Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Παναγιώτης Μαΐστρος. Οι θεσμοί και η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια με απασχολεί το πώς η χώρα μας θα διευρύνει το κοινωνικό κεφάλαιό της και ιδίως τους θεσμούς της και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας σε αυτούς. Γιατί μόνον έτσι κάθε νέα Κυβέρνηση δεν θα μας θυμίζει τον Σίσυφο με το νομοθετικό έργο της. 
Διότι κάνουμε λάθος όταν λέμε ότι “θεσμοθετούμε”, ενώ απλώς “νομοθετούμε”. Ένας νόμος για να γίνει “θεσμός” χρειάζεται να διασφαλιστεί η εφαρμογή του (να μη μείνει κρεμασμένος στο ΦΕΚ), να πετύχει τους ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους του, να επικοινωνηθεί στους πολίτες και να πετύχει την κοινωνική αναγνώριση, καταξίωση και στήριξη, άρα την εμπιστοσύνη των πολιτών και τη μακροημέρευσή του. 
Βέβαια είναι σημαντικό ένας νόμος να υπερψηφίζεται και από κόμματα της αντιπολίτευσης και επομένως διασφαλίζει ευρύτερη πολιτική αποδοχή, αλλά ο “νόμος Διαμαντοπούλου” μας δείχνει ότι αυτό δεν αρκεί. Τις περισσότερες φορές πολιτικά κόμματα που καταψήφισαν ένα νόμο τον υπερασπίζονται απέναντι σε επιχειρούμενες καταστρατηγήσεις του, όταν πλέον έχει την κοινωνική στήριξη, δηλαδή έχει γίνει θεσμός. 
Προτείνω να προσεγγίσουμε το ζήτημα πρακτικά, με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις μας και την υπάρχουσα κοινωνική εμπειρία. 
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχα τη χαρά να συνεργαστώ ad hoc με έναν υπουργό, που ανήκει στους έλληνες πολιτικούς με διαχρονική και καθολική αναγνώριση για το έργο τους, σχετικά με την κατανομή ενός σημαντικού ποσού από τον κρατικό προϋπολογισμό, με το οποίο θα χρηματοδοτούνταν δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς για τη διεξαγωγή εκδηλώσεων πολιτισμού. 
Ο υπουργός επέλεξε να μη μοιράσει κατά το δοκούν το ποσό αυτό μόνο με μια Υπουργική Απόφαση, όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε, αλλά προσδιόρισε με τη συνεργασία των υπηρεσιών του υπουργείου αντικειμενικά κριτήρια κατανομής και ετοιμάσαμε μαζί μια πρότυπη Προγραμματική Σύμβαση, με βάση την οποία οι ενδιαφερόμενοι φορείς συμφώνησαν με το υπουργείο τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους και συγκρότησαν μια κοινή επιτροπή παρακολούθησης της πιστής εφαρμογής της Σύμβασης.
Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι η Υπουργική Απόφαση κατανομής του χρηματικού ποσού (δηλαδή η ΣΑΕ), που απεικονίζει τη «δεσποτική εξουσία» του κράτους και βασίζεται στο πατερναλιστικό σύστημα αξιών, θα είχε εφεξής τυπικό χαρακτήρα. Τα ποσά χρηματοδότησης και οι αναλαμβανόμενες δεσμεύσεις βασίζονταν πλέον σε δημοσιοποιημένα αντικειμενικά κριτήρια κατανομής και μια Προγραμματική Σύμβαση που έχει τον χαρακτήρα της εταιρικής σχέσης με αμοιβαία αποδεκτές δεσμεύσεις στόχων, περιεχομένου και αποτελεσμάτων και σύστημα διοίκησης – παρακολούθησης – αξιολόγησής τους. 
Όντας ενθουσιασμένος από αυτή τη μεταρρύθμιση, που εάν καθιερωνόταν σε όλες τις χρηματοδοτήσεις των δημόσιων και των ιδιωτικών φορέων οι οποίοι παρέχουν «Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος (ΥΓΟΣ)», θα εξασφαλίζαμε μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, τη μείωση των πελατειακών σχέσεων και τη διεύρυνση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος, πρότεινα στον υπουργό να εισηγηθούμε τη νομοθέτηση αυτής της μορφής συμβασιοποίησης της χρηματοδότησης. 
Η απάντησή του με άφησε άναυδο και επί αρκετές ημέρες αναρωτιόμουν τι δεν είχα καταλάβει τα προηγούμενα 14 χρόνια που συμμετείχα στο δημόσιο βίο της χώρας, από την πολιτική επιστήμη και τις λειτουργίες του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος της χώρας μας. Μου απάντησε λοιπόν ότι ο “δημοκρατικός κανόνας” του επιβάλει να μην δεσμεύσει τον επόμενο υπουργό με τέτοιους κανόνες και οι πολίτες να έχουν την ευχέρεια να συγκρίνουν και να κρίνουν τους πολιτικούς και τις επιλογές τους. 
Τα 23 χρόνια που έχουν περάσει από τότε δεν έχω καταλάβει ή καλύτερα δεν έχω αποδεχτεί αυτόν τον “δημοκρατικό κανόνα” και εξακολουθώ να πιστεύω και να αγωνίζομαι ώστε οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις από προγραμματικά και νομικά κείμενα, όταν αποδεικνύουν τα οφέλη τους στην οικονομία, την κοινωνία και τον πολιτισμό μας, «να αποκτούν κοινωνική καταξίωση και στήριξη, που είναι η μόνη εγγύηση για τον μη αντιστρεπτό χαρακτήρα των αλλαγών και βελτιώσεων που θα έχουν επιφέρει. Οπότε μετασχηματίζονται σε “θεσμούς” και διευρύνουν το κοινωνικό κεφάλαιο της κοινωνίας».   
Δεν εννοώ εν προκειμένω τους ευρύτερους θεσμούς της Πολιτείας και της κοινωνίας (δικαιοσύνη, πολιτικά κόμματα, ένοπλες δυνάμεις, μέσα μαζικής ενημέρωσης, εκκλησία, οικογένεια κλπ), αλλά τους διοικητικούς θεσμούς της Δημόσιας Διοίκησης που αφορούν τομεακά ή οριζόντια τις ασκούμενες δημόσιες πολιτικές. 
Υπάρχουν παραδείγματα τέτοιων θεσμών στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, αλλά θα αναφέρω μόνον ορισμένους θεσμούς που γνωρίζω καλύτερα. 
Οι πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ πρωτονομοθετήθηκαν το 1964 και παρότι μέχρι σήμερα έγιναν επιμέρους αλλαγές (το 1967, το 1976, το 1980, το 1983, το 1997, το 2013 και το 2016) ουδείς επιχείρησε να αλλάξει τα βασικά χαρακτηριστικά τους: “κλειστός” αριθμός εισακτέων, θέματα κοινά για όλους τους υποψηφίους και διαδικασία αυστηρά ελεγχόμενη από το Υπουργείο Παιδείας σε κεντρικό επίπεδο. Με αποτέλεσμα οι πανελλαδικές εξετάσεις να είναι και να θεωρούνται αδιάβλητες και αντικειμενικές, οπότε έχουν διασφαλίσει κοινωνική καταξίωση και στήριξη και αποτελούν ένα θεσμό του εκπαιδευτικού συστήματος. 
Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) νομοθετήθηκε το 1994 και παρότι μέχρι σήμερα έγιναν επιμέρους αλλαγές (το 2002, το 2004, το 2005, το 2009, το 2010, το 2013, το 2015 και το 2016) και κατά καιρούς άνοιξαν ορισμένα “παράθυρα”, ουδείς τόλμησε να αλλάξει τα βασικά χαρακτηριστικά του. Με αποτέλεσμα να έχει διασφαλίσει κοινωνική καταξίωση και στήριξη και να αποτελεί ένα θεσμό του διοικητικού συστήματος. 
Ο Συνήγορος του Πολίτη νομοθετήθηκε το 1997 «με αποστολή τη διαμεσολάβηση μεταξύ των πολιτών και των δημοσίων υπηρεσιών ..... για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης και την τήρηση της νομιμότητας» και παρότι δεν έχει αποφασιστικές αλλά συμβουλευτικές αρμοδιότητες, κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών και αποτελεί ένα σύγχρονο θεσμό διαμεσολάβησης. 
Τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) ξεκίνησαν το 1998, εντάχθηκαν το 2001 στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ως Πρόγραμμα ΑΡΙΑΔΝΗ και νομοθετήθηκαν το 2002. Κατάφεραν να εξυπηρετήσουν σε σημαντικό βαθμό τους πολίτες, οπότε έχουν διασφαλίσει κοινωνική καταξίωση και στήριξη και αποτελούν ένα θεσμό του διοικητικού συστήματος. 
Η υποχρέωση ανάρτησης των αποφάσεων πράξεων των κυβερνητικών και διοικητικών οργάνων στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ που νομοθετήθηκε το 2010 και ενισχύθηκε το 2013, έχει αναγνωριστεί ως θεσμός διασφάλισης της διαφάνειας και εμπέδωσης της υπευθυνότητας και της λογοδοσίας των φορέων άσκησης της δημόσιας εξουσίας. 
Ποιό είναι το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των θεσμών; Όχι η νομοθετική κατοχύρωσή τους (και η συνταγματική κατοχύρωση ειδικά του ΑΣΕΠ και του Συνηγόρου του Πολίτη), που ανατρέπεται ή “περιγράφεται” εύκολα, αλλά το γεγονός ότι διέρρηξαν τον εσωστρεφή χαρακτήρα που έχουν οι περισσότερες διοικητικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες όταν καταργούνται κανείς δεν ενδιαφέρεται, και κατάφεραν να έχουν διασφαλίσει δημοσιότητα, κοινωνική καταξίωση και στήριξη και δύσκολα μπορεί μια κυβέρνηση «να τους βάλει χέρι» επικαλούμενη τον “δημοκρατικό κανόνα”. 
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι θεσμοί πρέπει να παραμένουν “παγωμένοι” όπως αρχικά συγκροτήθηκαν. Είναι απαραίτητο να εξελίσσονται και να βελτιώνονται. 
Ένα πρώτο παράδειγμα. Η διαδικασία επιλογής προσωπικού του ΑΣΕΠ από αντικειμενική που είναι σήμερα, βασιζόμενη στη μοριοδότηση των τυπικών προσόντων των υποψηφίων, μπορεί να γίνει και αξιοκρατική, με την αξιολόγηση –μέσω προσωπικής συνέντευξης– και των ουσιαστικών προσόντων τους. Με την προϋπόθεση ότι δεν “θα στήνουμε” τις συνθέσεις των επιτροπών αξιολόγησης με συμβούλους του ΑΣΕΠ, νομικούς συμβούλους του ΝΣΚ, εκπροσώπους του ΕΚΔΔΑ και εμπειρογνώμονες, που είναι συμπτωματικά (!!!) στην πλειοψηφία τους φιλοκυβερνητικοί (η μειοψηφία βοηθά στο “ξεκάρφωμα”). Οι δε εμπειρογνώμονες, που είναι απαραίτητοι εφόσον έχουν σχετικές επιστημονικές γνώσεις και επαγγελματική εμπειρία (την οποία συνήθως δεν έχουν τα υπόλοιπα μέλη) πρέπει να μην έχουν οποιαδήποτε “σύγκρουση συμφερόντων” (conflict of interest). Γιατί στην περίπτωση της συστηματικής φιλοκυβερνητικής πλειοψηφίας των επιτροπών, κάποια στιγμή εκ του αποτελέσματος «θα μας πάρουν είδηση» και όχι μόνο «θα μας κράξουν» και θα έχουμε πολιτικό κόστος, αλλά θα έχουμε υπονομεύσει ένα καταξιωμένο στη συνείδηση των πολιτών διοικητικό θεσμό, ο οποίος πολύ δύσκολα θα ξανακτιστεί. 
Ένα δεύτερο παράδειγμα. Τα ΚΕΠ που όχι μόνο μπορούν να γίνουν οι δομές αποκλειστικής επικοινωνίας των πολιτών με τη δημόσια διοίκηση (τα front offices αυτής), αλλά και να εξελιχθούν σε e–ΚΕΠ, διευκολύνοντας την αμφίδρομη ηλεκτρονική επικοινωνία των πολιτών με τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, αξιοποιώντας και τον θεσμό της ηλεκτρονικής υπογραφής των υπαλλήλων και των πολιτών. Αυτό βέβαια είναι εφικτό εάν διαλειτουργήσουν όλοι οι δημόσιοι φορείς και οι βάσεις των δεδομένων τους και βελτιωθεί ο “ψηφιακός γραμματισμός” των πολιτών. 
Ένα τρίτο παράδειγμα. Η ΔΙΑΥΓΕΙΑ μπορεί να βελτιωθεί και από ένα απλό αποθετήριο διοικητικών πράξεων που δημοσιοποιούνται, να εξελιχθεί σε ένα εργαλείο που συμβάλλει στην αξιολόγηση από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της λειτουργίας και των παρεχόμενων υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης, εφόσον κωδικοποιηθούν και προτυποποιηθούν οι αναρτώμενες πληροφορίες, ώστε να πάψουν να είναι «πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι» και να είναι εφικτή η συγκριτική αξιολόγησή τους (benchmarking) μέσω δεικτών αξιολόγησης. 
Επομένως και οι θεσμοί μπορούν να εξελίσσονται και να βελτιώνονται, φτάνει να αξιοποιούνται η ευνοϊκή πολιτική συγκυρία, ο βολονταρισμός των πολιτικών που υποβαθμίζουν το πρόσκαιρο πολιτικό κόστος και οι μεταρρυθμιστικές τεχνικές ή τεχνικοτήτες (technicalities), που θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε και εργαλεία μεταρρυθμιστικής τεχνικής (reform engineering tools).  
Και φυσικά κάθε Κυβέρνηση, με βάση τον “δημοκρατικό κανόνα”, έχει το δικαίωμα να καταργήσει ακόμη και ένα τέτοιο θεσμό ή να τον αντικαταστήσει, εάν το έχει περιλάβει πανηγυρικά στο προεκλογικό πρόγραμμά της με βάση το οποίο την εξέλεξε ο λαός. Οπότε θα εφαρμόσει τη δέσμευσή της “μέρα μεσημέρι” και όχι “στη ζούλα” με νυχτερινή τροπολογία ή με τη σιωπηρή “περιγραφή” ή την απαξίωσή του. 
Όσον αφορά τις υπόλοιπες διοικητικές μεταρρυθμίσεις (π.χ. που βελτιώνουν τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου) οι οποίες δεν έχουν ορατό αποτέλεσμα στους πολίτες, ενδεχομένως για αντικειμενικούς λόγους ή από ελλιπή επικοινωνιακή ανάδειξή τους, η επόμενη Κυβέρνηση αυτής που τις νομοθέτησε, με βάση τον “δημοκρατικό κανόνα” μπορεί να τις καταργήσει χωρίς να χρειαστεί να δώσει σε κανέναν εξηγήσεις. Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα μαθήματα που παίρνει ένα κυβερνητικό κόμμα στα “θρανία της αντιπολίτευσης”.  
Μετά ταύτα, για να έρθουμε στο 2019 και την πιθανότατα τετραετή θητεία της νέας Κυβέρνησης, τι θα έπρεπε να περιμένουμε από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της και ειδικότερα από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί; 
Επειδή η Ν.Δ. στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, εκτός από την αποκατάσταση των θεσμών της δημοκρατίας και τους θεσμούς που δημιούργησε η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι βελτίωσαν καθοριστικά το πολιτικο-διοικητικό σύστημα, δεν έχει δημιουργήσει διοικητικούς θεσμούς στη δημόσια διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση, γι’ αυτό περιμένουμε, εκτός από την εύλογη προτεραιότητα που δίνει στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, πώς θα αποκαταστήσει τους θεσμούς που έχουν πληγεί και ποιούς νέους θεσμούς θα προσθέσει η κυβερνητική θητεία της. 
Άλλωστε η θεσμική μνήμη, που έχει ανάγκη μια κοινωνία για την ανέλιξή της, κτίζεται από τους καταξιωμένους θεσμούς της. 
[Πρώτη δημοσίευση: metarithmisi.gr 25-8-2019]

Τρίτη 27 Αυγούστου 2019

Παναγιώτης Μαΐστρος. Τα πρώτα βήματα μεταρρύθμισης της Δημόσιας Διοίκησης

Σε ανύποπτο χρόνο (στις 13.02.2019) διατύπωσα σε ένα άρθρο μου στη φιλόξενη ιστοσελίδα της “Μεταρρύθμισης” «Μια Αναθεωρητική Πρόταση για τη Μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης», την οποία στη συνέχεια ανέλυσα με ένα 39σέλιδο κείμενό μου στην ιστοσελίδα του «Ομίλου για τη Μελέτη των Δημόσιων Πολιτικών».[ Βλέπε Π. Μαΐστρος (01.04.2019), «Μια Αναθεωρητική Πρόταση για την Ελληνική Δημόσια Διοίκηση του 2020», στο http://publicpolicies.blogspot.com/. ] 
  Με τα κείμενα αυτά αναθεωρώ κατά 90 μοίρες όποιες προσδιορίζουμε ως αναγκαίες διοικητικές μεταρρυθμίσεις τα τελευταία 25 χρόνια. 
  Δηλαδή αντί για την ολιστική, εσωστρεφή και νομοθετική προώθηση των “εν σειρά” διοικητικών μεταρρυθμίσεων, που αποτελούν μια τομεακή δημόσια πολιτική, η οποία προσβλέπει στην εφαρμογή της από κάποιον “αυτόματο πιλότο”, προτείνω μια οριζόντια δημόσια πολιτική που αποτελείται από 10+2 κομβικές και καταλυτικές μεταρρυθμιστικές δράσεις, μόνον επιτελικών και εξωστρεφών λειτουργιών, με “συναίρεση” των δράσεων διοικητικής μεταρρύθμισης και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, που υλοποιούνται “εν παραλλήλω”, αξιοποιώντας ως “παράθυρο ευκαιρίας” το πρώτο εξάμηνο της θητείας της επόμενης κυβέρνησης, με νομοθετικό πλαίσιο που συνοδεύεται από Πρόγραμμα υποστήριξης της εφαρμογής του. 

Οι δώδεκα (10+2) οριζόντιες δράσεις που πρότεινα είναι οι ακόλουθες: 
1. Συγκρότηση επιτελικής δομής παρά τω πρωθυπουργώ η οποία αναλαμβάνει τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της ψηφιακής πολιτικής, περιλαμβανομένης της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, καθώς και τον προγραμματισμό και τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου. 
2. Εκπόνηση και εφαρμογή «ενός νόμου για την εφαρμογή των νόμων» που θα συνοδεύεται από Επιχειρησιακό Σχέδιο Εφαρμογής του και ενός Επιχειρησιακού Σχεδίου Εφαρμογής του νόμου για την «καλή νομοθέτηση». 
3. Διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των συστημάτων όλων των δημοσίων φορέων, που διευκολύνει και την ενοποίηση του συνόλου των βάσεων δεδομένων του δημόσιου τομέα (αξιοποιώντας και το έργο e–Gov του ΕΣΠΑ). Διασφάλιση κεντρικού G–Cloud. 
4. Ενεργοποίηση του θεσμού του «προϋπολογισμού προγραμμάτων» (αξιοποιώντας και το έργο ERP του ΕΣΠΑ). 
5. Συγκρότηση ανεξάρτητης δομής σχεδιασμού και διοίκησης της εφαρμογής όλων των πολιτικών ανθρώπινου δυναμικού (HRM) της δημόσιας διοίκησης (με εργαλείο και το HRMS του ΕΣΠΑ). Δημιουργία «Σώματος ανωτάτων διευθυντικών στελεχών» (δηλαδή της φυσικής ηγεσίας της δημόσιας διοίκησης). 
6. Αναβάθμιση των ΚΕΠ και της ηλεκτρονικής πύλης ΕΡΜΗΣ (με εργαλείο και το CRMS του ΕΣΠΑ). Ψηφιακή υπογραφή και e–ΚΕΠ. 
7. Πιλοτική εφαρμογή της «Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης» σε έξι τομείς δημόσιας πολιτικής (ώστε να συγκροτηθεί ως ενιαίο το διοικητικό σύστημα της χώρας «χωρίς εσωτερικά σύνορα» και με front offices τα ΚΕΠ). Σύνδεση του έργου με τις «αιρεσιμότητες» (enabling conditions) του ΕΣΠΑ 2021–2027. 
8. Υποστήριξη και αξιοποίηση του έργου της ΕΕΤΑΑ «Οργάνωση και λειτουργικός εκσυγχρονισμός των 325 Δήμων και των 13 Περιφερειών», που χρηματοδοτείται από το ΕΣΠΑ 2014–2020. 
9. Αναβάθμιση του Συστήματος Πολιτικής Προστασίας, περιλαμβανομένης της προστασίας των Κρίσιμων Υποδομών (Critical  Infrastructure). 
10. Προώθηση του outsourcing μέσω του benchmarking. 
11. Δημιουργία ενός βαρόμετρου αξιολόγησης από τους πολίτες των υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης με αξιοποίηση: α) των καλών πρακτικών της σχετικής Μελέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2017) και β) των ρυθμίσεων του άρθρου 24 του νόμου 4369/2016. 
12. Πιλοτική εφαρμογή του θεσμού του συμμετοχικού προϋπολογισμού στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. 

Καταγράφοντας τις πολιτικές πρωτοβουλίες που πήρε η νέα Κυβέρνηση διαπιστώνουμε ότι: 
–  Προωθείται η 1η δράση συγκρότησης επιτελικής δομής παρά τω πρωθυπουργώ με το νόμο 4622 για το Επιτελικό Κράτος και με τη συγκρότηση της Προεδρίας της Κυβέρνησης και η 3η δράση με τη δημιουργία του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και το κεντρικό G–Cloud στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων. 
Επίσης, διαβάζοντας τις Προγραμματικές Δηλώσεις στη Βουλή του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης,[ Βλέπε Κ. Πιερρακάκης: «Στοίχημα» οι φιλικές υπηρεσίες του Δημοσίου προς τον πολίτη», ΤΟ ΒΗΜΑ, 21.07.2019, Πηγή: ΑΠΕ–ΜΠΕ. ] διαπιστώνουμε ότι: 
–  Προωθούνται η 6η δράση με την αναβάθμιση των ΚΕΠ και την «κεντρική διαδικτυακή πύλη gov.gr» και τα ψηφιακά εργαλεία της 4ης, της 5ης και της 6ης δράσης, δηλαδή τα εργαλεία «του ενδοεπιχειρησιακού σχεδιασμού του δημοσίου τομέα–ERP, της διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναμικού–HRMS και της διαχείρισης των σχέσεων του δημοσίου με τους πολίτες–CRM», καθώς και το ψηφιακό εργαλείο “112” της 9ης δράσης. 
Εκτιμώ ότι θα υποστηριχθεί και η 8η δράση που αφορά το έργο της ΕΕΤΑΑ, δεδομένου ότι ταιριάζει με την κυβερνητική προτεραιότητα της «Απλούστευσης διαδικασιών και μείωσης της γραφειοκρατίας». 

Επομένως το 50% των δώδεκα δράσεων φαίνεται πως περιλαμβάνονται στο νομοθετικό ξεκίνημα και στις προγραμματικές δεσμεύσεις της νέας Κυβέρνησης. 

Επειδή συνήθως τίποτα δεν είναι τυχαίο, τα τρία από τα ψηφιακά εργαλεία (ERP, HRMS, CRM), που έχει καθυστερήσει η υλοποίησή τους, εντάχθηκαν το 2014 στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα» του ΕΣΠΑ 2014–2020 από το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με Υπουργό τον σημερινό Πρωθυπουργό. 

Παράλληλα, θεωρώ ιδιαίτερα θετικό ότι, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, δεν άκουσα κάποιον κυβερνητικό παράγοντα να επαναλαμβάνει τις παρελθούσης χρήσεως εσωστρεφείς διοικητικές μεταρρυθμίσεις που μας επέβαλαν οι “θεσμοί” (τροποποίηση των οργανογραμμάτων, περιγράμματα των θέσεων εργασίας, αξιολόγηση της ατομικής απόδοσης των υπαλλήλων κλπ). Ελπίζω η νέα Κυβέρνηση να ολοκληρώσει τυπικά τις μεταρρυθμίσεις αυτές, ώστε να βάλουν οι “θεσμοί” ένα “τικ” (V) στην check list και να κοσμήσουμε με τα παραδοτέα τους το μουσείο διοικητικών μεταρρυθμίσεων του προηγούμενου αιώνα. 

Ταυτόχρονα, και δεδομένου ότι το «παράθυρο ευκαιρίας» για σοβαρές διοικητικές μεταρρυθμίσεις «προσφέρεται μόνο στο πρώτο εξάμηνο μιας κυβερνητικής θητείας (βλέπε ΑΣΕΠ, “ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ” και Συνήγορος του Πολίτη, “ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ” και “ΔΙΑΥΓΕΙΑ”)»,[ Βλέπε Π. Μαΐστρος (13.02.2019), «Μια Αναθεωρητική Πρόταση για τη Μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης», στο metarithmisi.gr.] ελπίζω και οι υπόλοιπες κομβικές και καταλυτικές δράσεις που προτείνω και ιδίως ο «Νόμος για την εφαρμογή των νόμων», η «Ανεξάρτητη δομή σχεδιασμού και διοίκησης της εφαρμογής όλων των πολιτικών ανθρώπινου δυναμικού» και η «Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση» να κατανοηθούν και να υιοθετηθούν από τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες. Άλλωστε οι σοβαρές μεταρρυθμίσεις χρειάζονται τουλάχιστον μια τετραετία για να έχουν μετρήσιμα αποτελέσματα και κοινωνική αναγνώριση. 

Ποιοί κίνδυνοι παραμονεύουν; Οι κλασικές αδυναμίες του πολιτικο–διοικητικού συστήματός μας: 
–  Νόμοι που στολίζουν το ΦΕΚ, χωρίς πρόγραμμα υποστήριξης της εφαρμογής τους και γενικότερα η “νομικο-στρεφής” κουλτούρα του συστήματος που περιορίζει την ανάπτυξη επιχειρησιακής κουλτούρας. 
–  Η απουσία επαρκούς τεχνογνωσίας «μεταρρυθμιστικής τεχνικής» (reform engineering) και η ανεπαρκής ικανότητα «διοίκησης αλλαγής», με συνέπεια οι εύλογες αδράνειες και αντιστάσεις κοινωνικών ομάδων και συστημάτων να «προσγειώνουν» και να «εσωματώνουν» τις επιχειρούμενες αλλαγές και βελτιώσεις. 
–  Οι αδυναμίες στελέχωσης και οργάνωσης των δημοσίων φορέων, μετά από τα δέκα περιοριστικά χρόνια της κρίσης, οι αντικειμενικές αλλά χρονοβόρες διαδικασίες του νόμου 4412 του 2016 περί δημοσίων συμβάσεων στην εκπόνηση μελετών, την εκτέλεση έργων, την παροχή υπηρεσιών και τη διενέργεια προμηθειών και η ανεπαρκής τεχνική βοήθεια των δημοσίων φορέων για την ωρίμανση και την υλοποίησή τους. Οι fast track διαδικασίες που θα έλυναν τα προβλήματα έρχονται σε αντίθεση με Κοινοτικές οδηγίες και κυρίως με τη διαχρονική έλλειψη της εμπιστοσύνης των πολιτών στο κράτος. 
–  Η απίσχναση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής λόγω των προβλημάτων της καθημερινότητας και η γρήγορη εξάντληση της ισχυρής πολιτικής βούλησης που διακηρυκτικά συνοδεύει τις εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων, αλλά δεν έχει την υπομονή και επιμονή του μαραθωνοδρόμου, με συνέπεια να επιβεβαιώνεται η εμπειρική διαπίστωση των δημοσίων υπαλλήλων ότι «Το θαύμα κρατάει τρεις μέρες και το μεγάλο τέσσερεις». 

Το σημαντικότερο πάντως στοίχημα που πρέπει κατά τη γνώμη μου να κερδίσει η νέα Κυβέρνηση είναι, όσες από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις πετύχουν, να μην παραμείνουν στον συνήθως εσωστρεφή χαρακτήρα τους, αλλά να συμβάλουν στη βελτίωση των υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις, ώστε να αποκτήσουν κοινωνική καταξίωση και στήριξη, που είναι η μόνη εγγύηση για τον μη αντιστρεπτό χαρακτήρα των αλλαγών και βελτιώσεων που θα έχουν επιφέρει. 

Διότι τελικά η παραμένουσα αξία μιας κυβερνητικής θητείας είναι τα προγράμματα, οι νόμοι, οι δομές και οι λειτουργίες που μετασχηματίζονται σε θεσμούς και διευρύνουν το κοινωνικό κεφάλαιο της κοινωνίας.

[Πρώτη δημοσίευση: Μεταρρύθμιση - metarithmisi.liberal.gr 17-08-2019]  


Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

Παναγιώτης Μαΐστρος. Το Σχέδιο Νόμου για το Επιτελικό Κράτος

Παρακολουθώ με προσοχή τον δημόσιο διάλογο που αφορά το Σχέδιο Νόμου για το Επιτελικό Κράτος και όσα δημοσιεύονται από τη συζήτηση που γίνεται στη Βουλή, η οποία έχει τα παραδοσιακά πολιτικά χαρακτηριστικά που βασίζονται κυρίως σε ιδεολογικούς συμβολισμούς.

Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενό του θα το προσεγγίσω κυρίως υπό την οπτική της διοικητικής επιστήμης και ειδικότερα του δημόσιου μάνατζμεντ (public management).
Οι βασικές επιλογές του Σχεδίου Νόμου βασίζονται σε προτάσεις που διατυπώνουν τα τελευταία χρόνια Διεθνείς και Ελληνικοί φορείς και εμπειρογνώμονες για τη βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης.
Ενδεικτικά, αναφέρω την Έκθεση «Επιθεώρηση της Κεντρικής Διοίκησης» (2011) του ΟΟΣΑ, που τον συμβουλεύονται πλέον όλα τα (έστω και διακηρυκτικά) φιλοευρωπαϊκά κόμματα, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες συστάσεις για την Ελληνική Δημόσια Διοίκηση:
  Συγκρότηση Κέντρου Διακυβέρνησης (σελ. 33).
  Στρατηγική διαχείριση του προϋπολογισμού και καθιέρωση προϋπολογισμού προγραμμάτων (σελ. 36).
  Καλύτερη νομοθέτηση (σελ. 30 & 79).
  Στρατηγική μονάδα σε κάθε υπουργείο με αρμοδιότητες σε θέματα στρατηγικού σχεδιασμού, ανθρώπινου δυναμικού, προϋπολογισμού, καλύτερης νομοθέτησης, διαχείρισης δεδομένων και ΤΠΕ, καθώς και ενδοϋπουργικός και διυπουργικός συντονισμός (σελ. 33).
  Ηλεκτρονική διακυβέρνηση και διαλειτουργικότητα μεταξύ των υπουργείων (σελ. 30 & 34).
  Διάκριση μεταξύ του πολιτικού επιπέδου και μιας τεχνικά ικανής και αντικειμενικής δημοσιοϋπαλληλίας (σελ. 37).
Εκτιμώ λοιπόν ότι με το Σχέδιο Νόμου:
·         ως «Κέντρο Διακυβέρνησης» συγκροτείται η Προεδρία της Κυβέρνησης (άρθρο 21),
·         ως «Στρατηγική μονάδα σε κάθε υπουργείο» συγκροτείται η Υπηρεσία Συντονισμού σε κάθε υπουργείο (άρθρο 38),
·         η «καλή νομοθέτηση» ανατίθεται στη Γενική Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων (άρθρο 25),
·         ο «διυπουργικός συντονισμός» επιδιώκεται μέσω των δύο Γενικών Γραμματειών Συντονισμού (άρθρο 26),
·         ο «ενδοϋπουργικός συντονισμός» σε υπηρεσιακό επίπεδο ανατίθεται στον Υπηρεσιακό Γραμματέα του υπουργείου (άρθρο 36), η διαδικασία επιλογής και ο ρόλος του οποίου επιχειρεί τη «διάκριση μεταξύ του πολιτικού επιπέδου και μιας τεχνικά ικανής και αντικειμενικής δημοσιοϋπαλληλίας»,
·         η «ηλεκτρονική διακυβέρνηση» και η παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου οργανώνεται με το κυβερνητικό M.I.S.– “MAZI” (άρθρο 27) και
·         ο «στρατηγικός σχεδιασμός» και ο «προϋπολογισμός προγραμμάτων» ανατίθεται σε κεντρικό επίπεδο στο Υπουργικό Συμβούλιο, που έχει την αρμοδιότητα της έγκρισης των προσχεδίων δράσης των υπουργείων και του ενοποιημένου προσχεδίου δράσης της Κυβέρνησης, του νομοθετικού προγραμματισμού και του προγραμματισμού του ανθρώπινου δυναμικού, μαζί με το προσχέδιο προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης (άρθρο 3).
Μετά ταύτα, αναρωτιέμαι γιατί το Σχέδιο Νόμου κατηγορείται ότι «οδηγεί σε υπερσυγκέντρωση εξουσιών και σε πρωθυπουργικό κρατικό σύστημα, το οποίο είναι ξένο με την κοινοβουλευτική δημοκρατία».
Κατά τη γνώμη μου, η επιχειρούμενη συγκρότηση προγραμματικής και διοικητικής πυραμίδας δεν επιχειρεί να μιμηθεί τον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» που δίδασκε το Πανεπιστήμιο του Λομονόσοφ, αλλά προσπαθεί να υποκαταστήσει με την κουλτούρα προγραμματισμού των Βορειοευρωπαϊκών χωρών την ελληνική μέθοδο προγραμματισμού που είναι το «Βλέποντας και κάνοντας».
Επίσης, επιχειρεί να διατρήσει οριζόντια τα υπουργεία–“silos” ή φέουδα όπως τα ονομάζει σε πρόσφατο άρθρο του ο Σταύρος Λυγερός.[1]
Όσον αφορά την «ενός ανδρός Αρχή», αρκεί να υπενθυμίσω ότι το Σχέδιο Νόμου προβλέπει ότι το Υπουργικό Συμβούλιο λειτουργεί με κανόνες συλλογικού οργάνου, η γνώμη του Πρωθυπουργού «υπερισχύει στην περίπτωση ισοψηφίας»!!! (άρθρο 4) και δεν του δίνει ούτε καν το δικαίωμα της αρνησικυρίας.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού και το αναλύει στο ίδιο άρθρο του ο Σταύρος Λυγερός: «Μετά την κατάργηση το 1985 κάποιων εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας, το κοινοβουλευτικό πολίτευμα στην Ελλάδα έχει επί της ουσίας εξελιχθεί σε πρωθυπουργοκεντρικό. ..... Μείζον πρόβλημα είναι ότι η νομοθετική εξουσία έχει στην πράξη εκφυλισθεί σε θεραπαινίδα της εκτελεστικής. Σήμερα ο κάθε βουλευτής της συμπολίτευσης είναι περισσότερο υποψήφιος προς υπουργοποίηση παρά βουλευτής».
Επομένως αυτό που χρειάζεται δεν είναι να μειώσουμε τον ρόλο του Πρωθυπουργού που είναι στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά να ενισχύσουμε τη νομοθετική εξουσία (π.χ. με το ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή, την ουσιαστικοποίηση της νομοθετικής λειτουργίας της Βουλής αντί της σημερινής επικυρωτικής λειτουργίας της) και να ενδυναμώσουμε τα θεσμικά αντίβαρα (Δικαστική εξουσία, Ανεξάρτητες Αρχές) και τους θεσμούς διαφάνειας, λογοδοσίας και συμμετοχής των πολιτών.  
Επανερχόμενος στο Σχέδιο Νόμου θα ήθελα να σημειώσω και τα ακόλουθα:
·         Ο ρόλος που αναλαμβάνει η Γενική Γραμματεία Νομικών και Κονοβουλευτικών Θεμάτων (άρθρο 25) είναι σημαντικός και ιδίως το ότι χωρίς την υπογραφή του Γενικού Γραμματέα οι υπηρεσίες της Βουλής δεν παραλαμβάνουν νομοσχέδια ή υπουργικές τροπολογίες. Χρειάζεται όμως σοβαρή επιστημονική και διοικητική υποστήριξη αυτού του ρόλου, διότι αλλιώς κινδυνεύει να δημιουργηθεί συμφόρηση (bottleneck) που θα οδηγήσει στη χαλάρωση της διαδικασίας και τελικά στην ακύρωση του ρόλου της Γενικής Γραμματείας.
·         Οι αρμοδιότητες και οι λειτουργίες που ανατίθενται στις Γενικές Γραμματείες Συντονισμού (άρθρο 26) αποτελούν ένα συγκεντρωμένο τεράστιο έργο που κινδυνεύει να «ανευθυνοποιήσει» τα αρμόδια Υπουργεία, αντί να πετύχει το faire faire και τον συντονισμό τους. Ο ρόλος τους πρέπει να επικεντρωθεί στην εκπόνηση των στρατηγικών κατευθύνσεων, στην παρακολούθηση και τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου και σε επιτελικό έργο.
·         Η πρόβλεψη των 340 θέσεων μόνιμων υπαλλήλων στην Προεδρία της Κυβέρνησης (άρθρο 29) αποτελεί θετική επιλογή που μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία θεσμικής μνήμης σε κεντρικό επιτελικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό, πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ώστε η κατανομή τους στις οργανικές μονάδες και ο ρόλος που θα τους ανατεθεί (περιλαμβανομένης της τοποθέτησής τους σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων) να συμβάλει στον στόχο αυτόν.
·         Η ανάθεση στους Γενικούς Διευθυντές της αρμοδιότητας τελικής υπογραφής των ατομικών διοικητικών πράξεων είναι μια προσπάθεια μείωσης της πελατειακής διαμεσολάβησης και εάν δεν υπονομευθεί θα έχει μεταρρυθμιστική εμβέλεια ανάλογη με τα ΚΕΠ.
·         Ο θεσμός των Υπηρεσιακών Γραμματέων Υπουργείων (άρθρο 36) είναι ασφαλώς καλύτερος του θεσμού των Διοικητικών Γραμματέων του Ν.4369/2016, διότι επιλέγονται από Ανεξάρτητη Αρχή και όχι από τον Υπουργό.
Όσον αφορά τη διαδικασία επιλογής Τομεακών και Διοικητικών Γραμματέων που νομοθέτησε η προηγούμενη Κυβέρνηση προτιμώ να αντιγράψω ένα απόσπασμα από την Επιτελική Σύνοψη της Μελέτης του ΕΛΙΑΜΕΠ «Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση στη διάρκεια της κρίσης» (2018), που συντόνισε η καθηγήτρια Καλλιόπη Σπανού :
«Η σύλληψη του καθεστώτος των Διοικητικών και Τομεακών Γραμματέων με θητεία ενέχει μια ασάφεια. Αποτελούν μέρος της πολιτικής ή της διοικητικής πυραμίδας;  Η θητεία νοείται ως εγγύηση ώστε το επιτελικό στέλεχος να ασκεί απερίσπαστο και με επαγγελματικά κριτήρια τα καθήκοντά του. Δεν εγγυάται όμως την από-πολιτικοποίηση και πολύ περισσότερο δεν αντιμετωπίζει το κρίσιμο ζήτημα της θεσμικής συνέχειας και μνήμης, αφού τα στελέχη αυτά αποχωρούν. (σελ. 76)...... Ίσως τελικά να ήταν προτιμότερη η αποδοχή επί της αρχής ότι θέσεις που βρίσκονται στη διεπαφή διοίκησης–πολιτικής, επισήμως ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια της πολιτικής, με τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων (ελάχιστων απαιτήσεων). Έτσι, οι πολιτικές επιλογές δεν θα χρειάζεται να γίνονται εμμέσως, υπό την κάλυψη τυπικών διαδικασιών οδηγώντας στη διάσταση μεταξύ τύπου και ουσίας, δηλ. στη συνήθη τάση υψηλού φορμαλισμού χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση θέτει περισσότερο από άλλες το ζήτημα της συμβατότητας με την ελληνική πολιτική κουλτούρα (σελ. 77)».
Η σύσταση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας αποτελεί μια θετική επιλογή που μπορεί να διασφαλίσει τον συντονισμό των ελεγκτικών μηχανισμών, εάν συνοδευτεί από ένα αποτελεσματικό Σχέδιο Μετάβασης που θα αξιοποιήσει την εμπειρία «διοίκησης αλλαγής».
Τι λείπει από το Σχέδιο Νόμου;
Τα Υπουργεία, κατά τη διαδικασία εκπόνησης των προσχεδίων δράσης, είναι απαραίτητο να ζητούν τις κατά τομέα πολιτικής προτάσεις των Περιφερειών της χώρας. Επίσης σε κάθε ετήσιο σχέδιο δράσης Υπουργείου και στο ενοποιημένο σχέδιο Κυβερνητικής πολιτικής πρέπει να περιλαμβάνεται ένα κεφάλαιο με την περιφερειοποίησή του, ώστε να αποτυπώνεται με σαφή τρόπο πώς διαφοροποιούνται οι ρυθμίσεις, τα μέτρα και τα προγράμματά τους στις νησιωτικές, τις ορεινές, τις αγροτικές, τις αστικές και τις μητροπολιτικές περιοχές.
Ποιό είναι το δυσκολότερο ζήτημα στην εφαρμογή του Σχεδίου Νόμου όσον αφορά τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου; Η συγκρότηση αρμονικής μήτρας με τις τομεακές/κάθετες λειτουργίες των Γενικών Γραμματέων και τις οριζόντιες λειτουργίες των Υπηρεσιακών Γραμματέων.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να αναφέρω άλλες τρεις συστάσεις της Έκθεσης του ΟΟΣΑ που θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να νομοθετηθούν, αλλά και να διασφαλιστεί η εφαρμογή τους:
  Κάθε νέος νόμος ή πολιτική να περιλαμβάνει σχέδιο εφαρμογής,[2] με ενδιάμεσους στόχους και ποσοτικούς δείκτες βασισμένους στα πραγματικά δεδομένα που προκύπτουν από τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας και σαφή προσδιορισμό των δρώντων που πρέπει να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στη διαδικασία υλοποίησης (σελ. 35).
  Μεταρρύθμιση και ενίσχυση της ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας, δικτύωση των διευθυντών ανθρώπινου δυναμικού, δημιουργία μιας κεντρικής «εργοδοτικής» υπηρεσίας για στρατηγικά ζητήματα διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού, εξασφάλιση του συντονισμού της με τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις του Υπουργείου Οικονομικών και επιλογή του επικεφαλής της υπηρεσίας αυτής με μη πολιτικά κριτήρια (σελ. 134–135).
  Στρατηγική συλλογής και διαχείρισης δεδομένων και εφαρμογή «συστήματος διαχείρισης της γνώσης» (σελ. 39).
Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι το μεγάλο ερώτημά μου δεν αφορά το περιεχόμενο του Σχεδίου Νόμου, αλλά την εφαρμογή του μετά την ψήφισή του από τη Βουλή.
Στην ανάλογη προσπάθεια που κάναμε πριν από 33 χρόνια (Νόμος 1622/1986 – Μέρος Τέταρτο «Δημοκρατικός Προγραμματισμός» – άρθρα 70–74) είχαμε τη ρομαντική αφέλεια πως θα συμβάλλουμε στον συντονισμό της διαδικασίας του αναπτυξιακού προγραμματισμού, δηλαδή πως «θα τετραγωνίσουμε τον κύκλο».
Η μεγάλη διαφορά σήμερα είναι ότι η προσπάθεια ξεκινάει από τον Πρωθυπουργό που δημιουργεί ένα Κέντρο Διακυβέρνησης για τον ιεραρχικά ενοποιημένο προγραμματισμό και τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου.
Το εγχείρημα θα κριθεί από τρεις παραμέτρους:
  Εάν θα εκπονηθεί ένα Επιχειρησιακό Σχέδιο Εφαρμογής με πρότυπα, οδηγίες, on line επικοινωνία, διασφάλιση των υλικών και άυλων πόρων, κατάρτιση και συμβουλευτική υποστήριξη των στελεχών, σύστημα διοίκησης–παρακολούθησης–αξιολόγησης της εφαρμογής του Σχεδίου.
  Εάν τα στελέχη των επιτελικών δομών και λειτουργιών σε υπουργικό και κεντρικό επίπεδο δείξουν επαγγελματισμό και αποτελεσματικότητα στο δημόσιο μάνατζμεντ και δεν βασιστούν στην ψευδαίσθηση του κρατικού imperium που δίνει ο Νόμος και
  Εάν το εγχείρημα επικοινωνηθεί μέσω ορατών στους πολίτες αποτελεσμάτων, ώστε να αποκτηθεί «ο πιο πολύτιμος πόρος στη δημοκρατία μας που είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς», όπως γράφει σε πρόσφατο άρθρο του ο αρμόδιος Υφυπουργός.[3]
Εφόσον δε το νομοθετούμενο Σύστημα Διακυβέρνησης πετύχει τον τεκμηριωμένο σχεδιασμό και την αποτελεσματική εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών της Κυβέρνησης, οι πολίτες θα μπορούν να κρίνουν πολιτικά τη συμβολή της στην ανάπτυξη της χώρας και την κοινωνική συνοχή και στην ανέλιξη και την κοινωνική προστασία των ίδιων και των παιδιών τους.
Αλλιώς η Πολιτική θα ισχυρίζεται ότι θέλει, αλλά ότι η Διοίκηση δεν την αφήνει.

[α' δημοσίευση Μεταρρύθμιση 4/8/2019]



[1] Σ. Λυγερός (01.08.2019), Από τα υπουργεία-φέουδα στο πρωθυπουργείο: Το επιτελικό κράτος του Γεραπετρίτη, https://slpress.gr/politiki/
[2] Βλέπε και το άρθρο μου στο ΒΗΜΑ Τελικά ο Ροΐδης είχε δίκιο (21.04.2019), που αναδημοσιεύτηκε στο metarithmisi.gr
[3] Α. Σκέρτσος (03.08.2019), Το επιτελικό κράτος και το σύνδρομο της Στοκχόλμης, Εφημερίδα των Συντακτών.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Παναγιώτης Μαΐστρος Μια Αναθεωρητική Πρόταση για την Ελληνική Δημόσια Διοίκηση του 2020




Οι πρόσφατες έρευνες της κοινής γνώμης, αλλά και η εμπειρία μας από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται να αλλάξουμε γραμμή πλεύσης στην οργάνωση του κράτους και ειδικότερα της δημόσιας διοίκησης και να αναθεωρήσουμε την αντίληψή μας για τις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.
Η δημόσια πολιτική διοικητικών μεταρρυθμίσεων και βελτίωσης της δημόσιας διοίκησης στη χώρα μας έχει τέσσερα προβληματικά χαρακτηριστικά.
Πρώτον την θεωρούμε τομεακή ενώ είναι οριζόντια δημόσια πολιτική, που πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων των τομεακών δημόσιων πολιτικών. Άμεση συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι ότι δεν προωθεί εξωστρεφείς αλλαγές, αλλά εξαντλείται σε “αυτιστικές” εσωτερικές αλλαγές της δομής, των αρμοδιοτήτων, των λειτουργιών, της τεχνολογικής υποδομής και των πολιτικών προσωπικού.
Δεύτερον, δηλώνει αυτάρεσκα πως έχει ολιστικό χαρακτήρα διότι ρυθμίζει μεσο-πρόθεσμα όλα τα συστατικά στοιχεία της, ενώ η εμπειρία μας δείχνει ότι στη χώρα μας η έλλειψη κουλτούρας μεσοχρόνιου προγραμματισμού και η απουσία συνέχειας στη Διοίκηση δεν ευνοούν τη γραμμική και “εν σειρά” εφαρμογή μεταρρυθμιστικών μέτρων.
Τρίτον, οι δράσεις διοικητικής μεταρρύθμισης νομοθετούνται, χωρίς να συνοδεύονται από Πρόγραμμα Υποστήριξης της Εφαρμογής των νομοθετικών ρυθμίσεων.
Τέταρτον, πολλές δράσεις διοικητικής μεταρρύθμισης και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης δεν συνδέονται μεταξύ τους, ενώ θα έπρεπε να διασφαλίζεται η συνέργεια, η συμπληρωματικότητα και ο χρονισμός τους.
Αυτά τα προβληματικά χαρακτηριστικά όχι μόνο δεν τα ανέτρεψαν, αλλά τα ενέτειναν οι δεσμεύσεις που επέβαλαν στη δημόσια διοίκηση τα Μνημόνια.
Οι εκτιμήσεις των θεσμών ενδεχομένως να βασίζονται στην εμπειρία δημοσίων διοικήσεων άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, αλλά στην Ελλάδα οι ρυθμίσεις αυτές, αντιγραφόμενες στον μεταρρυθμιστικό κώδικα του πολιτικού και διοικητικού σύστηματός μας, στην καλύτερη περίπτωση αποκτούν χαρακτηριστικά «διοικητικής απομίμησης» και στη χειρότερη σταθεροποιούν τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης, μετονομάζοντας απλώς τις διαδικασίες αναπαραγωγής της σύμφωνα με τη σύγχρονη μεταρρυθμιστική ορολογία.
Γι’ αυτό και η «Εθνική Στρατηγική για τη διοικητική μεταρρύθμιση 2017–2018» που εκπονήθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 4336/2015  (3ο Μνημόνιο) επιδιώκει να έχει ολιστικό χαρακτήρα και έχει εσωστρεφείς διοικητικές αλλαγές.
Η απουσία της εξωστρεφούς προσέγγισης αποτυπώνεται και στο νομοθετικό πλαίσιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο νόμος 4369/2016 που περιλαμβάνει τα ακόλουθα : Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, Σύστημα Αξιολόγησης, Βαθμολογική Διάρθρωση Θέσεων, Σύστημα Επιλογής Προϊσταμένων.
Από τις σημαντικότερες μελέτες για τις μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης, οι περισσότερες (Έκθεση του ΟΟΣΑ, «Λευκή Βίβλος για τη Διακυβέρνηση» και τρεις μελέτες της διαΝΕΟσις), παρότι περιέχουν εξαιρετικά εύστοχες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις, προτείνουν τη συνολική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης κυρίως με εσωστρεφείς αλλαγές.
Σε διαφορετική κατεύθυνση κινούνται οι ακόλουθες μελέτες :
 η Μελέτη της διαΝΕΟσις «Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση στην Ελλάδα» (2018) προτείνει ως όραμα την «άριστη εξυπηρέτηση πολιτών, επισκεπτών, καθώς και ελληνικών και διεθνών επιχειρήσεων μέσω του ψηφιακού μετασχηματισμού της Δημόσιας Διοίκησης», συνδέει τις δράσεις ηλεκτρονικής διακυβέρνησης με δράσεις διοικητικής μεταρρύθμισης και από τις 14 ενδεικτικά προτεινόμενες δράσεις, οι 11 έχουν εξωστρεφή χαρακτήρα.
  Η Μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ «Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση στη διάρκεια της κρίσης. Επισκόπηση / Περιγραφή / Αποτίμηση» (2018), περιγράφει και αποτιμά τις μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης στη διάρκεια της κρίσης, διαπιστώνοντας ότι οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις που ολοκληρώθηκαν στην περίοδο της κρίσης είναι όσες επιβλήθηκαν από τα Μνημόνια και είχαν κυρίως δημοσιονομικό χαρακτήρα και ότι οι υπόλοιπες, που αφορούν τις δομές, την περιγραφή των θέσεων εργασίας, την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, το σύστημα σταδιοδρομίας και την αποπολιτικοποίηση των επιτελικών θέσεων (και έχουν κατεξοχήν εσωστρεφή χαρακτήρα), κινούνται σε θετική κατεύθυνση, αλλά παρουσιάζουν αδυναμίες και κινδυνεύουν από παλινόρθωση σε παλαιού τύπου πρακτικές όταν δεν θα παρακολουθείται από τους θεσμούς η εφαρμογή τους.
  Η Μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Η Ποιότητα της Δημόσιας Διοίκησης–Μια εργαλειοθήκη για τους Επαγγελματίες της Δημόσιας Διοίκησης» (2017) θεωρεί ότι οι αποτελεσματικές δημόσιες διοικήσεις όχι μόνο συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών, αλλά και στην επίτευξη των στόχων της Ευρώπης 2020. Προτείνει τη βελτίωση παροχής των υπηρεσιών τους με τη συμμετοχή των χρηστών και με στόχο την ικανοποίηση των προσδοκιών τους αξιοποιώντας και τα σύγχρονα εργαλεία ΤΠΕ.
Εκτιμώ ότι οι γενεσιουργές συνθήκες αλλά και οι πολιτικές επιλογές που οδήγησαν στις επιτυχημένες (έστω και αποσπασματικές) διοικητικές μεταρρυθμίσεις της Μεταπολίτευσης (1975–2010) είναι κυρίως το ότι πήραν τη σχετική πρωτοβουλία επώνυμοι πολιτικοί παράγοντες και μαζί με τις αρμόδιες υπηρεσίες, εκμεταλλεύτηκαν ένα «παράθυρο ευκαιρίας, διασφάλισαν τον εξωστρεφή προσανατολισμό της μεταρρύθμισης, μερικές φορές επικαλέστηκαν επιτυχημένο πρότυπο από άλλη Ευρωπαϊκή χώρα, εξασφάλισαν εξειδικευμένη πίστωση σε Ευρωπαϊκό πρόγραμμα ή/και τη σχετική απαίτηση και υποστήριξη της Ε.Ε., βραχυκύκλωσαν νομοθετικές αγκυλώσεις ή γραφειοκρατικά εμπόδια και επωνυμοποίησαν τη μεταρρύθμιση ώστε να αποκτήσει ένα ισχυρό brand name.
Με βάση τα παραπάνω προτείνω μια δέσμη 10 + 2 κομβικών και καταλυτικών οριζόντιων δράσεων, η πλειοψηφία των οποίων έχουν εξωστρεφή χαρακτήρα και εφαρμόζονται «εν παραλλήλω», αξιοποιώντας ένα «παράθυρο ευκαιρίας» και διασφαλίζοντας τη σύνθεση διοικητικής μεταρρύθμισης και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.
Οι δράσεις αυτές αφορούν τη βελτίωση κρίσιμων επιτελικών λειτουργιών της διακυβέρνησης, τη συγκρότηση της φυσικής ηγεσίας της δημόσιας διοίκησης, τη συγκρότησή της ως ενιαίου διοικητικού συστήματος «χωρίς εσωτερικά σύνορα» και με front offices τα ΚΕΠ και τη βελτίωση της διαδραστικής σχέσης με το περιβάλλον της (πολίτες και επιχειρήσεις).
Παράλληλα, θεωρώ αναγκαίο να προσδιοριστούν και κάθετες δράσεις των τομεακών πολιτικών, ώστε να διαμορφωθεί μια επιχειρησιακή μήτρα που θα διασφαλίσει τη συνέργεια οριζόντιων και τομεακών δράσεων και τη συνάρθρωση δράσεων διοικητικής μεταρρύθμισης και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.


Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Θεόδωρος Ν. Τσέκος* ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΩΣ Ή ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕ ΠΡΟΣΗΜΟ ;




Η οικονομική εξυγίανση και η ποιοτική αναβάθμιση της δημόσιας τηλεόρασης αποτελεί μεταρρύθμιση. Μεταρρύθμιση αποτελεί και η κατάργησή της. Ο ορθολογικός ανασχεδιασμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (συμπεριλαμβανομένων και των μη κρατικών ή και ιδιωτικών πανεπιστημίων) αποτελεί μεταρρύθμιση. Η δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων με την πεποίθηση ότι όλα τα κακώς κείμενα στην τριτοβάθμια θα διορθωθούν μέσω του ανταγωνισμού, είναι επίσης μεταρρύθμιση. Οι μεταρρυθμίσεις συνεπώς δεν είναι ούτε ενιαίες, ούτε μονοδιάστατες, ούτε πολιτικά ουδέτερες. Κανένα πολιτικό αφήγημα και, πολύ περισσότερο, καμία πρόταση διακυβέρνησης δεν μπορεί να είναι γενικώς μεταρρυθμιστική. Οι μεταρρυθμίσεις έχουν πρόσημο. Για τον λόγο αυτό, ειδικά οι πολιτικές δυνάμεις που ευαγγελίζονται μια κοινωνία προστασίας και αλληλεγγύης, προκειμένου να εκπληρώσουν τον πολιτικό τους όραμα, θα πρέπει να προτείνουν και να πραγματοποιήσουν μεταρρυθμίσεις σε προοδευτική κατεύθυνση.

  1. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟ»;


Όμως η χρήση του όρου "προοδευτική - ος" εγείρει προσφάτως ενστάσεις. Αμφισβητείται η παραδοσιακή ταύτιση της κοινωνικής προόδου - διότι σε αυτήν αναφέρεται ασφαλώς η έννοια "προοδευτική-ο"- με αριστερές πολιτικές. Και σε πολλές περιπτώσεις δικαίως διότι εδώ και χρόνια παρατηρούμε πολιτικές ιδιαίτερα συντηρητικές προτεινόμενες από την αριστερή πλευρά του πολιτικού φάσματος. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η άκριτη εμμονή στην διατήρηση των «κεκτημένων» από κοινωνικές ομάδες που δεν κατέβαλαν ή/και  δεν καταβάλουν αντίστοιχη προσπάθεια και δεν παράγουν ανάλογη κοινωνική χρησιμότητα. Κάθε τι προερχόμενο από την αριστερά δεν είναι λοιπόν αυτομάτως προοδευτικό. Χρειάζεται να ορίσουμε εκ νέου το περιεχόμενο της έννοιας.
Ώς προοδευτικές πολιτικές και αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνονται αντιληπτές όσες συνεπάγονται προσανατολισμό και πορεία προς ένα νέο υπόδειγμα ευημερίας και ανάπτυξης βασισμένο σε παραγωγικά μεν εκσυγχρονιστικές, αλλά και περιβαλλοντικά βιώσιμες και, ιδίως, κοινωνικά ευαίσθητες αλλαγές. Για τις μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο η δημόσια ιδιοκτησία δεν μπορεί να αποτελεί κόκκινο πανί. Ούτε η αγορά να θεωρείται πανάκεια και αποκλειστική λύση για κάθε δημόσιο πρόβλημα.

2. ΟΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΘΗΣΥΧΑΖΟΥΝ ΤΙΣ  ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΕΣ

Οι παραγωγικές, οικονομικές και εργασιακές αλλαγές που συμβαίνουν στον κόσμο και την Ευρώπη γεννούν δυσαρέσκειες και ανασφάλειες σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα τόσο μεταξύ των οικονομικά αδύναμων όσο και στην μεσαία τάξη.  Η απουσία ολοκληρωμένων και ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων που να απαντούν σε αυτά τα οικονομικά αλλά  και πολιτισμικά/ ταυτοτικά προβλήματα δημιουργώντας μια ομπρέλα οικονομικής και κοινωνικής προστασίας και καταπραΰνοντας τις κοινωνικές ανησυχίες αφήνουν μεγάλες ομάδες πληθυσμού έρμαιο των απλουστευτικών και φοβικών αντιλήψεων που προέρχονται από τους πολιτικούς εκφραστές του λαϊκισμού.
Έχει σημασία να αντιληφθούμε ότι οι ανασφαλείς κοινωνικές ομάδες δεν συγκροτούνται αποκλειστικά και μόνο από το άνεργο προλεταριάτο που προκύπτει από την αποβιομηχάνιση, ούτε από το «πρεκαριάτο», τους νεότερους που εισερχόμενοι στην αγορά εργασίας δεν βρίσκουν παρά mini-jobs, «δουλίτσες», υπο-αμοιβόμενη και μη ασφαλισμένη μερική (υπο-)απασχόληση. Αντίθετα όπως εξηγεί η Caitlin Zaloom, ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης που μελετά την οικονομική εμπειρία της μεσαίας τάξης των ΗΠΑ, ήδη από τη δεκαετία του 1980 και μετά , πολλά τμήματα της μεσαίας τάξης έχουν περάσει "από ένα καθεστώς οικονομικής ασφάλειας σε μορφές οικονομικά ασταθούς κατάστασης". Επι πλέον τα πράγματα τώρα επιδεινώνονται με τους ραγδαία επεκτεινόμενους αυτοματισμούς, τα ρομπότ και  τα ευφυή συστήματα που  καταργούν μαζικά ακόμα και εποπτικές και εξειδικευμένες θέσεις εργασίας. Αυτή η νέα εύθραυστη κατάσταση της μέσης τάξης εξηγεί την προτίμηση του 38% των λευκών πτυχιούχων στον Donald Trump ο οποίος κατά την προεκλογική εκστρατεία του το 2016 κατήγγειλε συστηματικά το «στρεβλό και χειραγωγούμενο σύστημα» .

Απαιτούνται λοιπόν μεταρρυθμίσεις οι οποίες να δίνουν ουσιαστικές και καινοτόμες απαντήσεις στα τρέχοντα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα τα οποία αγγίζουν ένα ευρύτατο κοινωνικό φάσμα. Μόνο γύρω από ρεαλιστικά και τεκμηριωμένα προγράμματα και προτάσεις πολιτικής μπορούν να συγκροτηθούν συνασπισμοί διακυβέρνησης σε προοδευτική κατεύθυνση.
Όπως έγραψε πρόσφατα στον  Guardian ο Kirk Hawkins Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brigham Young και διευθυντής του ερευνητικού ινστιτούτου Team Populism  “Ο λαϊκισμός είναι ελκυστικός γιατί παίρνει σοβαρά υπόψη την δυσαρέσκεια των ανθρώπων που αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι και αδικημένοι. Καταγγέλλοντας την κοινωνική αδικία και κατηγορώντας για αυτήν τις ελίτ που είναι τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνες για τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας, οι λαϊκιστές κατορθώνουν να γίνονται πειστικοί σ' αυτές τις ομάδες. Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να τις φιμώσουμε , πρέπει να κατανοήσουμε τις ανησυχίες τους και να προσπαθήσουμε να τις αντιμετωπίσουμε".  

3. Η (ΔΙΕΥΡΥΜΕΝΗ) ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΩΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Βασικά εργαλεία των αλλαγών σε προοδευτική κατεύθυνση θα πρέπει να είναι ο συμμετοχικός σχεδιασμός και οι αναδιανεμητικές πολιτικές σε μια πραγματική και ουσιαστική "κοινωνική οικονομία της αγοράς" που να υπερβαίνει και να εμπλουτίζει τον γερμανικό ordoliberalismus. Η κοινωνική οικονομία της αγοράς υπήρξε, θυμίζουμε, το ιδεολογικό-πολιτικό πλαίσιο της γερμανικής χριστιανοδημοκρατίας μεταπολεμικά μέχρι και τις μέρες μας. Ωστόσο η συντηρητική εκδοχή της, αυτή που συνδέεται περισσότερο με την "ελεγχόμενη" και λιγότερο με την "κοινωνική" αγορά , περιορίζεται στην διασφάλιση πρωτίστως του ανταγωνισμού και δευτερευόντως ενός περιορισμένου επιπέδου κοινωνικής προστασίας, θα λέγαμε "ύστατης καταφυγής", προς αποφυγή της κοινωνικής εξαθλίωσης.

Μια τέτοια συσταλτική ερμηνεία του συνδυασμού αγοράς και δημόσιας εξουσίας που αποβαίνει υπέρ της πρώτης δεν επιτρέπει τις αναγκαίες διορθωτικές παρεμβάσεις υπερ των αδυνάμων μελών της κοινωνίας, όσων δηλαδή δεν ευνοούνται από την μη αξιοκρατική άρα άδικη, και την μη ανθρωποκεντρική άρα ανάλγητη, αγοραία κατανομή του παραγόμενου πλούτου. Δεν επιτρέπει όμως ούτε και τις διαρθρωτικές εκείνες αλλαγές που βελτιστοποιούν πραγματικά την κατανομή των κοινωνικών πόρων λαμβάνοντας υπόψη ευρύτερες αξίες χρήσης και όχι μόνο τις αγοραίες και εμπορεύσιμες. Ως εκ τούτου μια τέτοια συσταλτική εκδοχή δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.

Ωστόσο στην γενική της σύλληψη η έννοια της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς είναι περιεκτική, επιτρέπει συνθέσεις παραγωγικών αλλά και κοινωνικών προτεραιοτήτων. Είναι επίσης σε θέση να διασφαλίσει και ορισμένες αναγκαίες πολιτικές συγκλίσεις. Μπορεί έτσι να αποτελέσει κοινό τόπο μεταρρυθμίσεων που θα εξισορροπούν τον παραγωγικό εκσυγχρονισμό με την διόρθωση των κοινωνικών αδικιών που οι αγοραίοι αυτοματισμοί δημιουργούν. Μια προοδευτική εκδοχή, ήτοι μια περισσότερο ουσιαστική κοινωνική οικονομία της αγοράς, προϋποθέτει μιαν αγορά που δεν προτάσσεται, ούτε είναι ανεξάρτητη από- ούτε αδιάφορη προς- τις συνολικές ανάγκες της κοινωνίας, αντίθετα υπόκειται σ' αυτές και δίνει στην κάλυψή τους προτεραιότητα. Σε αντίθεση με τον "αυστριακό" νεοφιλελευθερισμό, αναγνωρίζει τον κεντρικό ρόλο της δημόσιας εξουσίας και την σκοπιμότητα ενός ρυθμιστικού κράτους. Σε αντίθεση δε με τον συσταλτικό ordoliberalismus δίνει αυξημένη βαρύτητα στις αναδιανεμητικές λειτουργίες.

Ένας τέτοιος διευρυμένος και κοινωνικά εμπλουτισμένος "ordoliberalismus" πρέπει να αναγνωρίζει πως οι αστοχίες της αγοράς δεν περιορίζονται στον ατελή ανταγωνισμό και στην φυσική τάση προς την δημιουργία μονοπωλίων, αλλά εκδηλώνονται και με πολλούς άλλους τρόπους. Για παράδειγμα, προϊόν των ατελειών της αγοράς αποτελούν οι αρνητικές περιβαλλοντικές εξωτερικότητες, η ανάλωση δηλαδή κατά την παραγωγική διαδικασία των περιβαλλοντικών πόρων ως απεριόριστων και δωρεάν. Εξίσου ελάττωμα αποτελεί και η άδικη διανομή του παραγόμενου πλούτου δια της αγοράς. Αν μη τι άλλο θα πρέπει επ’ αυτού να δεχθούμε την έγκυρη άποψη του Μπιλ Γκέιτς ο οποίος πρόσφατα δήλωσε : "…Δεν τα αξίζω τα πλούτη μου. Κανείς δεν τα αξίζει. Προέκυψαν χάρη σε συγκυρίες, τύχη και μέσω των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάστηκα ."

4.   ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ

Επιπλέον, οι μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια μιας κοινωνικά προσανατολισμένης οικονομίας θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη το ότι η υλική μεγέθυνση δεν συνιστά ανάπτυξη και ο καταναλωτισμός δεν συνιστά ευημερία. Μεταρρυθμίσεις που θα επιδιώκουν την βιώσιμη και πολυδιάστατη ανάπτυξη θα πρέπει κατ 'αρχήν να εξουδετερώσουν τις οικονομικές πρακτικές της "προγραμματισμένης απαξίωσης" (planned obsolescence) των προϊόντων και να διασφαλίσουν την μέγιστη διάρκεια ζωής, την επισκευή και επανάχρηση των υλικών αγαθών σε ένα μοντέλο "κυκλικής οικονομίας". Θα πρέπει επίσης να στοχεύσουν στην πλήρη μετάβαση στις ανανεώσιμες και κατά το δυνατόν αποκεντρωμένες στην παραγωγή και χρήση τους πηγές ενέργειας. Ακόμη θα πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα την επανάκτηση του ελεύθερου χρόνου ως δικαιώματος και απόλαυσης και όχι ως κατανάλωσης, αλλά και την εξισορρόπηση της εργασιακής και της οικογενειακής και προσωπικής ζωής. Τέλος, στα πλαίσια μιας ήπιας, ανθρωποκεντρικής και αειφορικής ανάπτυξης, οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις χρειάζεται να επιδιώξουν την ενίσχυση του τρίτου τομέα της οικονομίας δηλαδή της κοινωνικά προσανατολισμένης επιχειρηματικότητας με στόχο την ικανοποιητική διαβίωση και όχι την διαρκώς διευρυνόμενη κερδοφορία.

5.   Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΥΤΟΝΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

Παράλληλα με τις μεταρρυθμίσεις του παραγωγικού σκέλους της οικονομίας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και οι καταστροφικές επιδράσεις της στην πραγματική οικονομία. Στο πεδίο αυτό έχουν προταθεί επαρκή εργαλεία (όπως ο διαχωρισμός αποταμιευτικών, επενδυτικών και χρηματιστηριακών λειτουργιών στο τραπεζικό σύστημα, ο φόρος Tobin κλπ) και χρειάζεται απλώς η πολιτική βούληση για την αξιοποίησή τους.

6.  ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥΣ (ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ)

Τελευταίο πεδίο στο οποίο οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις οφείλουν να εστιάσουν είναι η κοινωνική αξιοποίηση των ασύλληπτων αλμάτων παραγωγικότητας που δημιουργούνται με την γενικευμένη ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση των παραγωγικών και διοικητικών εργασιών στην μεταποίηση και τις υπηρεσίες.  Τεχνολογικές μεταβολές όπως τα ευφυή συστήματα, οι τρισδιάστατοι εκτυπωτές κλπ περιορίζουν δραστικά την εμπλοκή του ανθρώπινου δυναμικού στην παραγωγή και ως εκ τούτου απειλούν να στερήσουν ευρύτατα στρώματα από αξιοπρεπές εισόδημα και κατ’ επέκταση την αγορά από επαρκή ζήτηση. Απαιτούνται λοιπόν δημόσιες πολιτικές οι οποίες θα αναδιανέμουν τον πλούτο που θα παράγεται χωρίς ανθρώπινη συμμετοχή. Αυτό είναι και κοινωνικά αλλά και οικονομικά απαραίτητο διότι η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών χωρίς αντίστοιχη δημιουργία επαρκούς εισοδήματος πλήττει εξ ίσου τους καταναλωτές και τους παραγωγούς .

7.  Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ : Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Οι κάθε μορφής δημόσιες πολιτικές, και ασφαλώς οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές, προκειμένου να επιτύχουν, απαιτούν πολιτικο-διοικητική αποτελεσματικότητα. Χωρίς ένα πολιτικο-διοικητικό σύστημα το οποίο να δρα με αποδοτικό τρόπο δεν μπορούν να υπάρξουν μεταρρυθμίσεις γενικώς. Ούτε φυσικά μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο.  Η αποτυχία των όποιων μεταρρυθμιστικών προσπαθειών μέχρι σήμερα οφείλεται στις ίδιες αιτίες που προκαλούν γενικότερα την πλημμελή άσκηση δημοσίων πολιτικών στην χώρα μας: την προγραμματική αδυναμία, την ανορθολογική οργάνωση, την απουσία ελέγχου και αξιολόγησης , την πελατειακή διαμεσολάβηση, εν τέλει,  μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Αν τα παραπάνω ενδημικά φαινόμενα δεν αντιμετωπιστούν κανενός είδους μεταρρύθμιση δεν θα επιτύχει. Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Δεδομένων  των συνθηκών, και με το (αιτιολογημένα) πλούσιο ιστορικό αποτυχημένων μεταρρυθμιστικών προσπαθειών που έχει η χώρα,  για την ουσιαστική αλλαγή του κράτους αναδεικνύονται δύο αναγκαίες προϋποθέσεις :
Πρώτον, η ένταξη σε έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτειακό σχηματισμό όπου τα δημόσια προβλήματα θα επιλύονται με  έναν κοινό ευρωπαϊκό τρόπο. Την δημιουργία δηλαδή ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου.  
Δεύτερον, η συνεννόηση μεταξύ κομμάτων εξουσίας ώστε τα ζητήματα της αναδιοργάνωσης και του εξορθολογισμού του κράτους να τεθούν εκτός της ατζέντας του πολιτικο-εκλογικού ανταγωνισμού. Στο βαθμό που όλα τα κόμματα εξουσίας χρειάζονται αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την εφαρμογή των προγραμμάτων τους μια τέτοια συνεννόηση θα συνιστούσε επιλογή αμοιβαίου οφέλους ενώ τελικός κερδισμένος θα ήταν η χώρα.
---------------------------------------------------
* Ο Θ.Ν. Τσέκος είναι Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών και Διευθυντής του Εργαστηρίου Έρευνας των Θεσμών Διακυβέρνησης και Οικονομικής Ολοκλήρωσης στο ΤΕΙ Πελοποννήσου

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

Διοικητική Μεταρρύθμιση: Αποτέλεσε η κρίση ευκαιρία; Παρουσίαση των συμπερασμάτων της μελέτης.






Με αφορμή τη δημοσίευση της μελέτης με θέμα
«Μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση στη διάρκεια της κρίσης: 
Επισκόπηση, Περιγραφή, Αποτίμηση» που υλοποιήθηκε με την υποστήριξη του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη, το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) διοργανώνει δημόσια συζήτηση με θέμα:

Διοικητική Μεταρρύθμιση: Αποτέλεσε η κρίση ευκαιρία;

Παρουσίαση των συμπερασμάτων της μελέτης:

-Καλλιόπη Σπανού - Καθηγήτρια, ΕΚΠΑ, Επιστημονική Υπεύθυνη της έρευνας

Σχολιαστές:

Αστέριος Πιτσιόρλας, Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης

Γιώργος Γεωργαντάς, Βουλευτής, Τομεάρχης Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Νέα Δημοκρατία

Ζωρζέττα Λάλη, Πρώην Διευθύντρια στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Δημήτρης Παπούλιας, Ομότιμος Καθηγητής, ΕΚΠΑ

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Λουκάς Τσούκαλης, Πρόεδρος, ΕΛΙΑΜΕΠ / Sciences Po, Παρίσι

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018 και ώρα 18:00 στο Ωδείο Αθηνών, Ρηγίλλης & Βασιλέως Γεωργίου Β΄ 17-19, 106 75 Αθήνα (Μετρό: Ευαγγελισμός)

Για να εξασφαλίσετε συμμετοχή παρακαλούμε απευθυνθείτε στην κα Έβελιν Καρακατσάνη (Τ: 210 7257124, events@eliamep.grΠ.Α. έως τις 3 Δεκεμβρίου 2018
Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

Μπορείτε να διαβάσετε την επιτελική σύνοψη της μελέτης εδώ

Με την ευγενική υποστήριξη του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη

Το «He Who Falls» (Celui qui tombe) του Yoann Bourgeois στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας: Ανάγνωση από τη σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης και της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής- της Ευγενίας Π. Μπιτσάνη*

      * Η Ευγενία Π. Μπιτσάνη είναι Καθηγήτρια Πολιτισμικών Σπουδών & Διαπολιτισμικών Σχέσεων και Διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχι...