνεύμα προσφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης. Να δεχτούμε και μειώσεις μισθού, όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει επί ποινή καταστροφής η αγορά, αλλά για να μπορέσουν και κάποιοι άλλοι να κρατήσουν τη δουλειά τους - και για τον εαυτό τους μα και για να συμβάλουν κι αυτοί με την παραγωγή τους στην ανασυγκρότηση. Να στήσουμε μέσα από τα μειωμένα έσοδά μας ένα δίχτυ προστασίας για τους απολυμένους, τους πολλούς που αναπόφευκτα θα χάσουν τη δουλειά τους καθώς ολόκληρες περιοχές της οικονομίας θα καταστρέφονται ή θα συρρικνώνονται. Και επειδή άλλοι οικονομικοί τομείς πρέπει μελλοντικά να αντικαταστήσουν αυτούς που καταστράφηκαν, πρέπει να ανασυγκροτήσουμε την παιδεία ως παραγωγική δύναμη (με την ευρύτερη δυνατή έννοια), να ασχοληθούμε και με την παραγωγή της πίτας, να επανανακαλύψουμε τον παραγωγισμό, τον οποίο εγκαταλείψαμε εδώ και πενήντα χρόνια κάπου εκεί στον Μπάτση. Να εναντιωθούμε σε κάθε είδους σπατάλη και ιδιοποίηση δημοσίου χρήματος, με επίγνωση ότι στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όχι απλώς οι «κλέφτες», αλλά και πολλοί υψηλόμισθοι και υψηλοσυνταξιούχοι των ΔΕΚΟ, όπως επίσης στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και οι κάθε λογής φοροφυγάδες, οι οποίοι όχι μόνο ιδιοποιούνται δημόσιο χρήμα αλλά και, με την ψευδή εικόνα που παρουσιάζουν, καθιστούν ανεφάρμοστο κάθε στοιχειώδες μέτρο κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης. Να συμβάλουμε στην ανάδειξη συνδικαλιστών που είναι ταυτόχρονα και πολίτες, δηλαδή να πολιτικοποιήσουμε τον συνδικαλισμό, πράγμα που θα οδηγούσε σε ένα νέο είδος ανθρώπου-συνδικαλιστή, το οποίο διαλέγεται (άρα είναι και σκεπτόμενο) αντί να συμπεριφέρεται ως στρατιωτική φάλαγγα στην οδό Σταδίου.
Πόσο αριστερή είναι άραγε αυτή η Αριστερά, πόσο αλλάζει την κοινωνία; Θα μπορούσαμε υπεκφεύγοντας να απαντήσουμε: «πάντως όχι λιγότερο από την υπαρκτή». Οφείλουμε ωστόσο και μιαν απάντηση επί της ουσίας. Επί της ουσίας λοιπόν και έχοντας ήδη δεχθεί ότι τον δρόμο εξόδου από την κρίση τον υπαγορεύουν κατά βάση οι αγορές, η προτεινόμενη αναγκαστική συμπόρευση με τη δεδομένη αυτή κατάσταση δεν αλλάζει βέβαια τον κόσμο ούτε καν ριζικά την ελληνική κοινωνία - απλώς την επαναφέρει σε ένα επίπεδο κυριαρχίας το οποίο είχε, ή νόμιζε ότι έχει κατακτήσει και το απώλεσε. Συντηρεί δηλαδή, ή μάλλον δημιουργεί, ένα κράτος, με όση φωνή αλλά και προστατευτική ισχύ αυτό μπορεί να έχει σε καιρό παγκοσμιοποίησης. Όσο για την αλλαγή της κοινωνίας, είπαμε ότι οι οικονομικοί και κοινωνικοί νόμοι, σε αντίθεση με τους νόμους της φύσης, δεν είναι αιώνιοι και αναλλοίωτοι, μεταβάλλονται ή και αλλάζουν ριζικά. Κι όσο κι αν χωράει πολλή συζήτηση, αν είναι τελικά οι άνθρωποι που αλλάζουν τις συνθήκες, ή οι αλλαγμένοι άνθρωποι είναι προϊόντα αλλαγμένων συνθηκών και ο καθένας μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα με τον βαθμό αισιοδοξίας ή κοινωνικού ντετερμινισμού που τον διακρίνει, είναι σίγουρο ότι ακόμα κι αν ισχύει το δεύτερο, πραγματοποιείται μέσω του πρώτου. Οι άνθρωποι καθημερινά δρουν μέσα στα πράγματα και τα επηρεάζουν ή και τα αλλάζουν με τη δράση τους - αλλά για να επηρεάσεις και να αλλάξεις κάτι πρέπει να παρέμβεις πολιτικά στο πεδίο ορισμού του. Και είναι ακριβώς αυτό το πεδίο ορισμού που, τον καιρό της παγκοσμιοποίησης, είναι πολιτικά ασχημάτιστο και διαφεύγει από την εμβέλεια της παρέμβασής μας. Στον σχηματισμό, στην πολιτική σχηματοποίηση αυτού του παγκόσμιου πεδίου είναι που υπάρχουν όχι απλώς τα περιθώρια, αλλά και το καθήκον αριστερής πολιτικής παρέμβασης με την κυριολεξία του όρου, δηλαδή παρέμβαση που δημιουργεί πράγματα και αλλάζει πράγματα. Αλλά ακόμα κι αυτή η παρέμβαση προϋποθέτει κράτος, κράτος με φωνή και παρουσία, κατά το δυνατόν ισχυρό κράτος. Γυρίζουμε έτσι και πάλι στο ζήτημα της ανασυγκρότησής του.

(1) Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με την οριστική επικράτηση της λαϊκής έναντι της φιλελεύθερης Δεξιάς εντός της Νέας Δημοκρατίας, το κόμμα αυτό υιοθετεί πολλά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον πασοκικό λαϊκισμό, ιδιαίτερα καθώς την ίδια εποχή το ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να τα εγκαταλείψει. Ο λαϊκισμός εξαπλώνεται σε όλο το πολιτικό φάσμα, αποτελεί κυρίαρχη ιδεολογία εντός της κοινωνίας, χωρίς την επίκληση της οποίας κανένα κόμμα δεν μπορεί να κερδίσει εκλογές, και είναι πλέον η Νέα Δημοκρατία της περιόδου 2004-2009 που εμφορούμενη πλήρως από αυτόν δίνει, απολύτως φυσιολογικά, την τελική και αποφασιστική ώθηση προς τη χρεοκοπία.

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

A PROCEDURAL MODEL FOR PUBLIC DELIBERATION

Anargyros A. Passas (1) , Theodore N. Tsekos (2)

A PROCEDURAL MODEL FOR PUBLIC DELIBERATION


A reviewed version of this paper was published in: Tambouris, E., Macintosh, A. (eds.) Electronic Participation, Proceedings of Ongoing Research, Trauner Verlag , Shriftenreihe Informatik, Band 31, 2009

(1) Associate Professor, Panteion University, Athens
(2) Assistant Professor, The Peloponnese Higher Institute of Technological Education

1. INTRODUCTION

The public participation concept is recently receiving increasing attention due to the augmenting scientific interest for the eParticipation field and its technological aspects [1]. However, through this approach emphasis is given to the technological facilitation, while the underlying concept of participation as a decision making and a policy development methodology is not adequately
discussed. Understanding such a composite framework seems to be a rather complicated endeavour as far as no dominant paradigm providing an integrated definition and circumscribing the multidimensional boundaries of the participation phenomenon has been yet developed. The deliberation analysis, from an ICT approach is located at the dialogic and interpretative corners of the Deetz's scheme while from a public policy approach it should be located at the critical and normative
corners [2]. This should explain the ambiguity and ambivalence of the existing descriptive and interpretative approaches in the field of e-Participation [3],[4]

Public participation can increase both the quality and the legitimacy of policy making. Policy quality may be enhanced through a multi-approach scientific expertise that can get incorporated in the policy outcomes by the means of an open and participative scientific dialogue on a given policy issue. Legitimacy, in its turn, can be improved by the way of a more extensive acceptance of the results of an inclusive deliberation on a controversial issue [5], [6], [7], [8] .



2. CRITICAL PARAMETERS OF PUBLIC DELIBERATION

Balancing expertise and democracy is a critical question of substantive participation [9]. Technical knowledge is necessary to elucidate each and every dimension of a composite public issue in order to ensure full comprehension of the problem, establish an effective spectrum of alternatives and allocate accordingly collective preferences. On the other hand democratic dialogue is essential for
constructing, differentiating and synthesizing collective preferences. Technical knowledge is based on in depth expertise, extensive research and a neutral approach, while democratic dialogue implies partisanship and potential antagonism between affected parties.

Participation requires effective deliberation. Most scholars and policy practitioners agree that participation and deliberation could become valuable rejuvenating tools not just for policy making but broadly for representative democracy, serving as an improved framework of contemporary political organization. To this end, deliberation techniques need to overcome obstacles impeaching
the effective incorporation of diverse collective and individual interests, to ensure comparable levels of field expertise, communicative capacities and styles [10] , to develop common dialogic grounds under the forms of multidimensional consensuses and rationality [11] and to guarantee input and output legitimacy, quality of deliberation (throughput) and insertion into the public space
(deliberative transparency and accountability)[12].

A critical dimension of the deliberative process concerns the equilibrium between stakeholders with and without a structured partisan view, namely on the one hand well structured groups with concrete interests at stake and on the other hand loose groups as 'lay citizens' and / or scientific field experts.
These two distinct forms of “deliberative governance” produce differentiated levels of legitimation and technical capacity that must be bridged in order to lead to a well balanced policy. [13] Deliberation is not a purely technical procedure. It's an array of complex interactions characterised by conflicting orientations and political and informational inequalities [14]. As a result demanding procedural requirements have to be met in order to ensure qualitative deliberative results [15].
One can, therefore, conclude that the procedural technicalities of the deliberative process may become a determinant factor of the overall quality of public participation. Procedural technicalities can be generally termed as "technologies of legitimation" aiming at maintaining and enhancing legitimacy in a pluralistic policy arena [16], [17].

3. OUTLINE OF A PROCEDURAL MODEL FOR PUBLIC DELIBERATION

3.1. THE OVERALL MODEL
Public deliberation aims at bridging conflicting perceptions of public issues at both social and scientific levels through a well structured deliberative procedure (
A workable and effective procedural model for public deliberation should be based on specific and detailed answers to a series of questions related to the critical aspects of participative dialogue. These questions which derive from relevant methodological variables are classified in six distinct areas that correspond to the phases of public deliberation but also, more widely, to the main steps of policy making [18], [19].


3.2. A CHECKLIST FOR THE ANALYSIS OF THE DELIBERATIVE PROCESS

1. Issue Emergence

1.1 Which actor [20] on what criteria and through what kind of procedures inscribes a given policy issue in the institutional political – administrative agenda?
1.2 Which actor on what criteria and through what kind of procedures assesses a potential policy problem or opportunity?
1.3 Which actor on what criteria and through what kind of procedures assesses the
collective players [21],[22] involved in a given public policy field whose views should be recorded?
1.3.1 This step precedes or follows the identification of potential impact areas of a given policy?
1.3.2 At what stage of the process each and every collective player is invited to participate in a deliberative process?
1.4 Which actor on what criteria and through what kind of procedures defines the priority and extent of the necessary participation of every potential collective player in the deliberation process?
1.5 Which actor on what criteria and through what kind of procedures identifies the areas of potential impact of a given policy?
1.5.1 This step precedes or follows the identification of relevant collective players?

2. Issue Structuring

2.1 In what way the necessary documentation for problem structuring [23] is produced?
2.1.1 Which actor on what criteria and through what kind of procedures determines the
variables to be explored?
2.1.2 Which actor on what criteria and through what kind of procedures gathers the necessary data and by which method the accuracy of such data is endorsed?
2.2 In what way problem documentative material could be communicated to all interested parties?
2.3 How can be ensured that all interested parties can have full understanding of the available documentative material?
2.4 How can be ensured that all interested parties have the opportunity to compare the documentative material against reliable alternative documentation?

3. Issue analysis and alternatives formulation

3.1 How standardized the documentation, analysis and formulation of alternative proposals have to be? Who manages this standardization?
3.1.1 Is a single standardized method required for the documentation, analysis and formulation of alternatives?
3.1.2 Is compliance to the standards a prerequisite for acceptance of proposals?
3.1.3 Which actor and through what kind of procedures certifies the compliance of the
submitted proposals with the standards?
3.1.4 Can different standardized methods of documentation and analysis be accepted (diversity of eligible methods)?
3.1.5 Do interested parties have their say in shaping the standards?
3.1.6 Does the choice of a specific method require justification?
3.1.7 Is quantitative documentation required and if yes under what standards?
3.1.8 Is documented reference to implementation procedures (regulatory, administrative etc) required for each alternative?
3.1.9 Is documented reference to the existing administrative implementation capacities required for each alternative?
3.1.10 Is documented reference to the policy field complexity and collective strategies required for each alternative?
3.2 To what extent additional or modified proposals are accepted during the deliberative process?
3.2.1. Who will decide on this issue?
3.2.2. How the timing for additions and / or modifications will be decided?
3.2.3. How the process for additions and / or modifications will be defined?

4. Deliberation

4.1 Which actor on what criteria and through what kind of procedures formulates the deliberation process?
4.1.1 Is the deliberation process divided into preliminary and main phase?
4.1.2 Which collective players, on what criteria and at what stage should be invited to the deliberation process?
4.1.3. In what ways fragmented and dispersed social interests should be represented (e.g. through citizens panels, discussion groups, public opinion surveys etc.)
4.1.4. Who and on what criteria decides how long the deliberation process, and in more detail every stage of it, should last?
4.2 What means are used for deliberation:
4.2.1. Face to face contacts: what institutional framework, what physical location, what frequency?
4.2.2 Written dialogue through the Internet: what web page, how much time?
4.3 How widespread access to the materials and conclusions of the deliberation is ensured?
4.3.1 At what stage and how is the general public informed about the deliberation process and its findings?
4.3.2 Is the general public offered the opportunity to comment on the consultation results and by what means?

5. Decision

5.1. What will be the final output of the deliberation process?
5.1.1. Should it result in a single proposal selection?
5.1.1.1. Who makes the proposal selection?
5.1.1.2. Is it approved by consensus, unanimity or majority?
5.1.1.3. Are the minority proposals disclosed, and if so how?
5.1.2. Are alternative proposals prioritized
5.1.2.1. Who makes such ranking and on what criteria?
5.1.3. Are all alternatives released without prioritization?
5.1.3.1. If so, who prepares the finalized version of each proposal?
5.2. How is it proved that the regulating body (-ies) and / or the implementing agency (-ies) took into account the findings, evidence and conclusions of the deliberative process?

6. Monitoring, Evaluation and Review

6.1. Does the final policy decision provide automatic review mechanisms such as :
6.1.1. Ex ante specified expiry date of a given regulation (“sunset clause”)
6.1.2. Implementation plan with final completion date
6.1.3. Contractual agreement (e.g. between the regulator, the community or a supervising body and the implementing agency) over specific and measurable deliverables and results.
6.2. Does the final decision provide with mechanisms for quantitative monitoring and evaluation of the effective impacts of a given policy?
6.2.1. Does it provide for regular assessment periods during implementation (on going
evaluation) or after the completion of an implementation phase (ex post evaluation)?
6.2.2. Does it endow with metrics for quantitative monitoring and evaluation?
6.2.3. Does it comprise tasks for data collection and processing?
6.3. In case of a review of the policy decision will the deliberative process be reactivated?
6.3.1. Which actor on what criteria and through what kind of procedures launches a reviewing deliberation?
6.3.2. Which of the initial participants is going to be invited to be part of the reviewing deliberation?
6.3.3. Can additional participants be invited? Who and over what criteria decides on
that?
6.3.4. What will be the final deliverables of the reviewing deliberation?
6.3.5. What kind of evidence is required to prove that such deliverables are taken into account by policy-makers?

4. THREE IMPLEMENTATION SCENARIOS

The variables composing the above-mentioned deliberative framework can evolve according to two alternative hypotheses. The first hypothesis regards a result-oriented politico-administrative machinery [24] with an open and inclusive culture. The second hypothesis refers to a rule oriented [25] apparatus with an introvert, bureaucratic culture.
Therefore the above setting can be configured through three alternative scenarios:
• a “high expectations” scenario,
• a “low expectations” scenario and
• an “intermediate” one
The first scenario will be an attempt to envisage the full application of the model in an entirely favourable environment. The second represents a simulation of implementation in a negative environment, regarding both cultural and procedural aspects. Finally, the third scenario reflects an optimization effort under relatively unfavorable conditions again.

The following table presents a comparison of the three scenarios applied on several selected variables of the model


Α. ISSUE EMERGENCE PHASE

VARIABLES
Which actor, on what criteria and through what kind of procedures inscribes a given policy issue in the institutional political – administrative agenda?

“HIGH EXPECTATIONS” SCENARIO

The public agency that is mainly responsible for a given policy field, after preliminary formal consultation with all involved public agencies and all registered representative organizations and social partners within the scope of the policy intervention

“LOW EXPECTATIONS” SCENARIO

The public agency that is mainly responsible for a given policy field, without prior consultation

“INTERMEDIATE” SCENARIO

The public agency that is mainly responsible for a given policy field after preliminary informal consultation with selected key collective players, both public and private, within a given policy field.


B. ISSUE STRUCTURING PHASE

VARIABLES

Which actor on what criteria and through what kind of procedures determines the variables to be explored?

“HIGH EXPECTATIONS” SCENARIO

The participants in the preliminary consultation.

LOW EXPECTATIONS” SCENARIO

The variables can be expanded through proposals formulated during the main deliberation phase.

The public agency that is mainly responsible for a given policy field unilaterally

“INTERMEDIATE” SCENARIO

The mainly responsible public agency after informal consultation with selected collective players


C. DELIBERATION PHASE

VARIABLES

Which actor on what criteria and through what kind of procedures formulates the deliberation process?

“HIGH EXPECTATIONS” SCENARIO

General conditions are defined by primary legislation. Specific conditions may result from specific sectoral procedure codes or by agreement during the preliminary deliberation

“LOW EXPECTATIONS” SCENARIO
Conditions are unilaterally defined by the mainly responsible agency in compliance with mandatory rules, if such exist.

“INTERMEDIATE” SCENARIO
Conditions are defined by the mainly responsible agency in compliance with mandatory rules, if such exist, and agreed with partners during preliminary phase phase.




5. CONCLUSIONS

The proposed framework aims to reflect the high complexity and conflictuality of a participative decision making system on public policy issues. The three scenarios’ approach permits to adapt the model to real-life situations. More precisely, the formulation of an “intermediate” scenario seeks to avoid a double risk. Firstly, to stick at a rigid option with high demanding technical, informational and procedural aspects, requiring, in consequence, uncommon cultural and organizational maturity
and outstanding collective skills. Secondly, in order to avoid such extremely rigorous conditions, to adhere to a minimal approach reduced to ineffective incrementalism that will prove incapable to improve deficient policy-making.

.
[1] Kalampokis E, Tambouris E, Tarabanis K, A Domain Model for eParticipation, The Third International Conference on Internet and Web Applications and Services, IEEEA, 2008, p.p. 25-30
[2] Deetz S, Crossroads—Describing Differences in Approaches to Organization Science: Rethinking Burrell and Morgan and Their Legacy, Organization Science, Vol. 7, No. 2, March-April 1996, pp. 191-207.
[3] Sanford C, Rose J, Characterizing eParticipation, International Journal of Information Management 27 (6): 406-421 Dec 2007
[4] Jarvinen P, On developing and evaluating of the literature review, University of Tampere, Department of Computer Sciences Series of Publications D – Net Publications, D-2008-10, September 2008.
[5 ] Leach WD, Sabatier PA ,To trust an adversary: Integrating rational and psychological models of collaborative policy-making , American Political Science Review 99 (4): 491-503 November 2005
[6] Montpetit E, Policy design for legitimacy: Expert knowledge, citizens, time and inclusion in the United Kingdom's biotechnology sector, Public Administration 86 (1): 259-277 2008
[7] Schneiderhan E, Khan S, Reasons and inclusion: The foundation of deliberation, Sociological Theory 26 (1):1-24 March 2008
[8 ] Montpetit E, Public consultations in policy network environments: The case of assisted reproductive technology policy in Canada, Canadian Public Policy-Analyse de Politiques 29 (1): 95-110 March 2003
[9] Parkinson J.,Legitimacy problems in deliberative democracy, Political Studies , 51 (1): 180-196 March 2003
[10] Hickerson A, Gastil J, Assessing the difference critique of deliberation: Gender, emotion, and the jury experience ,Communication Theory 18 (2): 281-303 May2008
[11] Niemeyer S, Dryzek JS, The ends of deliberation: Meta-consensus and inter-subjective rationality as idealoutcomes, Swiss Political Science Review 13 (4): 497-526 2007
[12] Papadopoulos Y, Warin P , Are innovative, participatory and deliberative procedures in policy making democratic and effective? European Journal of Political Research 46 (4): 445-472 June 2007
[13] Hendriks CM, Dryzek JS, Hunold C, Turning up the heat: Partisanship in deliberative innovation , Political Studies55 (2): 362-383 June 2007
[14] Button M, Mattson K, Deliberative democracy in practice: Challenges and prospects for civic deliberation, Polity 31 (4): 609-637 Sumer 1999
[15] Parkinson John, Legitimacy Problems in Deliberative Democracy, Political Studies, Volume 51, Issue 1, March, 2003, Pages: 180-196
[16] Parkinson J , Why deliberate? The encounter between deliberation and new public managers, Public Administration, 82 (2): 377-395 June 2004
[17] Harrison S, Mort M., Which champions, which people? Public and user involvement in health care as a technology of legitimation, Social Policy & Administration 32 (1): 60-70 March 1998
[18] Hogwood, B W., & Gunn, L A., (1984), Policy Analysis for the Real World, Oxford University Press
[19] Howlett M. Ramesh. M., (2003), Studying Public Policy: Policy Cycles and Policy Subsystems. OxfordUniversity Press
[20] Latour B, (1992) ‘‘Where Are the Missing Masses? The Sociology of a Few Mundane Artifacts’’, in Bijker Wiebe, E., Law John, (eds)., Shaping Technology, Building Society: Studies in Sociotechnical Change, MIT Press, , pp. 225–258
[21] Olson M, The logic of collective action: public goods and the theory of groups, Harvard University Press, 1971
[22] Tsebelis G., Veto Players: How Political Institutions Work, Princeton University Press, 2002
[23] Hisschemoller, M., and Hoppe, R. (2001). Coping with Intractable Controversies: The Case for Problem Structuring in Policy Design and Analysis. In: Hisschemφller M., Hoppe R., Dunn W. N., Ravetz J. R, (eds)., Knowledge, Power, and Participation in Environmental Policy Analysis, Transaction Publishers, 47-72
[24] Boesen N, Therkildsen O (2005). A results-oriented approach to capacity change, Danish Institute for International Study
[25] Herbst H. (1997), Business Rule-oriented Conceptual Modeling, Springer,

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Η ιδεολογία του κράτους. Tου Πασχου Μανδραβελη

H KAΘHMEPINH Hμερομηνία δημοσίευσης: 15-03-11

Η ιδεολογία του κράτους

Tου Πασχου Μανδραβελη / pmandravelis@kathimerini. gr

Μπορούμε να καταλάβουμε γιατί αυτό το πρόγραμμα σταθεροποίησης έπεσε βαρύ στην κυβέρνηση. Είναι κυβέρνηση ενός κόμματος, το οποίο θεοποίησε τον κρατισμό και άσκησε επί μακρόν τις πολιτικές του.
Από την άλλη, όμως, αυτό το πρόγραμμα θα έπεφτε βαρύ σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, οποιουδήποτε κόμματος. Ζούμε σε μια κοινωνία που, όχι μόνο από τη μεταπολίτευση, όπως θρυλείται, αλλά από τον Εμφύλιο και μετά είχε ως μόνο ιδεολογικό μπούσουλα την κρατική παρέμβαση. Από αυτήν την κοινωνία προέρχονται τα κόμματα, από αυτά τα κόμματα προέρχονται τα στελέχη τους. Τις μόνες παραστάσεις που έχουν και τη μόνη ιδεολογική επεξεργασία που έκαναν, είναι αυτό που λένε οι πολίτες μπροστά σε δέκα εκατοστά χιονιού: «Μα, πού είναι το κράτος;».
Η αλλαγή του ιδεολογικού Παραδείγματος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο κρατισμός έχει απολιθωθεί στη σκέψη όλων. Οχι μόνο των κυβερνητικών στελεχών, αλλά και των αντιπολιτευόμενων• στη μείζονα και στην παλαβή αντιπολίτευση. Κυριαρχεί ακόμη κι εκεί που θα έπρεπε να είναι κόκκινο πανί, π. χ. στους μαζικούς φορείς των επιχειρηματιών. Βλέπουμε, για παράδειγμα, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης από τη μια να θρηνούν για τις «σπατάλες του κράτους» και ταυτόχρονα να ωρύονται κατά των ιδιωτικοποιήσεων. Να χύνουν δάκρυα για τα ελλείμματα και να αναρωτιούνται γιατί το κράτος δεν δημιουργεί επιπλέον ελλείμματα, συντηρώντας την κρατικοδίαιτη ανάπτυξη.
Η οικονομική κρίση πύκνωσε τον πολιτικό χρόνο, αλλά όχι και τον ιδεολογικό. Μπορεί η κυβέρνηση να είναι αναγκασμένη να παίρνει μέτρα που πριν από δύο χρόνια δεν μπορούσαμε να τα διανοηθούμε, αλλά δεν μπορεί να τα μεταφράσει ούτε να τα δικαιολογήσει παρά μόνο λέγοντας «τι να κάνουμε; μας αναγκάζουν οι αγορές, η Ε. Ε., το Μνημόνιο και το κακό συναπάντημα». Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία βρίσκεται σε μια απέραντη θολούρα. Αντιλαμβάνεται ότι το προηγούμενο μοντέλο έφαγε τα ψωμιά του, αλλά δεν έχει ξεκάθαρο ποιο είναι το καινούργιο μοντέλο. Δεν το ξεκαθαρίζει και κανείς. Μαθαίνει για παράδειγμα τις σπατάλες στο σύστημα υγείας και αμέσως μετά βλέπει τους θρήνους των τηλεπαρουσιαστών για τους γιατρούς που τάχαμου θα πληρώνονταν 600 ευρώ τον μήνα. Ενώ όλοι οι πολίτες κατανοούν αυτό που είπε ο Αντονι Γκίντενς, ότι «το κράτος είναι πλέον πολύ μεγάλο για τα μικρά και πολύ μικρό για τα μεγάλα», δεν υπάρχει ακόμη ένα επεξεργασμένο ιδεολογικό Παράδειγμα για μια χώρα με μικρότερο και διαφορετικό κράτος. Επόμενο είναι όλοι να στρέφονται στο μόνο πράγμα που ξέρουν και προπαγανδίζει ένα ολόκληρο σύστημα Μέσων Ενημέρωσης, διανοούμενων, καθηγητών ΑΕΙ, συνδικαλιστών και πολιτικών.
Αυτό το χάσμα μεταξύ της πολιτικής και ιδεολογίας, μεταξύ δηλαδή της ανάγκης λήψης άμεσων αποφάσεων και των αναγκαίων κοινωνικών συναινέσεων, κάποιες φορές γεφυρώνεται με επίκληση του εθνικού κινδύνου της χρεοκοπίας και τις περισσότερες φορές με ημίμετρα. Μόνο που τώρα τα πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Χωρίς τα λεφτά των αγορών το κράτος πρέπει τάχιστα να μειωθεί και να αλλάξει. Παρά τις αντιστάσεις του συστήματος και τη δυσθυμία των κυβερνητικών στελεχών η χώρα δεν έχει άλλο δρόμο. Ούτε άλλο χρόνο να σπαταλήσει...

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

ΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ"

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ «ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ»


Οι κρίσεις διαμέσου των οποίων πορεύονται την στιγμή αυτή η Ευρώπη και η Ελλάδα δεν είναι ταυτόσημες. Είναι όμως αλληλοεπηρεαζόμενες.

Η Ελλάδα υφίσταται ασφαλώς τις συνέπειες των θεσμικών ανεπαρκειών, του ατελούς σχεδιασμού πολιτικών, των αναπτυξιακών και δημοσιονομικών ανισορροπιών και της περιορισμένης διακρατικής αλληλεγγύης της Ένωσης. Η ευρωπαϊκή νομισματική, οικονομική και πολιτική σταθερότητα με την σειρά της, εν μέσω και εξ αιτίας των ανωτέρω αδυναμιών, κλυδωνίζεται από τις περιπέτειες του ελληνικού χρέους.

Οι κρίσεις αυτές είναι επί πλέον χρονικά οριοθετημένες. Υπάρχει ένα πριν και ένα μετά. Ένα πριν που τις προκάλεσε. Ένα μετά που -οι εχέφρονες τουλάχιστον ευελπιστούν ότι- δεν θα αναπαράγει εκ νέου τις γενεσιουργές των κρίσεων αιτίες..

Η μέχρι στιγμής επιστημονική και πολιτική συζήτηση έχει επικεντρωθεί, δικαίως ίσως, στην αναζήτηση διεξόδων διαφυγής από την τρέχουσα δυσμενή συγκυρία. Ωστόσο τα μακροπρόθεσμα ζητήματα, είναι εξ ίσου, αν όχι και περισσότερο, σημαντικά.

• Είναι οι κρίσεις αυτές φαινόμενα συγκυριακά η προϊόντα οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών σταθερότυπων στη μακρά διάρκεια ;

• Θα πρέπει η διέξοδος να αναζητηθεί σε οινομικο-θεσμικές τεχνικές διευθετήσεις ή σε αξιακές ανατροπές ;

• Είναι επίκαιρη και εφικτή η προσφυγή σε εναλλακτικά υποδείγματα ανάπτυξης και διακυβέρνησης;

• Υπάρχει σήμερα η αναγκαία ωριμότητα ανίχνευσης των συστατικών χαρακτηριστικών τέτοιων εναλλακτικών υποδειγμάτων

• Μπορούν οι προοπτικές υπέρβασης της Ευρωπαϊκής και της Ελληνικής κρίσης να συζητηθούν σε ενιαίο πλαίσιο και προς ποια κατεύθυνση;
Με βάση τα ερωτήματα αυτά το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Γενικού Τμήματος Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου διοργανώνει την Τρίτη 22/3 ώρα 18.00’ στο Αμφιθέατρο Καράγιωργα ΙΙ ημερίδα με θέμα :

«Πέρα από την Κρίση. Αξιακές και τεχνικές προϋποθέσεις μιας διαφορετικής οικονομίας σε μια διαφορετική κοινωνία»

Μιλούν οι:

• Γιάννης Δραγασάκης με θέμα Από τη συσσώρευση του πλούτου στην ικανοποίηση αναγκών
• Γιώργος Παγουλάτος με θέμα Η μακρά διαδρομή της κρίσης
• Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος με θέμα Μία Δημοκρατία με πολίτες: Κυβερνώντες και κυβερνώμενοι ενόψει μιας διαρκούς κρίσης
• Θόδωρος Τσέκος με θέμα Ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης προϋποθέτει ένα διαφορετικό υπόδειγμα ευημερίας

Θα ακολουθήσει συζήτηση

Την εκδήλωση συντονίζει ο Αργύρης Πασσάς

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

Εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας:«Η Εθνική εμπειρία στο Ενωσια

Με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου των Αργύρη Πασσά και Θόδωρου Τσέκου
“Εθνική Διοίκηση και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Η Ελληνική εμπειρία ”

  • Το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

  • Το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου

  • Tο Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet του Πανεπιστημίου Κύπρου

  • Η Κυπριακή Ακαδημία Δημόσιας Διοίκησης

    και οι εκδόσεις Παπαζήση

    διοργανώνουν την Δευτέρα 15 Ιουνίου και ώρα 18:30 στηνΑίθουσα UNESCO
    του Πανεπιστημίου Λευκωσίας (Λεωφόρος Μακεδονίτισσας 42, 1700 Λευκωσία) εκδήλωση με θέμα: «Η Εθνική εμπειρία στο Ενωσιακό πολιτικό και διοικητικό σύστημα»


    Τη συζήτηση συντονίζει ο δημοσιογράφος Κυριάκος Πιερίδης

    Ομιλούν οι:

  • Ιωσήφ Ιωσήφ
    Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκών Θεμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου


  • Κύπρος Κυπριανού
    Διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού της Κυπριακής Δημοκρατίας

  • Θεόδωρος Τσέκος
    Επ. Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας

  • Αργύρης Πασσάς
    Επ. Καθηγητής Κρατικής Διοίκησης και Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης του Παντείου Πανεπιστημίου

    Την εκδήλωση θα χαιρετίσουν οι:

  • Μιχάλης Ατταλίδης -Πρύτανης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

  • Χρήστος Πατσαλίδης -Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Οικονομικών της Κύπρου

  • Γλαύκος Χατζηπέτρου - Γενικός Γραμματέας της Παγκύπριας Συντεχνίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΑΣΥΔΥ)





Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΙΑΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Θεόδωρος Ν. Τσέκος

Κείμενο εισήγησης στο συνέδριο του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου με θέμα «Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό», 14-15/04/2008


1. Τι είναι προοδευτική πολιτική και πως άπτεται της δημόσιας διοίκησης

Η δημόσια δράση λαμβάνει την μορφή δημοσίων πολιτικών. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει πεδίο κοινωνικής δραστηριότητας και διάσταση της συλλογικής και ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης που να μην αποτελούν αντικείμενο δημόσιας πολιτικής. Η παρατήρηση αυτή δεν έχει μόνο οντολογικό αλλά και δεοντολογικό χαρακτήρα. Όχι μόνο εν τοις πράγμασι ασκούνται εκτενώς δημόσιες πολιτικές που άπτονται της οικονομίας και της κοινωνίας των πολιτών αλλά και υφίστανται αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούν τις παρεμβάσεις αυτές αναγκαίες για την κοινωνική ισορροπία και αναπαραγωγή. Η θεσμική, οργανωτικο-λειτουργική και ανθρώπινη επάρκεια της δημόσιας δράσης και των φορέων της κρίνεται τελικά στο επίπεδο της επιτυχούς άσκησης των δημόσιων πολιτικών .

Ως προοδευτική πολιτική νοείται κάθε συστηματικά ασκούμενη δημόσια παρέμβαση που αποσκοπεί στην απάμβλυνση της άνισης κατανομής της κοινωνικής ευημερίας, στην ενίσχυση της κοινωνικής συλλογικότητας, στην επαύξηση των βαθμών συλλογικής και ατομικής ελευθερίας και στον αειφορικό αναπροσανατολισμό της ανάπτυξης .

Κύριο –αν και όχι αποκλειστικό- υποκείμενο της δημόσιας δράσης αποτελεί ο δημόσιος χώρος νοούμενος εδώ ως το υπερσύνολο των φορέων δημόσιου χαρακτήρα. Στην διευρυμένη αυτή έννοια θα συμπεριλάβουμε από κοινού την κεντρική και αποσυγκεντρωμένη διοίκηση αλλά και την καθ’ ύλη και κατά τόπο αυτοδιοίκηση με κριτήριο όχι την θεσμική και πολιτική τους διακριτότητα αλλά την συμπληρωματικότητά τους στην άσκηση δημόσιων πολιτικών.

Ο δημόσιος χώρος συγκροτείται ως πολιτικο-διοικητικό σύστημα. Η απρόσκοπτη συνάρθρωση και συλλειτουργία των δύο συνιστωσών του αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα της δημόσιας δράσης. Η επιτυχής συνέργια των δύο υπο-συστημάτων –και των αντίστοιχα διακριτών συλλογικών δρώντων υποκειμένων, ήτοι του πολιτικού και του διοικητικού προσωπικού- προϋποθέτει πέραν της αυξημένης ικανότητας συντονισμού και συνεργασίας- επαρκή ικανότητα δράσης μιάς εκάστης των συνιστωσών χωριστά. Απαιτείται δηλαδή όχι μόνο πολιτική αλλά και διοικητική ικανότητα.

Υπ’ αυτή την έννοια η διοικητική ικανότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της πολιτικής επάρκειας στην άσκηση πολιτικών Ο διοικητικός μηχανισμός δεν είναι αποκλειστικά εκτελεστικός. Δεδομένης της υψηλής –και διαρκώς αυξανόμενης- τεχνικότητας (τόσο επι της διαδικασίας όσο και επι του περιεχομένου) στην άσκηση δημοσίων πολιτικών, η διοίκηση παίζει σημαντικότατο ρόλο (συμμετέχοντας ή αδρανώντας) στην προετοιμασία της λήψης των πολιτικών αποφάσεων σε κανονιστικό επίπεδο αλλά και στην εξειδίκευση και την γεωγραφική, χρονική και θεματική προσαρμογή των αποφάσεων αυτών. Η ίδια η υλοποίηση δεν συνιστά ουδέτερη και αυτόματη διαδικασία αλλά συγκροτείται από μιά πληθώρα μικρο-αποφάσεων ικανών να αποσαθρώσουν και το πλέον εμπνευσμένο πολιτικά πρόγραμμα. Οι παρεμβάσεις ή παραλείψεις της διοίκησης προκύπτουν ως μεταβλητοί συνδυασμοί, μεταξύ άλλων, της τεχνικής επάρκειας αλλά και των μικρο-συλλογικών στρατηγικών των υποκειμένων της.


Για τους προεκτεθέντες λόγους η αναβάθμιση της διοικητικής ικανότητας συνιστά αφ’ εαυτής προοδευτική πολιτική. Ένα κράτος με χαμηλή διοικητική ικανότητα είναι κράτος με μειωμένη δυνατότητα παρέμβασης στο κοινωνικο-οικονομικό γίγνεσθαι. Ένα κράτος που δεν παρεμβαίνει συστηματικά και επαφίεται στις θρυλούμενες αλλά αναπόδεικτες ικανότητες της αοράτου χειρός να προάγει την συλλογική ευημερία εγκαταλείπει τις λιγώτερο ευνοημένες από την αγοραία κατανομή ισχύος και εισοδήματος ομάδες έρμαιο των (καλών ή κακών) προθέσεων των ισχυροτέρων. Οι ισχυρές ομάδες δεν χρειάζονται δημόσιες πολιτικές για να διασφαλίσουν τις επιδιώξεις και τα συμφέροντά τους. Το επιτυγχάνουν με ίδια μέσα. Αδύναμο κράτος συνεπάγεται απορρύθμιση, απορρύθμιση, δε, σημαίνει αυτορρύθμιση των συγκροτημένων και ισχυροτέρων συμφερόντων εις βάρος των διάχυτων και αδυνάμων. Η χαμηλή διοικητική ικανότητα γεννά ένα κράτος αδύναμο άρα μια κοινωνία ανισσοροπιών και αδικίας.


2. Το ελληνικό διοικητικό πρόβλημα


Όψεις ελλείμματος διοικητικής ικανότητας καταγράφονται στο σύνολο σχεδόν των διοικητικών συστημάτων παγκοσμίως Στην Ελλάδα ωστόσο τα διοικητικά πράγματα εμφανίζονται περισσότερο επιβαρυμένα και εντόνως ιδιότυπα. Κατά την ιστορική διαδρομή του ελληνικού κράτους αναπτύχθηκαν πολιτικο-διοικητικοί μηχανισμοί που ενώ μορφολογικά ακολουθούν τα πρότυπα του αναπτυγμένου φιλελεύθερου κράτους στην έμπρακτη λειτουργία τους αποκλίνουν δραματικά από αυτά. Η υπέρμετρη έμφαση στην νομική λεπτομέρεια και η ταυτόχρονη εκτεταμένη ανοχή στην παρατυπία, η κατανόηση της διοίκησης ως συνόλου θεσμών και αρμοδιοτήτων και η υποβάθμιση της σημασίας των διαδικασιών και των πρακτικών αποτελεσμάτων, ο πλήρης διαχωρισμός του φυσικού διοικητικού έργου από την οικονομική διαχείρισή του και η αδυναμία σύνδεσης της προκύπτουσας ωφέλειας με το προκαλούμενο κόστος, η πρόσληψη της ελεγκτικής διαδικασίας ως ελέγχου τυπικής νομιμότητας και όχι αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας , η περιορισμένη κοινωνική διαβούλευση, η αδυναμία μακροχρόνιου σχεδιασμού και υπαγωγής του βραχυπρόθεσμου στο μακροπρόθεσμο, συνιστούν πολιτισμικά, και ως εκ τούτου δομικά και διαχρονικά χαρακτηριστικά του ελληνικού κράτους. Η συμμετοχή της χώρας στην Ε.Ε. απάμβλυνε επιλεκτικά αλλά δεν ανέτρεψε συνολικά τα παραπάνω χαρακτηριστικά

Το αποτέλεσμα είναι μιά γενικευμένη διοικητική αναποτελεσματικότητα και μιά χαμηλή ικανότητα διακυβέρνησης. Συχνά ως κύριες εκφάνσεις των αδυναμιών αυτών του δημόσιου χώρου προβάλλονται οι υπέρμετρες δημόσιες δαπάνες και η υπερ-στελέχωση των υπηρεσιών. Ωστόσο με βάση τα στατιστικά δεδομένα του ΟΟΣΑ το ελληνικό κράτος δεν εμφανίζεται συγκριτικά ούτε ιδιαίτερα πολυάνθρωπο ούτε υπερβολικά δαπανηρό. Το πραγματικό πρόβλημα διοικητικής αναποτελεσματικότητας στην χώρα μας συμπυκνούται πρώτον στην κακή (sub-optimal) αναλογία μεταξύ των πόρων που δαπανώνται και της κοινωνικής ωφέλειας που παράγεται δι’ αυτών και δεύτερον στην άδικη κατανομή τόσο της κοινωνικής επιβάρυνσης όσο και της κοινωνικής ωφέλειας μεταξύ των κοινωνικών ομάδων . Η ελληνική διοικητική αναποτελεσματικότητα τροφοδοτεί, δηλαδή ευθέως, την κοινωνική αδικία

Σ’ αυτές ακριβώς τις προκλήσεις καλούνται να αποκριθούν τελέσφορα οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας.


3. Η απορρύθμιση και η αποπαρέμβαση ως μη-λύσεις των προβλημάτων διακυβέρνησης

Την αναγκαιότητα της διοικητικής μεταρρύθμισης διακηρύσσουν διαπρυσίως και οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. Κινούνται όμως προς μία αντιδιαμετρική κατεύθυνση. Παρά τις κατά καιρούς και κατά τόπους παραλλαγές στην ακολουθούμενη τακτική των συντηρητικών διοικητικών μεταρρυθμίσεων, η στρατηγική κατεύθυνση παραμένει κοινή και σταθερή: έντονη δυσπιστία έναντι του δημόσιου χώρου και των λειτουργιών που επιτελούνται εντός αυτού (κατά την ρήση του Ρόναλντ Ρέηγκαν το κράτος συνιστά το πρόβλημα, δεν αποτελεί την λύση του), και ακλόνητη πεποίθηση περί της αναγκαιότητας της συρρίκνωσής του. Ωστόσο τα προβλήματα ανεπάρκειας της δημόσιας δράσης δεν επιλύονται δια του περαιτέρω περιορισμού της.


Αναδιαρθρώσεις στην τρέχουσα γεωμετρία της διοικητικής δράσης είναι ασφαλώς απαραίτητες έτσι ώστε οι δημόσιοι πόροι να κατανέμονται παραγωγικότερα και το δημόσιο όφελος να μεγιστοποιείται. Οι εν λόγω αναγκαίες οργανωτικές και λειτουργικές αλλαγές δεν υπηρετούνται ωστόσο από την άκριτη, μηχανιστική και, εν τέλει, δογματική προώθηση πολιτικών αποπαρέμβασης και απορρύθμισης, αναστολή δηλαδή των δημόσιων δραστηριοτήτων και περιορισμού της εποπτείας του κράτους στην λειτουργία της αγοράς.

Ο ρόλος του κράτους στην υποκίνηση και ενίσχυση αναπτυξιακής δυναμικής σε πλαίσια αγοράς έχει κατ’ επανάληψη αποδειχθεί ιστορικά κρίσιμος. Η θέση των εθνικών επιχειρήσεων στην διεθνή αγορά διαμορφώνεται όχι μόνο χάρη στις δικές τους προσπάθειες αλλά και ως αποτέλεσμα κρατικών πολιτικών και ιδίως διευθετήσεων στον τομέα της διευκόλυνσης της χρηματοδότησής τους αλλά και της παρότρυνσης της τεχνολογικής και επιχειρηματικής καινοτομίας. Ο ρόλος αυτός του κράτους έχει αποδειχθεί κρίσιμος για οικονομίες που βρέθηκαν στο κατώφλι της οικονομικής ανάπτυξης με χαρακτηριστικό παράδειγμα ασιατικές χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα, όπου η στήριξη του κράτους στην επιχειρηματική προσπάθεια υπήρξε τόσο συστηματική και πυκνή ώστε να υποστηρίζεται από αναλυτές ότι σε αρκετές περιπτώσεις ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς το που σταματούσαν οι δημόσιες ενέργειες και το που άρχιζαν οι επιχειρηματικές. Αλλά και σε ήδη αναπτυγμένες οικονομίες της αγοράς ο ρόλος του κράτους υπήρξε κατά περιόδους καθοριστικός για την έξοδο από κρίσεις. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της σχεδιασμένης κρατικής πολιτικής για την δημιουργία συγκριτικών πλεονεκτημάτων σε συγκεκριμένους παραγωγικούς κλάδους όπως η αυτοκινητοβιομηχανία στην μεταπολεμική Γαλλία. Συχνά ακόμη και στις μέρες μας η αγορά αιτείται συστηματικά την συνδρομή των κρατικών δυνάμεων σε ποικίλα πεδία που κυμαίνονται από την ανάληψη μέρους του επιχειρηματικού ρίσκου, θεωρούμενου ως εξωτερική επιβάρυνση (την χρηματοδότηση επί παραδείγματι μέσω κρατικού προϋπολογισμού μέρους του κόστους για την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας των πτήσεων, των δράσεων αντιρρύπανσης, των πολιτικών τουριστικής προβολής κλπ) , την δημιουργία διχτυού ασφαλείας για την διάσωση επιχειρήσεων αυξημένης σημασίας, (με χαρακτηριστικό στον χρηματοπιστωτικό τομέα το παράδειγμα της παροχής πλήρους κρατικής εγγύησης στην τράπεζα Northern Rock που επλήγη από την εκτεταμένη αδυναμία αποπληρωμής επισφαλών στεγαστικών δανείων στην Μ. Βρετανία.) - την διαμόρφωση συμπληρωματικών προς την δράση του κεφαλαίου, πολιτικών, στον τομέα επί παραδείγματι της αναβάθμισης των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, μέχρι και την εμπλοκή των κρατικών μηχανισμών σε διαδικασίες πωλήσεων (που μπορεί να περιλαμβάνει την έρευνα αγοράς που πραγματοποιούν τα εμπορικά τμήματα των πρεσβειών, τους παρασκηνιακούς χειρισμούς των διπλωματικών αντιπροσωπειών στις χώρες -υποψήφιους αγοραστές, μέχρι και την παρέμβαση της ανώτατης πολιτικής ηγεσίας σε πωλήσεις προς τρίτες χώρες προϊόντων και υπηρεσιών κλάδων αυξημένης εθνικής σημασίας). Τέλος, επίκαιρη παραμένει και η συζήτηση για άμεσες και δυναμικές δημόσιες πολιτικές κατά της ύφεσης και μάλιστα από κυβερνήσεις που δύσκολα θα τους πρόσαπτε κανείς κρατισμό.

Η αγορά χρειάζεται λοιπόν την πολιτική παρέμβαση και την κρατική ρύθμιση για την ομαλή λειτουργία της, την ελαχιστοποίηση του επιχειρηματικού κινδύνου και την βελτιστοποίηση της κεφαλαιακής απόδοσης. Αυτό που εκπορεύεται από την αγορά εν τέλει δεν είναι αίτημα γενικευμένης αποπαρέμβασης. αλλά ένα σύνολο προτάσεων για επιλεκτικές απορρυθμίσεις. Ουσιαστικά η αγορά ζητά αναστολή των κρατικών δραστηριοτήτων σε δυνητικά κερδοφόρους για τις επιχειρήσεις κλάδους, ελαστική ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ελαχιστοποίηση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων κλπ. Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι οι περισσότερες από τις πιθανές αποπαρεμβάσεις / αποκρατικοποιήσεις στις παραπάνω κατευθύνσεις τείνουν, κατ’ αρχή, να περιορίσουν την αναδιανεμητική δραστηριότητα του κράτους, άρα να επιβαρύνουν την θέση των κοινωνικών εκείνων ομάδων που δεν ευνοούνται από την αγοραία διανομή του κοινωνικού προϊόντος και χρήζουν αναδιανεμητικής προστασίας. Αναδιατάσσουν επίσης τις σχέσεις μεταξύ των βασικών υποκειμένων της παραγωγικής διαδικασίας (εργασία και κεφάλαιο) με τρόπο δυσμενή για τις δυνάμεις της εργασίας.

Από την άλλη πλευρά η υπερβάλλουσα ρύθμιση στον χώρο της παραγωγής και της οικονομίας με την μορφή πολύπλοκης νομοθεσίας, πληθωριστικών και μη αναγκαίων ελέγχων κλπ μπορεί να αδρανοποιήσει την πρωτοβουλία και την δημιουργικότητα, συστατικά απαραίτητα όχι μόνο για την οικονομική μεγέθυνση αλλά και για την πολυδιάστατη κοινωνική ανάπτυξη. Θα χρειαστεί λοιπόν να διευκρινισθεί κατ’ αρχή αν και σε ποιά πεδία προγράμματα απορρύθμισης και η αποπαρέμβασης συνιστούν πράγματι εργαλεία προάσπισης ευρύτερων κοινωνικών συμφερόντων. Αυτό θα μπορούσε να αφορά επί παραδείγματι πεδία όπου ο υπερβάλλων κρατικός έλεγχος περιορίζει την καινοτομία και τον ανταγωνισμό υποβαθμίζοντας την ποιότητα και αυξάνοντας το κόστος των εκροών. Αφορά επίσης δημόσιους φορείς που προσφέρουν υπηρεσίες κακής ποιότητας και υψηλού κόστους όπου θα χρειαστεί ωστόσο να τεκμηριωθεί προκαταρκτικά το ότι είναι αδύνατη η βελτίωση της σχέσης κόστους –ωφέλειας σε περιβάλλον δημόσιας δράσης ή/και ότι ο ιδιωτικός (ή ενδεχομένως και ο κοινωνικός) τομέας εμφανίζουν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι του δημοσίου στα συγκεκριμένα πεδία παραγωγής κοινωνικά αναγκαίων αξιών χρήσης.

Αλλά και στις περιπτώσεις που θα επαληθευθεί ότι η αγορά υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού ή ο κοινωνικός τομέας μπορούν να προσφέρουν, σε πεδία όπου προϋπάρχουν κρατικές δραστηριότητες, ποιοτικότερα αποτελέσματα και χαμηλότερο κόστος, ο ρυθμιστικός και αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους κάθε άλλο παρά περιττεύει. Η διασφάλιση του ανταγωνισμού αυτού καθ’ αυτού απαιτεί ρύθμιση και έλεγχο. Θα απαιτηθεί απορρύθμιση των γραφειοκρατικών και συντεχνιακών παραμέτρων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό –όπως πχ. τα κλειστά επαγγέλματα, η αναιτιολόγητη διοικητική επιβάρυνση κ.α.- με παράλληλη ρύθμιση των αγοραίων παραμέτρων που επίσης περιορίζουν τον ανταγωνισμό -όπως οι εναρμονισμένες πρακτικές, οι μονοπωλιακές και ολιγοπωλιακές τάσεις κλπ. Θα χρειαστούν επίσης ρυθμιστικές παρεμβάσεις και συστηματική δημόσια δράση για την εξισορρόπηση της άνισης πληροφόρησης και διαπραγματευτικής ισχύος μεταξύ των συγκροτημένων παραγωγικών και των διάχυτων καταναλωτικών συμφερόντων.

Όσον αφορά το περιεχόμενο της αναπτυξιακής διαδικασίας, αυτής καθ’ αυτής, η πρόσφατη παγκόσμια περιβαλλοντική και διατροφική κρίση καταδεικνύουν την αδυναμία των μηχανισμών της αγοράς να εξασφαλίσουν βιώσιμη ανάπτυξη. Η κατανόηση της ανάπτυξης όχι ως γραμμικής οικονομικής μεγέθυνσης αλλά με όρους κοινωνικής ισορροπίας και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, ο επαναπροσδιορισμός της καινοτομίας με κριτήριο τις κοινωνικά αναγκαίες αξίες χρήσης και ο αντίστοιχος αναπροσανατολισμός της βασικής και της εφαρμοσμένης έρευνας απαιτούν με την σειρά τους συστηματική και εκτεταμένη κρατική παρέμβαση.

Η εγγενής τάση της αγοράς για άνιση διανομή του κοινωνικού προϊόντος, γεννά εξ άλλου την ανάγκη δημόσιας αναδιανεμητικής παρέμβασης προκειμένου να διασφαλιστεί -με τα κριτήρια του βαθμού ανάπτυξης δεδομένης κοινωνίας - ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης για το σύνολο των κοινωνικών υπο-ομάδων ανεξάρτητα από την θέση τους στο οικονομικό σύστημα παραγωγής / διανομής. Απαραίτητος είναι, τέλος, ο ρυθμιστικός ρόλος των δημόσιων μηχανισμών στο πεδίο των σχέσεων παραγωγής για να διασφαλιστεί η κοινωνικά απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και στις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Αλλά η αναγκαιότητα της δημόσιας παρέμβασης δεν εξαντλείται στα πεδία της παραγωγής και της διανομής του κοινωνικού προϊόντος. Δομικές και λειτουργικές διευθετήσεις των πολιτικο-διοικητικών θεσμών καθορίζουν το βάθος και την ουσιαστική λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ισονομία, η ισοπολιτεία και η ισηγορία, συστατικά στοιχεία ενός Κράτους Δικαίου αποκτούν σήμερα διευρυμένο περιεχόμενο, που μόνο η κατάλληλα προσανατολισμένη δημόσια δράση μπορεί να εγγυηθεί. Η ισονομία σε μια ανεπτυγμένη κοινωνία δεν μπορεί εξαντλείται στην τυπική ισότητα έναντι του νόμου αλλά απαιτεί την εξισορρόπηση των υποκειμενικών ικανοτήτων κατανόησης και χρήσης των νομικών κανόνων και των θεσμών από τα κάθε είδους, συλλογικά και ατομικά δρώντα υποκείμενα. Ισοπολιτεία, σημαίνει σήμερα ισοτιμία των κοινωνικών ομάδων εντός των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, άρα συνεπάγεται μηχανισμούς διασφάλισης της ουσιαστικής συμμετοχής του συνόλου των συλλογικών υποκειμένων σ’ αυτές. Η ισηγορία, ως ισοτιμία του λόγου, για να εμπεδωθεί σε ένα περιβάλλον ταυτόχρονης υπερ-πληροφόρησης και γνωσιακής εξειδίκευσης χρειάζεται μηχανισμούς ισότιμης συγκρότησης, συστηματοποίησης που να διασφαλίζει την συγκρισιμότητα και ελεύθερης δημοσιοποίησης των διαφορετικών απόψεων στα πλαίσια ανοικτής διαβούλευσης των δημόσιων επιλογών. Η διασφάλιση των τριών αυτών πυλώνων του κράτους δικαίου στην σύγχρονη εκδοχή τους έχει τέσσερεις προϋποθέσεις: πρώτον, την θεσμική και δομο-λειτουργική αναδιάταξη των μηχανισμών διαμόρφωσης και λήψης των συλλογικών αποφάσεων, δεύτερον, την μεταβολή των όρων διεξαγωγής του δημοσίου διαλόγου επι το δημοκρατικότερο, τρίτον, την αναβάθμιση της ποιότητας των μέσων ενημέρωσης και την διασφάλιση της πρόσβασης σ’ αυτά όλων των απόψεων και, τέταρτο, τον δημοκρατικό, συμμετοχικό και πολύ-πολιτισμικό αναπροσανατολισμό του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του στην ανάπτυξη γνώσεων και δεξιοτήτων. Οι εν λόγω προϋποθέσεις μπορούν να διασφαλισθούν μόνο μέσα από την συστηματική, συνεκτική, συμπεφωνημένη και λογοδοτούσα δημόσια δράση.

Κατά συνέπεια σε έναν κόσμο που καθίσταται διαρκώς πολυπλοκότερος απαιτώντας αξιόπιστες προβλέψεις, συστηματικό σχεδιασμό, πολυδιάστατο συντονισμό και πολύπλευρη διεθνή συνεργασία, ο ρόλος του δημόσιου χώρου και των μηχανισμών του δεν αποδυναμώνεται αλλά αντίθετα ενισχύεται. Το ιδεολόγημα του «λιγότερου κράτους» δεν προσφέρει κανενός είδους λύσεις στα σύγχρονα προβλήματα.

4. Σε αναζήτηση μιάς προοδευτικής διοικητικής πολιτικής

Το πρώτο βασικό ζήτημα που θα πρέπει να επιλυθεί είναι αυτός καθ’ αυτός ο τρόπος παραγωγής της πολιτικής για την διοίκηση αρχής γενομένης από τον τρόπο που προσεγγίζουν τα προοδευτικά κόμματα τα διοικητικά ζητήματα και τις διαδικασίες δια των οποίων τα αναδεικνύουν ως αντικείμενα πολιτικής.

Μια προοδευτική προσέγγιση στα προβλήματα της δημόσιας διοίκησης δεν μπορεί να έχει κατ’ αρχή ως βασικό άξονα τα θέματα του προσωπικού, ούτε μπορεί να εξαντλείται σε μια εσωτερική ματιά. Έχει τεράστια σημασία για την επιτυχή άσκηση μιάς δημόσιας πολιτικής το πώς και, κυρίως, από ποιούς καταρτίζεται η ατζέντα των προς συζήτηση, προώθηση, διεκδίκηση και επίλυση θεμάτων. Συχνά οι σχετικές επεξεργασίες προοδευτικών κομμάτων παράγονται από ομάδες με αυξημένη συμμετοχή των κατά τεκμήριο αρμοδίων, εκείνων που ταυτόχρονα διαθέτουν έμπειρη γνώμη και επιδεικνύουν έντονο ενδιαφέρον, δηλαδή των στελεχών της διοίκησης. Η σύνθεση αυτή ενέχει κινδύνους αυξημένης ενδοσκόπησης: τα προβλήματα προσδιορίζονται, δομούνται και ερμηνεύονται κατά κύριο λόγο μέσα από την οπτική των ίδιων των στελεχών της διοίκησης, οπτική που είναι μεν απαραίτητη για την πολιτική ανάλυση του πεδίου μόνο όμως αν εξισορροπηθεί από μιαν οπτική εξωτερική και, θα μου επιτραπεί να υποστηρίξω, σημαντικότερη: εκείνη του χρήστη των δημοσίων υπηρεσιών.


4.1. Για μια «δημόσια επιχειρηματικότητα»

Η επιχειρηματικότητα, αποτελεί διαδικασία ανίχνευσης των εξελισσόμενων κοινωνικών αναγκών και βελτιστοποιημένου συνδυασμού πόρων προς παραγωγή αξιών χρήσης που καλύπτουν τις ανάγκες αυτές. Έχει συνεπώς έναν οικουμενικό χαρακτήρα και δεν θα πρέπει να συνδέεται μονοδιάστατα με ιδιοτελείς και κερδοσκοπικές δραστηριότητες ταυτιζόμενη με τον ιδιωτικό τομέα. Στις χώρες με σχεδιασμένη οικονομία υπήρχαν άλλωστε επιχειρήσεις που προσπάθησαν ανεπαρκώς να παίξουν έναν τέτοιο κοινωνικό ρόλο. Η επιχειρηματικότητα συνιστά κοινωνικά αναγκαία λειτουργία, και η αποστέρηση της δημόσιας διοίκησης από το πνεύμα της συμβάλει στην γραφειοκρατικοποίηση και την αποδυνάμωσή της. Για να αντιπαραθέσουμε συνεπώς στα αδιέξοδα των μηχανιστικών απορρυθμίσεων και των από-παρεμβάσεων μιά προοδευτική στρατηγική διοικητικής μεταρρύθμισης που θα λαμβάνει υπ’ όψη τις ιδιαιτερότητες του δημόσιου χώρου θα χρειαστεί λοιπόν να αναδείξουμε την δημόσια επιχειρηματικότητα

Μιά διοίκηση που επιχειρεί σε προοδευτική κατεύθυνση χρειάζεται κατ’ αρχήν να είναι προσανατολισμένη σε αποτελέσματα (result oriented). Οι τυπικοί κανόνες, δεν πρέπει να συνιστούν γι’ αυτήν αυτοσκοπό αλλά εργαλεία επίτευξης συμπεφωνημένων κοινωνικών στόχων. Δεν απεμπολεί ωστόσο τις κλασσικές αρχές του κράτους δικαίου και οριοθετεί τον επιχειρησιακό χαρακτήρα της συμπληρωματικά προς αυτές.

Διατηρεί η διοίκηση την τεχνική και εκτελεστική της αυτοτέλεια χωρίς φυσικά να εκφεύγει των πολιτικών κατευθύνσεων και του πολιτικού ελέγχου ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Μετέχοντας εκ των πραγμάτων στις διαδικασίες όχι μόνον εφαρμογής αλλά και σχεδιασμού συγκροτείται ως υποκείμενο με ιδία και αυτοτελή τεχνική άποψη περί των ασκούμενων δημοσίων πολιτικών πόρρω απέχουσα από την κοινότοπη αντίληψη περί της διοίκησης ως παθητικού εκτελεστικού μηχανισμού.

Σημαντικό ρόλο εξομάλυνσης των προβλημάτων που αναφύονται στο πεδίο που άπτεται των σχέσεων μεταξύ αξιακών / πολιτικών και πραγματολογικών / τεχνικών παραμέτρων των ασκούμενων πολιτικών θα παίξει η ενδεχόμενη αναδιάταξη της συνάρθρωσης μεταξύ των πολιτικών και των διοικητικών υποκειμένων του εν γένει δημόσιου χώρου. Παρ’ όλη την αναγωγή της διάκρισης των εξουσιών σε ακρογωνιαίο λίθο του νεωτερικού, φιλελεύθερου κράτους, η κατανόηση της αυξημένης επιρροής που οι εκτελεστικοί μηχανισμοί ασκούν επί των τελικών αποτελεσμάτων της δημόσιας δράσης οδήγησε στην όσμωση του πολιτικού με το διοικητικό υποσύστημα. Το πολιτικό προσωπικό δεν περιορίστηκε στην διαμεσολαβητική λειτουργία και την νομοθέτηση αλλά διείσδυσε στον εκτελεστικό μηχανισμό με την μορφή των πολιτικών προϊσταμένων των διοικητικών υπηρεσιών. Μια τέτοια λύση στο πρόβλημα της υπαγωγής του διοικητικού στο πολιτικό παρήγαγε δευτερογενώς - και όχι μόνον στην χώρα μας- προβλήματα συνδεδεμένα με την σύγχυση των λειτουργιών του σχεδιασμού, της εφαρμογής και του ελέγχου τα οποία χρειάζεται να αντιμετωπισθούν προκειμένου να αναβαθμισθεί η επιχειρησιακή ικανότητα του κράτους. Η επίλυση των εν λόγω προβλημάτων θα μπορούσε να αναζητηθεί στην κατεύθυνση του σταδιακού περιορισμού της οργανωτικής/ ιεραρχικής υπαγωγής του διοικητικού στο πολιτικό και η υποκατάστασή του από ικανούς μηχανισμούς σχεδιασμού πολιτικών και ελέγχου των διοικητικών μηχανισμών εφαρμογής τους, παρά την νομοθετική εξουσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί η επικυριαρχία του πολιτικού και η εμπέδωση της δημοκρατικής διαδικασίας με λειτουργικά και όχι δομικά εργαλεία περιορίζοντας παράλληλα την οργανωτική σύγχυση, αποφεύγοντας την ταύτιση ελέγχοντος και ελεγχομένου (του πλειοψηφούντος-κυβερνώντος κόμματος) και αναβαθμίζοντας, εν τέλει, την απόδοση των διοικητικών μηχανισμών. Στην εύλογη αντίρρηση ότι το μοντέλο αυτό δοκιμάστηκε χωρίς επιτυχία στα πλαίσια των συνταγών του ΝΡΜ, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι υπό το ΝΡΜ το πολιτικό υποσύστημα δεν αναβάθμισε αλλά απεμπόλησε το σχεδιαστικό του ρόλο ταυτίζοντας την διαχειριστική εφαρμογή με τον στρατηγικό σχεδιασμό σε μία ιδεολογική προοπτική συρρίκνωσης της δημόσιας παρέμβασης στο κοινωνικό κυρίως πεδίο, πχ κατανομή πόρων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα αναλογικά με την επίδοση και όχι αντιστρόφως ανάλογα με αυτήν.

Από την άλλη πλευρά η διοίκηση και ευρύτερα το Κράτος ως πολιτικο-διοικητικό σύστημα δεν νοείται να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως αποκλειστικούς διαχειριστές ενός δημοσίου συμφέροντος με υπερβατικό σχεδόν χαρακτήρα, αντιστικτικό προς τα μερικότερα συμφέροντα της κοινωνίας των πολιτών θεωρούμενα εξ ορισμού ως ιδιοτελή. Το δημόσιο συμφέρον συγκεκριμενοποιείται όχι ως υπέρβαση αλλά ως σύνθεση και εξισορρόπηση των μερικών συμφερόντων αλλά και ως προστασία των λιγότερο συγκροτημένων και ισχυρών μεταξύ αυτών . Το Κράτος καλείται να λειτουργήσει ως συντονιστής δικτύων ισοτίμων κοινωνικών εταίρων στα πλαίσια κοινοτήτων δημόσιας πολιτικής (policy communities) εντός των οποίων διασφαλίζει την ουσιαστική διαβούλευση, την εξισορρόπηση των επιδιώξεων, την προστασία των αδυνάτων και την αποτελεσματική εφαρμογή των συλλογικών αποφάσεων.

1. To «Επιχειρούν Κράτος» είναι καινοτόμο. Αυτοπροσδιορίζεται ως παροχέας υπηρεσιών που καλύπτουν κοινωνικές ανάγκες και ταυτόχρονα εμπεδώνουν κοινωνικά δικαιώματα. Αναγνωρίζει ότι οι κοινωνικές ανάγκες δεν είναι ενιαίες και ομοιογενείς αλλά διαφοροποιούνται και εξελίσσονται άρα και οι αξίες χρήσης που παράγονται για την κάλυψή τους θα πρέπει να διαθέτουν διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά τέτοια που να τους προσδίδουν την μέγιστη δυνατή χρησιμότητα για κάθε διακριτό κοινωνικό υποσύνολο στο οποίο απευθύνονται ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να ανανεώνονται με ρυθμούς αντίστοιχους προς την εξέλιξη των κοινωνικών αναγκών.

2. To «Επιχειρούν Κράτος» κατανοεί ότι η παραγωγή αποτελεσματικών δημόσιων πολιτικών δεν εξαντλείται στο πολιτικό/ επιτελικό επίπεδο αλλά ότι οι διαδικασίες υλοποίησης -άρα και οι καθ’ αυτό διοικητικές/ εκτελεστικές υπηρεσίες και οι δομολειτουργικές παράμετροί τους- είναι καθοριστικές για την επάρκεια του τελικού αποτελέσματος. Διακρίνει μεταξύ των τελικών επιθυμητών αποτελεσμάτων και των μεσο/βραχυπρόθεσμων εκροών αντιλαμβανόμενο ότι τα πρώτα συντίθενται από τις δεύτερες, άρα η ποιότητα των τελευταίων συνιστά κρίσιμη παράμετρο για την αποτελεσματικότητα των δημοσίων πολιτικών. Αναγνωρίζει την κεφαλαιώδη σημασία των διαδικασιών στρατηγικού και επιχειρησιακού προγραμματισμού, του ελέγχου εφαρμογής και της αξιολόγησης αλλά και των ποσοτικών εργαλείων διοίκησης. Αξιοποιεί τις τεχνικές ανάλυσης κόστους-οφέλους κατανοώντας ωστόσο τό ότι στο δημόσιο χώρο το μεν σκέλος του κόστους μπορεί να προσεγγισθεί με τις κλασσικές μεθόδους οικονομικής ανάλυσης και κοστολόγησης το δε σκέλος του οφέλους δεν επιδέχεται εν τέλει παρά αξιακό και πολιτικό προσδιορισμό. Προβλέπει, διαχειρίζεται και ελαχιστοποιεί τους κίνδυνους από την δράση του τόσο για τους αποδέκτες των αποτελεσμάτων της όσο και για τους δικούς του σχεδιαστικούς και παραγωγικούς μηχανισμούς.

3. To «Επιχειρούν Κράτος», δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αποκλειστικός παραγωγός των κοινωνικά αναγκαίων αξιών χρήσης. Αντιλαμβάνεται ότι ο βασικός του ρόλος είναι ο πολιτικός/ αξιακός προσδιορισμός των επιθυμητών αποτελεσμάτων μέσα από διαδικασίες συμμετοχής και διαβούλευσης, ο στρατηγικός σχεδιασμός των ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών τους καθώς και των όρων παραγωγής τους, ο έλεγχος διασφάλισης των χαρακτηριστικών αυτών και η εξεύρεση των αναδιανεμητικών πόρων που θα εγγυώνται την πρόσβαση όλων των κοινωνικών υπο-ομάδων σε ζωτικές υπηρεσίες (δημόσια αγαθά). Αναζητεί τον επιχειρησιακά αποτελεσματικότερο και αποδοτικότερο τρόπο παραγωγής των δημοσίων αγαθών συνδυάζοντας με κριτήριο την βέλτιστη σχέση κόστους-αποτελέσματος μεθόδους παραγωγής δι’ ιδίων μέσων, εξωπορισμού (outsourcing) και ανάθεσης στον ιδιωτικό ή τον κοινωνικό τομέα της οικονομίας.


4. Το «Επιχειρούν Κράτος» τέλος, επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό του. Αναγνωρίζει ότι ο στρατηγικός και επιχειρησιακός δυναμισμός των δημοσίων οργανώσεων συναρτάται από τον βαθμό δέσμευσης, την πρωτοβουλία και την ενεργό συνεισφορά των ανθρώπων που τις στελεχώνουν. Αξιοποιεί το γεγονός ότι η ιστορικά θεμελιωμένη μόνιμη σχέση εργασίας του προσωπικού με τις δημόσιες οργανώσεις διευκολύνει την ταύτιση του ανθρώπινου δυναμικού με την εργασιακή συλλογικότητα (ownership) άρα ενισχύει, υπό προϋποθέσεις, την διάθεση προσφοράς και εγγυάται την πολύτιμη οργανωσιακή συνέχεια. Διασφαλίζει τις προϋποθέσεις αυτές μέσω θετικής υποκίνησης των εργαζομένων επιβραβεύοντας, ενθαρρύνοντας και αναβαθμίζοντάς τους. Διαχειρίζεται τους οργανισμούς του ως μανθάνουσες οργανώσεις (learning organizations) και προωθεί την πολυδιάστατη συλλογική μάθηση (knowledge management).

4.2. Ο δημόσιος χώρος ως δίκτυο

Αυξημένη διοικητική ικανότητα και αναβαθμισμένη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης δεν συνεπάγονται αναπόδραστα κρατισμό και απίσχναση της κοινωνίας των πολιτών. Ο δημόσιος χώρος είναι πεδίο πολυδιάστατο που μπορεί να οργανωθεί όχι ιεραρχικά αλλά δικτυακά. Οι κοινότητες δημόσιας πολιτικής (policy communities) μπορούν, υπό όρους, να υποκαταστήσουν την κάθετη και κρατοκεντρική δημόσια δράση. Στα πλαίσιά τους ποικίλοι μέτοχοι, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών και αυτοδιοικητικών φορέων, των μη κυβερνητικών οργανώσεων, των συνδικάτων, των κινημάτων και των κοινωνικών πρωτοβουλιών, μπορούν να συνεργαστούν, να αλληλοσυμπληρωθούν, να περιοριστούν αμοιβαία, να συμβιβαστούν και να εξισορροπήσουν, παράγοντας από κοινού πολιτικές. Προϋπόθεση επίτευξης των αναγκαίων βαθμών ισοτιμίας των ποικίλων αυτών εταίρων αποτελεί η διασφάλιση ισόρροπης ικανότητας πληροφόρησης και τεχνικής επεξεργασίας των δεδομένων εκάστου πεδίου πολιτικής.


Η αναδιάταξη της σχέσης του τοπικού/ μερικού με το κεντρικό/ συνολικό αποτελεί μιά διαφορετική προϋπόθεση πολιτικο-διοικητικής αποτελεσματικότητας. Η αντικατάσταση της σημερινής «υπολειμματικής» συγκρότησης της τοπικής αυτοδιοίκησης από μιά διευρυμένη επικουρικότητα σε συνδυασμό με την αποτοπικοποίηση των διοικητικών λειτουργιών που καθιστούν εφικτή οι νέες τεχνολογίες πληροφόρησης και επικοινωνίας (ηλεκτρονική διοίκηση, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ηλεκτρονική δημοκρατία ) θα γεννήσουν νέες δυνατότητες συμμετοχής στην λήψη και ελέγχου της εφαρμογής των πολιτικο-διοικητικών αποφάσεων και, εν τέλει, μιά διαφορετική σχέση ανάμεσα στο οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό όλον και στα θεματικά και γεωγραφικά μέρη του.

Η σοβαρή αναβάθμιση των ικανοτήτων στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδιασμού καθώς και ο ριζικός ανασχεδιασμός των διαδικασιών εφαρμογής, παρακολούθησης, ελέγχου, διόρθωσης και αξιολόγησης της υλοποίησης και των αποτελεσμάτων της, αλλά και η έμφαση στην –κρισιμότατη- τεχνική τεκμηρίωση των αποφάσεων συνιστούν, εν τέλει, τα μεθολογικά προαπαιτούμενα μιάς προοδευτικής διοικητικής πολιτικής.



Μιά προοδευτική πολιτική διοικητικών μεταρρυθμίσεων για να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνει μεταξύ των αξιακών και των λειτουργικών παραμέτρων των προβλημάτων που καλείται να επιλύσει. Σε όρους βεμπεριανούς χρειάζεται ικανότητες χειρισμού των προβλημάτων που εμπίπτουν στον ορθολογισμό ως προς τις αξίες με τρόπο διαφορετικό από εκείνα που υπάγονται στον ορθολογισμό ως προς τα αποτελέσματα. Εκκινώντας από -και υπηρετώντας- ένα σταθερό αξιακό πλαίσιο χρειάζεται εργαλεία ικανά να αναλύσουν κριτικά και να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις κρίσιμες αξιακές και πολιτισμικές διαστάσεις της δημόσιας δράσης, να διαφωτίσουν στο μάκρο-επίπεδο ζητήματα ορθοπραξίας του δημόσιου χώρου, να επιλύσουν προβλήματα ανάλυσης πολιτικών και στρατηγικής, αλλά και προβλήματα οργανωσιακής αποστολής και οράματος των κρατικών υπηρεσιών, να θέσουν δε και να επιλύσουν στο μέσο και μικρο-επίπεδο, -διακρίνοντας μεταξύ ορθοπραξίας και αποτελεσματικότητας κατά την ρήση του Peter Drucker «Ηγεσία είναι το πράττεις το ορθό, διοίκηση είναι το να ενεργείς σωστά»- ζητήματα διοικητικής αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας με εργαλεία όπως οι ποσοτικές μέθοδοι διοίκησης, ο επιχειρησιακός προγραμματισμός, ο οργανωτικός ανασχεδιασμός, η καθοδική εκχώρηση αρμοδιοτήτων κλπ ενισχύοντας την ικανότητα δράσης, την ποιότητα και την οικονομικότητα των αποτελεσμάτων των δημοσίων οργανώσεων.



1. Ο σχεδιασμός της δημόσιας δράσης θα πρέπει να γίνεται ολοκληρωμένα ανά τομέα δημόσιας πολιτικής εμπλέκοντας συνδυασμένα το σύνολο των δημοσίων φορέων που δραστηριοποιούνται σε δεδομένο πεδίο ανεξαρτήτως της θεσμικής τους φύσης (κεντρική διοίκηση, αυτοδιοικητικοί φορείς, νομικά πρόσωπα κλπ). Ο σχεδιασμός αυτός θα πρέπει να έχει κεντρικό/ καθοδικό χαρακτήρα ως προς τις στρατηγικές κατευθύνσεις και τις κύριες ποιοτικές και ποσοτικές προδιαγραφές προκειμένου να διασφαλίζεται η ενότητα της δημόσιας δράσης και να εξειδικεύεται εν συνεχεία γεωγραφικά και θεματικά προκειμένου να επιτυγχάνεται η ανταπόκριση σε ιδιαιτερότητες και επί μέρους ανάγκες. Η αναβάθμιση της συνολικής ικανότητας στρατηγικού σχεδιασμού και συντονισμού των πολιτικο-διοικητικών μηχανισμών, θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ενίσχυση του ρόλου της νομοθετικής εξουσίας και αρχής γενομένης από το Κοινοβούλιο του οποίου θα πρέπει να ενισχυθεί η ικανότητα εξειδικευμένης διαβούλευσης, αξιολόγησης και σύνθεσης δημοσίων πολιτικών. Μακροπρόθεσμα -και σε ευρωπαϊκό επίπεδο- απαιτείται να αναπτυχθεί ένας τεκμηριωμένος και τολμηρός διάλογος για τις προκλήσεις της αντιπροσώπευσης στον 21ο αιώνα και για τις σχέσεις δημοκρατίας και τεχνοκρατίας

2. Η υποκατάσταση της κυρίαρχης θεσμικής οπτικής για την αναδιοργάνωση του πολιτικο-διοικητικού συστήματος από μία περισσότερο δυναμική οπτική δημοσίων πολιτικών. Αντί να σκεπτόμαστε με όρους κατάργησης ή δημιουργίας οργάνων και ανακατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ διοικητικών επιπέδων εξ’ ίσου αναποτελεσματικών, θα απαιτηθεί να επικεντρωθούμε στην επάρκεια των τομεακών δημοσίων πολιτικών εκάστη των οποίων διαμορφώνει ειδικούς όρους πολιτικής και διοικητικής αποτελεσματικότητας διαμέσου των επάλληλων διοικητικών επιπέδων σχεδιασμού και υλοποίησης (ευρωπαϊκή ένωση, κεντρικό κράτος, περιφερειακή διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση). Επιδιωκόμενος κοινός παρονομαστής : η διασφάλιση συνεργιών τόσο μεταξύ επιπέδων όσο και μεταξύ τομέων μέσα από την χρήση προηγμένων μεθοδολογιών δημοσίου μάνατζμεντ, των νέων τεχνολογιών αλλά και της εκτεταμένης διοικητικής και κοινωνικής διαβούλευσης.

3. Η λειτουργική αντιμετώπιση του συντονιστικού ελλείμματος. Ο ενδεχόμενος περιορισμός του αριθμού των Υπουργείων αυξάνει τον όγκο και την εσωτερική τους πολυπλοκότητα μεταφέροντας το πρόβλημα του συντονισμού από το δι-υπουργικό στο ενδο-υπουργικό επίπεδο χωρίς να το επιλύει. Οι λύσεις στο έλλειμμα συντονισμού θα χρειαστεί συνεπώς να αναζητηθούν όχι στο δομικό αλλά στο λειτουργικό επίπεδο δια της αναβάθμισης των εν γένει συντονιστικών ικανοτήτων της ελληνικής διοίκησης μέσα από την οριζόντια δικτύωση με σταθερούς κόμβους διαβούλευσης, την διαχείριση της διοικητικής γνώσης (knowledge management), την εστιασμένη εκπαίδευση προσωπικού και τις νέες τεχνολογίες.

4. Η διασφάλιση αποτελεσματικών και αποδοτικών διαδικασιών εφαρμογής. Η τυπική νομιμότητα ενεργειών δεν μπορεί πλέον να αποτελεί αποκλειστικό μέτρο ορθής διοίκησης. Η ποσοτική και ποιοτική επάρκεια αποτελεσμάτων και η οικονομικότητα αποτελούν τα τελικά ζητούμενα της διοικητικής δράσης ενώ η ποιότητα των διαδικασιών υλοποίησης την βασική τους προϋπόθεση. Ακατάλληλες διαδικασίες εφαρμογής μπορούν να ακυρώσουν στην πράξη και το πλέον εμπνευσμένο και προσεκτικά προετοιμασμένο νομοθέτημα. Η δημιουργία ενός μηχανισμού πιστοποίησης της καταλληλότητας των κάθε είδους διοικητικών διαδικασιών που θα αναφέρεται στην Γραμματεία της Κυβέρνησης αποτελεί τελικά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση χρηστής διοίκησης. Η τυποποίηση και απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών αποτελεί παράλληλα έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς διαφάνειας και αντιμετώπισης της διαφθοράς. Η εκτεταμένη χρήση ποσοτικών μεθόδων διοίκησης για στοχοθεσία, παρακολούθηση και αξιολόγηση αποτελεσμάτων και θέσεων εργασίας με βάση συγκεκριμένους και ειδικούς δείκτες απόδοσης. Οι –εξ ίσου ποσοτικοποιημένες-τεχνικές διασφάλισης ποιότητας, εξ άλλου, μπορούν να ενισχύσουν τον προσανατολισμό των υπηρεσιών προς τους συναλλασσόμενους και την ικανοποίηση των αναγκών τους, συμπεριλαμβανομένου και του δημοσίου συμφέροντος.

5. Η ευελιξία υλοποίησης δημοσίων πολιτικών. Το πολιτικο-διοικητικό σύστημα οφείλει να διατηρήσει την αποκλειστική ευθύνη ανίχνευσης των κοινωνικών αναγκών, σχεδιασμού των δημοσίων πολιτικών, τυποποίησης των επιθυμητών αποτελεσμάτων, διασφάλισης των αναγκαίων πόρων με προσφυγή όπου απαιτείται σε μηχανισμούς αναδιανομής, και τέλος ελέγχου των προδιαγραφών υλοποίησης και των παραγομένων αποτελεσμάτων. Η υλοποίηση των πολιτικών μπορεί, αντίθετα, να περνά μέσα από ποικίλους συνδυασμούς δράσεων και συνεργασιών δημόσιων και ιδιωτικών φορέων Η ανάλυση κόστους –ωφέλειας θα συνιστά τον τελικό μηχανισμό επιλογής των φορέων υλοποίησης . Η αναβάθμιση των διαπραγματευτικών και ελεγκτικών δεξιοτήτων των δημοσίων υπηρεσιών προς διασφάλιση επωφελών συμβάσεων και πραγματοποίηση εκτεταμένων φυσικών/ επιτοπίων ελέγχων -και όχι απλών ελέγχων δικαιολογητικών- αποτελούν με την σειρά τους προϋπόθεση για την ευέλικτη, άρα αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη εφαρμογή πολιτικών.

6. Η διασφάλιση εξειδικευμένης γνώσης και διεπιστημονικότητας. Η αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών αλλά και η διοικητική μεταρρύθμιση αυτή καθ’ αυτή, δεν αποτελούν πεδία εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και γενικών καθηκόντων. Απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες τόσο για την μεθοδολογία άσκησης διοίκησης όσο και για το περιεχόμενο των πολιτικών. Στην πρώτη περίπτωση, όπως και για την διοικητική μεταρρύθμιση, θα χρειαστούν συστηματικές εισροές από τις επιστημονικές πειθαρχίες της δημόσιας διοίκησης και του δημοσίου μάνατζμεντ, της δημόσιας πολιτικής, των δημοσίων οικονομικών, των ευρωπαϊκών σπουδών και του δημοσίου δικαίου. Σημαντικό πρόβλημα συνιστά το ότι οι τέσσερις πρώτοι κλάδοι υπο-αντιπροσωπεύονται όχι μόνο στο διοικητικό σώμα αλλά και στο ελληνικό ακαδημαϊκό στερέωμα. Η επάρκεια διοικητικής τεχνογνωσίας –εάν όποτε διασφαλισθεί- συνδυασμένη με την τομεακή γνώση θα συγκροτήσουν μιά κρίσιμη μάζα δεξιοτήτων, απολύτως απαραίτητη για την αποτελεσματική διακυβέρνηση της χώρας.


Συμπεραίνοντας θα μπορούσαμε να κωδικοποιήσουμε τα στοιχεία μιάς προοδευτικής διοικητικής πολιτικής ως ακολούθως

1. Η συστηματική, εκτεταμένη και αποτελεσματική δημόσια δράση είναι απολύτως αναγκαία για την διασφάλιση κοινωνικής ισορροπίας και ανάπτυξης. Η αγοραία αυτορρύθμιση δεν είναι σε θέση να επιλύσει τα διαρκώς επί το συνθετώτερο εξελισσόμενα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και αναπτυξιακά προβλήματα.


2. Για την εύρυθμη συνεργασία των διαφόρων φορέων που συμπράττουν για την αποτελεσματική άσκηση πολιτικών χρειάζεται ενίσχυση της συντονιστικής λειτουργίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μεταξύ άλλων με τυποποίηση των συνεργασιακών διαδικασιών και την συγκρότηση ειδικών γραμματειών παρακολούθησης της υλοποίησης των αποφάσεων των συντονιστικών οργάνων από το κυβερνητικό έως το τοπικό επίπεδο.

3. Απαιτείται άμεση αναβάθμιση των σχεδιαστικών λειτουργιών των κάθε είδους φορέων δημόσιας δράσης. Η προσχηματική υιοθέτηση των επείσακτων από το ενωσιακό περιβάλλον τεχνικών διοικητικού σχεδιασμού (επιχειρησιακά σχέδια, μελέτες σκοπιμότητας, ανάλυση κόστους-ωφέλειας, τεχνικά δελτία έργων, ποιοτικοί και ποσοτικοί δείκτες κλπ) θα πρέπει να δώσει την θέση της σε μια ουσιαστική ενσωμάτωσή τους στην τρέχουσα διοικητική εργασία που θα περιλαμβάνει:

a. Χρήση τεχνικών προϋπολογισμού με βάση την ανάλυση του φυσικού έργου (Activity Based Budgeting) την ανάλυση κόστους-ωφέλειας.
b. Μακροχρόνιοι προϋπολογισμοί
c. Τυποποίηση διαδικασιών προγραμματισμού, παρακολούθησης/ ελέγχου και αξιολόγησης σε κάθε είδους φορείς και σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης.
d. Ανάπτυξη ενός συστήματος δημόσιας πληροφόρησης με συστηματοποίηση/ τυποποίηση και απλούστευση των κρίσιμων μεταβλητών που καθορίζουν την λήψη αποφάσεων στα διάφορα πεδία πολιτικής ώστε να διευκολύνεται η συμμετοχικότητα
e. Τυποποίηση και θεσμική κατοχύρωση προδιαγραφών ποιότητας, αποτελεσματικότητας και ποιότητας για κάθε μορφή διοικητικού έργου
f. Συστηματική χρήση ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών διοικητικής απόδοσης τόσο για τον προγραμματισμό, όσο και για τον έλεγχο και την αξιολόγηση, από τους κάθε είδους φορείς και σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης
g. Εξασφάλιση εξειδικευμένων στελεχών σε θέματα σχεδιασμού και ελέγχου τόσο με πρόσληψη όσο και με επιμόρφωση.

4. Αναγκαία τέλος είναι η τυποποίηση των διοικητικών διαδικασιών εφαρμογής των πολιτικών σε επίπεδο εκτέλεσης και η αξιοποίηση των εξαιρετικών δυνατοτήτων που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες για μείωση των διοικητικών ενεργειών, του διοικητικού φόρτου των υπηρεσιών και της επιβάρυνσης του χρήστη μέσω κοινά προσβάσιμων βάσεων δεδομένων (ψηφιακή διαλειτουργικότητα).

Το «He Who Falls» (Celui qui tombe) του Yoann Bourgeois στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας: Ανάγνωση από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης και της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής- της Ευγενίας Π. Μπιτσάνη*

      * Η Ευγενία Π. Μπιτσάνη είναι Καθηγήτρια Πολιτισμικών Σπουδών & Διαπολιτισμικών Σχέσεων και Διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχι...