Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

ΕΝΩΣΗ ΙΣΧΝΗ ΚΑΙ ΡΗΧΗ Θεόδωρος Ν.Τσέκος*



*Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης
στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

1. Η “μη-διάσωση” (non assistance clause) είναι σήμερα (και) οικονομικά  ανορθολογική.

Συμβιβασμός, όπως ήταν αναμενόμενο , υπήρξε αλλά με τους όρους των οικονομικά ισχυρών. Οι  Frugal Four, η  "Τετράδα της Λιτότητας", επέβαλε σε γενικές γραμμές την οπτική της. Ωστόσο  ας μη μας ξεγελάσουν  η ιδεοληπτική, σχεδόν, επιμονή του Mark Rutte και η ισχυρή άποψη της Άνγκελα Μέρκελ κατά του ευρωομολόγου στην διάρκεια της διαπραγμάτευσης. Οι χώρες τους  είναι εξίσου εξαρτημένες από τους Ευρωπαίους εταίρους τους  όπως και οι εταίροι τους είναι εξαρτημένοι από εκείνες. Το γιατί αποτυπώνεται στον πίνακα που ακολουθεί.


ΠΟΣΟΣΤΑ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΤΩΝ FRUGAL FOUR ΑΝΑ ΑΓΟΡΑ

Ε.Ε
ΗΠΑ
ΚΙΝΑ
ΓΕΡΜΑΝΙΑ
60%
9%
7%
ΟΛΛΑΝΔΙΑ
74%
4%
2%
ΑΥΣΤΡΙΑ
71%
6%
2,7%
ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ
59%
7%
6%
Πηγή: europa.eu και UN Comtrade database

Δηλαδή το 60% των συνολικών εξαγωγών της Γερμανίας πραγματοποιείται προς τα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόλις  ένα 7% κατευθύνεται προς την Κίνα και ένα 9% προς τις ΗΠΑ. Αντιστοίχως  το   74% των εξαγωγών της Ολλανδίας αφορά τα λοιπά κράτη-μέλη της Ένωσης με το  2% να εξάγεται  στην Κίνα και το 4% στις ΗΠΑ . Ομοίως, το 71% των Αυστριακών εξαγωγών γίνεται προς τα λοιπά Ευρωπαϊκά κράτη, έναντι 6% στις ΗΠΑ . Τέλος η Φινλανδία εξάγει 59% εντός της ΕΕ , 6% στην Κίνα και 7% στις ΗΠΑ.

Η ευημερία συνεπώς της αποκαλούμενης “Τετράδας της Λιτότητας”, των  Frugal Four,   είναι ευθέως και εντόνως συναρτημένη από την αγοραστική δύναμη των υπολοίπων Ευρωπαίων εταίρων τους.  Ωστόσο οι τέσσερις αυτές χώρες εμφανίζονται σφόδρα αντίθετες με την οικονομική στήριξη των κρατών-μελών που επλήγησαν περισσότερο από την επιδημία του  Covid-19, πρωτίστως των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, και ιδίως με την έκδοση ενός κοινού ευρω-ομολόγου.

Οι αρνητές  μιάς κοινής ισχυρής δημοσιονομικής στήριξης επικαλούμενοι την “δημοσιονομική ανευθυνότητα” των χωρών του Νότου βασίζουν τελικά το  επιχείρημά τους στην ρήτρα “μη διάσωσης” (non-assistance clause) του άρθρου 125 της ΣΛΕΕ (Συνθήκης για την Λειτουργία της EE). Ωστόσο το επιχείρημα αυτό πάσχει διπλά.

Πρώτον, η “μη διάσωση” είναι μιά καθαρά αμυντική ρύθμιση σε πνεύμα διακυβερνητισμού (και όχι ομοσπονδισμού).  Βασίζεται δηλαδή στην αντίληψη μιάς κατά το μάλλον ή ήττον  χαλαρής Ένωσης Κρατών όπου προέχει το εθνικό και όχι το κοινό συμφέρον. Μιάς Ένωσης  η ουσία της οποίας εξαντλείται στις ελεύθερες οικονομικές συναλλαγές ενώ η κοινωνική και πολιτική σύγκλιση δεν είναι τελικά επιθυμητές. Το πνεύμα αυτό εκπροσωπούσε το άρτι αποχωρήσαν Ηνωμένο Βασίλειο.

Δεύτερον, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης η επιλογή της μη στήριξης των αδύναμων κρατών αποτελεί ανορθολογική επιλογή ακόμα και για τους θιασώτες του διακυβερνητισμού. Μιά οικονομική κατάρρευση χωρών της Ένωσης - των χωρών του νότου κυρίως- θα πλήξει προφανώς τις Γερμανικές και Ολλανδικές εξαγωγές . Κατ’ ουσίαν όσοι σε συνθήκες οξυμένης κρίσης επικαλούνται την μη διάσωση αρνούνται να στηρίξουν την αγοραστική δύναμη των καλύτερων πελατών τους.

2. Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία ή Ευκαιριακή Αγορά ;

Μοιάζει λοιπόν οι decision makers των οικονομικά ισχυρών παικτών της Ευρώπης  να αντιμετωπίζουν την Ένωση ως την πίσω αυλή τους, κατάλληλη για ευκαιριακές συναλλαγές. Όσο τα πράγματα πηγαίνουν καλά και το εμπόριο είναι επικερδές η αυλή παραμένει ανοικτή και η ευρωπαϊκή (συναλλακτική) εγγύτητα δεδομένη. 

Μόλις όμως προκύψουν δυσκολίες και αντί του εμπορικού κέρδους τεθεί ζήτημα αλληλεγγύης , δηλαδή μοιράσματος των βαρών μιάς επαχθούς κατάστασης (COVID-19 αλλά και προσφυγικό ) τότε επιλέγεται ως καταλληλότερη στρατηγική το “National Distancing”: κρατείστε τα προβλήματά σας μακρυά από μας, δηλαδή σε εθνικό επίπεδο.

Ευτυχώς δεν είναι το σύνολο των ιθυνουσών ομάδων της Ευρώπης φορείς της ίδιας αντίληψης . Ας πάρουμε το παράδειγμα της Ολλανδίας . Μπορεί οι τοποθετήσεις του  Πρωθυπουργού Mark Rutte  και ιδίως  του Υπουργού του των  Οικονομικών Wopke Hoekstra να απετέλεσαν την αιχμή του δόρατος  των frugal four  κατά του κορωνο-ομολόγου,  ωστόσο ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του φιλελεύθερου κόμματος  Democraten 66 που μετέχει στην κυβερνητική συμμαχία της Ολλανδίας  Rob Jetten τόνισε σε δήλωσή του “Η Ολλανδία πλούτισε μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα που οι θέσεις εργασίας και τα εισοδήματα βρίσκονται σε κίνδυνο σε όλη την Ευρώπη δεν μπορούμε να αφήσουμε του εταίρους μας να ασφυκτιούν. Μόνο όλοι μαζί μπορούμε να επιβιώσουμε”.

Η Sophie in 't Veld, ευρωβουλευτής  του ιδίου κόμματος δήλωσε επίσης πως “Είναι ξεκάθαρο ότι [οι υπέρμαχοι της δημοσιονομικής αυστηρότητας και αρνητές της διάσωσης] παίζουν με την φωτιά, διότι αν η Ιταλία καταρρεύσει τότε η Ευρωζώνη και η Ένωση  θα καταρρεύσουν , και εμείς μαζί τους”. 

Ο επικεφαλής ενός ακόμη κυβερνητικού εταίρου, του συντηρητικού κόμματος της Χριστιανικής Ένωσης, Gert -Jan Segers  ζήτησε την εφαρμογή ενός “Σχεδίου Μάρσαλ για την Νότια Ευρώπη”.

Όταν οι ίδιοι οι κυβερνητικοί εταίροι απορρίπτουν την  γραμμή του Πρωθυπουργού και του αρμόδιου Υπουργού , η  σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στην στάση της κυβέρνησης . Ο Lodewijk Asscher, επικεφαλής του Εργατικού Κόμματος (Dutch Labor Party -PvdA) επεσήμανε ότι  " Το να μην  ενεργήσουμε αποφασιστικά σημαίνει ότι ρισκάρουμε μιά άνευ προηγουμένου κρίση στην Ευρωζώνη. Είτε θα αντιμετωπίσουμε την καταιγίδα ως συλλογικότητα , είτε θα βυθιστούμε ο καθένας μόνος του."

Τόσο ο  Asscher όσο και ο βουλευτής των Ολλανδών Εργατικών Paul Tang επισημαίνουν και ένα επιπλέον κρίσιμο σημείο : το ότι η αρχή της “μη διάσωσης” έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα. “Αν και βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σοκ ριζικά διαφορετικό από την προηγούμενη κρίση της Ευρωζώνης η Ολλανδική κυβέρνηση επιστρέφει σε χιλιοειπωμένα επιχειρήματα περί “ηθικού κινδύνου”, τόνισε ο πρώτος. “Στην Ολλανδία η συντηρητική δημοσιονομική πολιτική υπήρξε δημοφιλής. Αλλά αυτά τα ξεπερασμένα επιχειρήματα δεν έχουν κανένα νόημα στις σημερινές συνθήκες”, ανέφερε ο δεύτερος.

Πέραν των πολιτικών και άλλοι θεσμικοί (και αρμόδιοι) παίκτες αμφισβητούν την προσήλωση στην αρχή της “μη διάσωσης” . Ο  Κεντρικός Τραπεζίτης της Ολλανδίας, γνωστός ιέραξ της δημοσιονομικής ορθοδοξίας,  Klaas Knot είπε πως “ Όταν βλέπεις το τι συμβαίνει με τον κορονοϊό σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία καταλαβαίνεις ότι η έκκληση για αλληλεγγύη είναι εξαιρετικά λογική” . Ενώ και ο εκ των προκατόχων του Nout Wellink  δήλωσε πρόσφατα : “Αν καταρρεύσει ο Νότος ο πλούσιος Βορράς θα πάψει να υπάρχει”.

3. Οι εκλογικές στοχεύσεις υπεράνω των ενωσιακών προοπτικών ;

Σε μεγάλο βαθμό , οι λόγοι για τους οποίους οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας οδηγούνται σε μιά τέτοια παρακινδυνευμένη (και) οικονομικά  τακτική, είναι εκλογικοί. Τόσο η Ολλανδική κεντρο-δεξιά κυβέρνηση  όσο και η αντίστοιχη Γερμανική, που οδεύουν σε εκλογές τον επόμενο χρόνο, ενεργούν με προτεραιότητα την αντιμετώπιση της λαϊκιστικής αντιπολίτευσης που τους πιέζει στα δεξιά τους. Μιά τέτοια  τακτική όμως εδράζεται στην - αλλά και ενισχύει την- αντίθεση μεταξύ ευρωπαϊκού βορρά και ευρωπαϊκού νότου. 

Η μυθολογία του σκληρά εργαζόμενου βορρά που τρέφει τους τεμπέληδες του νότου,  πυροδοτήθηκε  από τα λαϊκά ταμπλόιντ και αξιοποιήθηκε δεόντως πολιτικά από τους πρωταθλητές της δημοσιονομικής αυστηρότητας για τις ανάγκες της διαχείρισης της πρόσφατης κρίσης χρέους. Εξέθεσε όμως σε αυτή την επικίνδυνη κατεύθυνση την κοινή γνώμη των βορειο-ευρωπαϊκών χωρών  προκαλώντας ανάλογο συλλογικό εθισμό. Εθισμό που σήμερα τροφοδοτείται  ακόμη περισσότερο, υπό τον φόβο της υγειονομικής κρίσης, από την γενικευμένη προσφυγή στην προστασία του εθνικού κράτους .

Ωστόσο ακόμα και υπό το εκλογικό πρίσμα η τακτική αυτή είναι στενά εθνοκεντρική . Προσπαθώντας να περιορίσει την ακροδεξιά  AfD στην Γερμανία καταλήγει να ενισχύσει τον Σαλβίνι στην Ιταλία και το Vox στην Ισπανία υποσκάπτοντας  εξ ίσου αν όχι και περισσότερο την Ενωσιακή δυναμική.


4. Πίσω από τα χρηματοδοτικά εργαλεία, κρύβονται συστήματα αξιών

Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία πως οι ιθύνουσες ομάδες των (οικονομικά ισχυρών) κρατών -μελών και των ενωσιακών θεσμών αντιλαμβάνονται -έστω και κατόπιν πιέσεων- την σοβαρότητα της κατάστασης. Ωστόσο οι  αξίες της δημοσιονομικής αυστηρότητας που εξακολουθούν -ως ρεφλέξ ίσως- να κυριαρχούν στους εν λόγω κύκλους καθυστερούν τις ορθές αντιδράσεις.

Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ με τις αρχικές της δηλώσεις ότι “δεν είναι δουλειά της Κεντρικής Τράπεζας” να μειώσει τα spreads των υπερχρεωμένων κρατών-μελών,  έριξε τον δείκτη στο χρηματιστήριο του Μιλάνο κατά 17% προκαλώντας οξύτατες αντιδράσεις από Ιταλούς αξιωματούχους .

Ο Κεντρικός Τραπεζίτης της Αυστρίας Ρόμπερτ Χόλτζμαν δήλωσε αντιστοίχως ότι “το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί  με νομισματική πολιτική” και πως θα πρέπει τα ίδια τα πληττόμενα κράτη να αναπτύξουν άλλες λύσεις.

Οι αρνητικές πολιτικές αντιδράσεις, αλλά και ο φόβος των χρηματαγορών,  ανάγκασαν την Τράπεζα να εκδώσει ανακοινωθέν σύμφωνα με το οποίο “η ΕΚΤ είναι έτοιμη να διασφαλίσει μιά ομαλή προσαρμογή της νομισματικής της πολιτικής” και την ίδια την Λαγκάρντ να ανασκευάσει τις αρχικές της τοποθετήσεις λέγοντας -στο πρότυπο της γνωστής δήλωσης Ντράγκι - “Δεν υπάρχουν όρια στην δέσμευσή μας απέναντι στο κοινό μας νόμισμα. Είμαστε αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουμε όλα τα όπλα που έχουμε στην διάθεσή μας , στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων μας”. Ποσοτικά αυτό μεταφράζεται σε 120 δις  συν 750 δις με το πρόγραμμα PEPP (Πρόγραμμα Αγορών Πανδημίας) για αγορές κρατικών και εταιρικών ομολόγων.

Δεν παρέλειψε όμως η κα Λαγκάρντ να διευκρινίσει  ότι η  οικονομική στήριξη των ευρωπαϊκών οικονομιών  θα γίνει επειδή  “Οι εξαιρετικές καταστάσεις απαιτούν εξαιρετικές μορφές δράσης”, καθιστώντας δηλαδή σαφές ότι τέτοιας  έκτασης “αλληλέγγυες” παρεμβάσεις δεν εμπίπτουν στην ενωσιακή κανονικότητα.

Από την άλλη πλευρά κεντρικό διακύβευμα υπήρξε η έκδοση ή μη κοινού ευρωομολόγου για την αντιμετώπιση των υφεσιακών επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης. Εννέα χώρες ( Γαλλία, Ιταλία,  Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο και Σλοβενία) ζητούν την έκδοσή του . Τέσσερις άλλες (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία), η “Τετράδα της Λιτότητας” (Frugal Four), αρνούνται . Αντιπροτάθηκε (και επιβλήθηκε τελικά) η χρήση διαφορετικών εργαλείων που αναπτύχθηκαν την περίοδο της κρίσης χρέους και κυρίως τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, βασικό στοιχείο του οποίου είναι η αιρεσιμότητα (conditionality), η παροχή δηλαδή δανειακών διευκολύνσεων υπό όρους , μέσω των οποίων όρων οι δανειστές επιβάλουν στους δανειζόμενους συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές. Οι Ολλανδοί επέμειναν ιδιαίτερα στην επιβολή εξειδικευμένων για κάθε χώρα προϋποθέσεων εκταμίευσης, γεγονός που η Ιταλία απέρριπτε κάθετα.

Η Άνγκελα Μέρκελ από την πλευρά της είχε υποστηρίξει πως “Με το ESM διαθέτουμε ένα εργαλείο με πολλές δυνατότητες απέναντι στην κρίση”.  Ωστόσο το  έγκυρο Spiegel έσπευσε να σημειώσει: "Η κυβέρνηση της κυρίας Μέρκελ, αντί να εξηγήσει με ειλικρίνεια ότι σε μια τέτοια κρίση δεν υφίσταται άλλη εναλλακτική εκτός από τα ευρωομόλογα, αφήνει να υπονοηθεί πως υπάρχει κάτι «σάπιο» σε αυτά ομόλογα…Η Ε.Ε. βρίσκεται τώρα σε υπαρξιακή κρίση. Το να ενεργεί σαν φύλακας της δημοσιονομικής αρετής σε μια τέτοια κατάσταση είναι μικροπρεπές και κακό....τα ευρωομόλογα...δεν ισοδυναμούν με μια ένωση μεταφοράς χρέους,  το πλεονέκτημά τους είναι ότι θεωρούνται ασφαλής επένδυση... "

Ένα δεύτερο συναφές πρόβλημα αποτελεί το ύψος της παρέμβασης. Οι υπέρμαχοι των πολιτικών λιτότητας επέβαλαν ένα ποσό της τάξεως του μισού τρις που κρίνεται από όλες τις άλλες πλευρές ανεπαρκές. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον 1,5 τρις ευρώ ώστε η παρέμβαση να είναι αποτελεσματική.

Μέσα από την έντονη αυτή αντιπαράθεση η κουλτούρα συμβιβασμού που διέπει γενικώς την λειτουργία της Ένωσης  οδήγησε σε κάποια μορφή λύσης.  Ο εξαιρετικά επείγων χαρακτήρας των μέτρων  πίεσε προς αυτή την κατεύθυνση. Πίεσε όμως περισσότερο τους έχοντες άμεση ανάγκη χρηματοδότησης -και πρωτίστως την Ιταλία- οι οποίοι για μία ακόμη φορά υποχώρησαν. Ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ πρότεινε κατά τις διαπραγματεύσεις στο  Eurogroup μιά  φόρμουλα “light αιρεσιμότητας”  όπου ο δανεισμός θα γίνεται με ελάχιστους και κοινούς για όλους όρους. Τελικά μιά τέτοια  λύση  υιοθετήθηκε, μόνο όμως για δαπάνες σχετιζόμενες με την υγειονομική πολιτική. 

Το επίμαχο ζήτημα των ευρωομολόγων παραπέμφθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο  με την αόριστη διατύπωση της δημιουργίας ενός ειδικού Ταμείου το οποίο θα χρησιμοποιήσει "καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία" για την άντληση ρευστότητας.  Εδώ ακριβώς φαίνεται πως η "δημιουργική ασάφεια" αποτελεί την βάση παραγωγής (ανεπαρκούς) πολιτικής σε κορυφαία όργανα (όπως το  Eurogroup αλλά και το Συμβούλιο). Με βάση την συγκεκριμένη ασαφή διατύπωση ο μεν Ιταλός Υπ.Οικ τουίταρε : " Τα ευρωομόλογα βρίσκονται στο τραπέζι . Υποβάλουμε μιά φιλόδοξη πρόταση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Θα αγωνιστούμε να την κερδίσουμε". Αντιθέτως ο βασικός του αντίπαλος στην τρέχουσα διαπραγμάτευση Ολλανδός Υπ.Οικ δήλωσε: "Τα πράγματα είναι απλά: Τα ευρωομόλογα είναι κάτι  με το οποίο ΔΕΝ συμφωνούσα, ΔΕΝ συμφωνώ και ΔΕΝ θα συμφωνήσω ποτέ". Με την "δημιουργική ασάφεια" αγοράζεται λοιπόν χρόνος  και αποφεύγονται τα βραχυπρόθεσμα αδιέξοδα αλλά δεν διασφαλίζονται μακροπρόθεσμες και ουσιαστικές λύσεις.

Πέραν όμως του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, το μέγα ζήτημα είναι το αξιακό φορτίο, ο συμβολισμός και εν τέλει το όραμα για την Ευρώπη που κάθε μιά από αυτές τις τεχνικές λύσεις (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας /ESM εναντίον Ομολόγων, ισχυρή ή χαλαρή αιρεσιμότητα κλπ) υποκρύπτει .

Στην πρώτη περίπτωση (ESM,  μη έκδοση κοινών ομολόγων , ισχυρή αιρεσιμότητα)  διασφαλίζεται ένας μηχανισμός χρηματοδότησης  που συνοδεύεται από εργαλεία μονομερούς επιβολής δημοσίων πολιτικών . Στην δεύτερη  περίπτωση (κοινά ομόλογα, απουσία ή χαλαρή αιρεσιμότητα κλπ) βάση του δανεισμού καθίσταται  η  διευρωπαϊκή αλληλεγγύη.  Η πρώτη τεχνική λύση ανταποκρίνεται στην Ευρώπη ως ζώνη οικονομικών συναλλαγών. Η δεύτερη σε μιά Ευρώπη που θέλει να αποτελέσει το Κοινό Σπίτι των λαών της. Η τελική απόφαση δείχνει που ακριβώς βρίσκεται το κέντρο βάρους της σημερινής Ένωσης. Ζούμε σε  μιάν "Ευρώπη α λα κάρτ" το μενού της οποίας είναι διαμορφωμένο με βάση τις προτιμήσεις των οικονομικά ισχυρών κρατών-μελών.

 5. Η στρατηγική της “χαμηλής πολιτικής” οδηγεί σε μιά Ένωση Ισχνή και Ρηχή .

Εν τέλει, πίσω από την επιφάνεια των διαπραγματεύσεων και των συμβιβασμών ως  βασικό διακύβευμα αναδεικνύεται η ανάπτυξη μιάς  ριζικά διαφορετικής κουλτούρας για την πολιτική ενότητα της Ευρώπης. Μιάς κουλτούρας που δεν θα προτάσσει εθνοκεντρικούς μικρο-υπολογισμούς και δεν θα αναπαράγει  επικίνδυνες οικονομικές ανισορροπίες και κατ’ επέκταση πολιτικά αδιέξοδα. Μιάς κουλτούρας  που θα ευνοεί την θεσμική ενότητα και την κοινωνική σύγκλιση.  Που θα αντιμετωπίζει τις αναπόφευκτες διαφοροποιήσεις και τριβές  με πολιτικό θάρρος και θεσμική καινοτομία,  όχι  με διαρκείς αναβολές και συναινετική στασιμότητα. Και αυτό βέβαια μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τομές και ριζικές αλλαγές  .

Ο κυρίαρχος διακυβερνητισμός, δηλαδή σε τελική ανάλυση ο εθνοκεντρικός προσανατολισμός προκύπτει από - αλλά και φανερώνει- την έλλειψη ουσιαστικής ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Έλλειψη που αναδεικνύει μιάν Ευρωπαϊκή Ένωση  Ισχνή και Ρηχή .  Ισχνή διότι περιορίζει το εύρος των κοινών πολιτικών σε τομείς οικονομικού πρωτίστως χαρακτήρα και (εθνικά) επιλεκτικού ενδιαφέροντος και Ρηχή διότι μειώνει το βάθος τους , λόγω ανεπαρκούς χρηματοδότησης.

Αν το ζητούμενο είναι η -κατά Δημήτρη Τσάτσο- Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία θα πρέπει να σκεφτούμε κατ’ αναλογία ένα εθνικό κράτος όπου περιφέρειες με ισχυρή ανάπτυξη θα αρνούνταν πεισματικά (και υπό οιεσδήποτε συνθήκες) να αναδιανείμουν μέρος του  παραγόμενου πλούτου προς περιφέρειες με ανεπαρκή ενδογενή ανάπτυξη . Αν πχ η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία άφηναν την Θράκη και την Ήπειρο στην τύχη τους. Τι είδους πολιτική συνοχή, τι είδους κοινωνική ομοιογένεια αλλά και ποιάς μορφής νομισματική λειτουργικότητα (ποιά βέλτιστη νομισματική περιοχή) μπορούν να οικοδομηθούν πάνω σε τέτοια ιδιοτελή δόγματα;

Διότι τέτοια ακριβώς δόγματα ακολουθούν όσοι  κλείνουν ερμητικά τα σύνορά τους και πετούν το μπαλάκι του προσφυγικού στον νότο, όσοι διαχειρίζονται παραδείσους φοροδιαφυγής και κουνάνε το δάχτυλο σε εκείνους που “δεν ήταν έτοιμοι για την ύφεση της πανδημίας" (αλλά ταυτόχρονα ζητούν ειδικές ενισχύσεις για τους παραγωγούς τουλίπας που επλήγησαν από την ίδια πανδημία), όσοι συσσωρεύουν θηριώδη πλεονάσματα αλλά την στιγμή της κρίσης αντιδρούν εθνοκεντρικά και αμυντικά αρνούμενοι το ευρωομόλογο, όσοι κρατούν τον Ενωσιακό προϋπολογισμό στο 1% του ΑΕΠ και αρνούνται να ασκήσουν ουσιαστικές Ενωσιακές πολιτικές (κυρίως στον κοινωνικό τομέα).

6. Η  Ολοκλήρωση της Ευρώπης απαιτεί  εδώ και τώρα “υψηλή πολιτική” : βολονταρισμό και ριζοσπαστικές  τομές

Θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση πως το θεμελιώδες αφήγημα των ιδρυτών της Ένωσης δηλαδή η πορεία από την χαμηλή στην υψηλή πολιτική (ή για να το πούμε διαφορετικά : από την παραγωγική σύγκλιση στην πολιτική ενοποίηση) έχει εξαντλήσει την δυναμική του : οι οικονομίες εξακολουθούν να παραμένουν επί μισόν αιώνα εθνικές και να επιβάλουν στα κράτη - μέλη εθνοκεντρικές λογικές και αποφάσεις. Ο εθνοκεντρισμός είναι πλέον εγγενές στοιχείο της σημερινής Ένωσης και δεν πρόκειται να ξεπεραστεί με δειλές πολιτικές και άτολμο συναινετισμό . Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε αλλά η λογική του παραμένει κυρίαρχη μεταξύ των οικονομικά ισχυρών κρατών και  -μέσω της επιρροής τους- εντός των θεσμών. 

Η παραγωγική "υπεροχή" Γερμανών , Ολλανδών και λοιπών “Βορείων” (που τελικά παρά τα πενήντα χρόνια σύγκλισης δεν αμβλύνθηκε από την “αόρατη χείρα” της Κοινής Αγοράς) και η αμυντική προάσπιση αυτής της υπεροχής είναι ακριβώς η βασική δύναμη που υποσκάπτει κάθε προοπτική εμβάθυνσης και ουσιαστικής ενοποίησης της Ευρώπης. Απέναντί της  χρειάζονται όχι  οικονομικά ημίμετρα αλλά τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες.

Όπως σημειώνει ο Henri Lastenouse στο site του “Sauvons l’ Europe” (“Να Σώσουμε την Ευρώπη”)  αν η Ευρώπη μέσω της Κοινής Αγοράς διασφάλισε “εύκολους πελάτες” βοηθώντας κάποιους να “αποσπάσουν αξία” πρέπει τώρα να απαιτήσει από όσους ωφελήθηκαν να ενδιαφερθούν για το συνολικό οικοσύστημα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν και να “παράξουν αξία” για αυτό.

Ποιά είναι όμως αυτή η Ευρώπη που θα σταθεί στα πόδια της , θα ξορκίσει τις πλημμέλειες και ανεπάρκειές της και θα απαιτήσει αντισταθμιστικές παραχωρήσεις από τα ισχυρότερα μέλη της, από εκείνα δηλαδή που ωφελήθηκαν περισσότερο από την μέχρι σήμερα πορεία ατελούς σύγκλισης; Και ακόμη, ποιά είναι τα μέσα πίεσης που έχει αυτή η Ευρώπη στην διάθεσή της ώστε να προχωρήσει αποφασιστικά προς την ολοκλήρωσή της;

Η εμπειρική παρατήρηση δείχνει ότι αυτή η Ευρώπη μπορεί να συγκροτηθεί ως μιά συμμαχία μεταξύ των χωρών του Νότου όπου τόσο οι κοινωνίες όσο και οι πολιτικές τάξεις συνολικά αντιλαμβάνονται βιωματικά τα προβλήματα και είναι περισσότερο ή λιγότερο προετοιμασμένες να αντιδράσουν για την υπερβούν, αλλά και με εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις αλλά και τις παραγωγικές και κοινωνικές ομάδες στις χώρες του Βορρά που κατανοούν τους κινδύνους τους οποίους κρύβουν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισορροπίες για την Ευρώπη συνολικά και για κάθε χώρα ξεχωριστά , των ισχυρών βορείων μη εξαιρουμένων. Η συμμαχία αυτή ωστόσο και οι αντιπαραθέσεις τις οποίες  θα προκαλέσει  ή θα εμπλακεί θα πρέπει να έχουν πολιτικό και όχι δι-εθνικό ή δια-κρατικό πρόσημο.

Μέσο πίεσης μπορεί να είναι ο πολιτικός βολονταρισμός και τολμηρές πρωτοβουλίες που να ενισχύουν την Πολιτική Ευρώπη. Η κατάσταση που αποτυπώθηκε στον πίνακα στην εισαγωγή αυτού του άρθρου δείχνει ακριβώς ότι οι ισχυροί  βόρειοι δεν έχουν απεριόριστα αποθέματα άρνησης να αντιτάξουν στους διαφωνούντες εταίρους τους.

Παραδείγματα πολιτικού βολονταρισμού θα ήταν πρωτοβουλίες όπως αυτή που πρότεινε ο Wolfgang Münchau, associate editor και αρθρογράφος των Financial Times, ως εναλλακτική στο τρέχον διαπραγματευτικό “αδιέξοδο” : την έκδοση ενός  κοινού ευρωομολόγου μόνο από τους  εννέα “προθύμους” (coalition of the willing).  Θα μπορούσαν, εισηγήθηκε, να εκδώσουν ένα κοινό ομόλογο και να ζητήσουν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αγοράσει τα εν λόγω χρεόγραφα στο πλαίσιο του προγράμματος  αγορών έκτακτης ανάγκης λόγω της πανδημίας (PEPP).

O έμπειρος σχολιαστής σημειώνει βέβαια ότι μιά τέτοια λύση δεν θα χρηματοδοτούσε τα  ευάλωτα κράτη-μέλη στην έκταση  που θα το επιτύγχανε ένα σωστά σχεδιασμένο εργαλείο υποστηριζόμενο από όλες της χώρες της Ένωσης. Όμως, ενώ θα εισέφερε μικρότερη ρευστότητα  θα δημιουργούσε πρωτίστως ένα σπουδαίο πολιτικό  προηγούμενο. Μιά τέτοια πρωτοβουλία θα είχε λοιπόν πολύ μικρότερη χρηματοπιστωτική αλλά πολύ μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα.

 Όπως γράφει ο  Münchau ένα ομόλογο των “εννέα προθύμων” περικλείει έναν κίνδυνο αλλά ταυτόχρονα προσφέρει και μιάν ευκαιρία : ο κίνδυνος θα ήταν  να θεωρηθεί ως πρόδρομη ενέργεια μιάς πιθανής διάσπασης. Αυτό ακριβώς συνιστά όμως και την ευκαιρία αφού “ η Γερμανία θα δράσει  για να βοηθήσει τους άλλους μόνο όταν αντιληφθεί μιαν υπαρξιακή απειλή για την ευρωζώνη”. Άρα , κατά τον αρθρογράφο, “μια τέτοιας μορφής αντιπαράθεση  πρέπει οπωσδήποτε να συμβεί” .

Εν κατακλείδι, πολλές αντιπαραθέσεις τέτοιας μορφής  θα πρέπει να συμβούν .  Η αναβάθμιση του ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου, η οικοδόμηση πραγματικών ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων , η ουσιαστική αύξηση του Ενωσιακού προϋπολογισμού, η διεύρυνση και εμβάθυνση των κοινών δημοσίων πολιτικών,  η ενίσχυση της κοινωνικής Ευρώπης, η διαμόρφωση ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού διοικητικού χώρου, θα πρέπει να αποτελέσουν πεδία συνεχούς και επίμονης πολιτικής (και όχι εθνικής) αντιπαράθεσης.  Πολλές “συμμαχίες προθύμων” θα πρέπει να συγκροτηθούν, προθύμων και αποφασισμένων να εργαστούν για την επιτάχυνση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.

Ας θυμηθούμε την παρομοίωση της Ευρώπης με ένα ποδήλατο : αν το ποδήλατο σταματήσει να προχωρά πέφτει. Και η Ευρώπη , εδώ και κάποιο διάστημα, έχει σταματήσει να προχωρά .

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ - Θ. Τσέκος


Το Πανεπιστήμιο του Sunderland στην Μεγάλη Βρετανία ανακοίνωσε πρόσφατα πως καταργεί προγράμματα σπουδών στην ιστορία, τις πολιτικές επιστήμες και τις γλώσσες και τα αντικαθιστά με επαγγελματικά προσανατολισμένα προγράμματα όπως η φυσιοθεραπεία και η εργοθεραπεία.

Στο διάγραμμα που ακολουθεί αποτυπώνονται οι δαπάνες ακαδημαϊκής έρευνας στις ΗΠΑ την δεκαετία 2007 - 2017 σε εκατομμύρια δολάρια. Οι δαπάνες για κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες που απεικονίζονται με μπλε και κίτρινο χρώμα στο κατώτατο επίπεδο του διαγράμματος δεν είναι παρά ένα ελάχιστο ποσοστό των αντίστοιχων δαπανών στις θετικές επιστήμες. Επί πλέον, ακόμα και οι ελάχιστες  αυτές δαπάνες κοινωνικής έρευνας χρηματοδοτούνται  μόλις κατά 12 % περίπου από δημόσιους πόρους.



Η προφανής αυτή υποβάθμιση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών εγκυμονεί κινδύνους. Τόσο για την πολυδιάστατη καλλιέργεια των νέων και για την ολοκληρωσή τους ως μορφωμένων και ενεργών πολιτών όσο και για την αποτελεσματική άσκηση των δημοσίων πολιτικών.

Η σύνδεση της εκπαίδευσης, και ειδικά της τριτοβάθμιας, με την αγορά εργασίας είναι απαραίτητη. Οι οικογένειες επενδύουν στην εκπαίδευση των παιδιών τους πρωτίστως για να τους εξασφαλίσουν “ποιοτική απασχολησιμότητα”, δηλαδή τα αναγκαία προσόντα σε επίπεδο τίτλων σπουδών αλλά και γνώσεων και δεξιοτήτων που θα τους προσφέρουν πρόσβαση σε ποιοτικές θέσεις εργασίας και ικανοποιητικά εισοδήματα.

Ως συνέπεια ελάχιστοι γονείς θα προέτρεπαν τα παιδιά τους να στραφούν προς την Κοινωνική Ανθρωπολογία, την Ιστορία της Τέχνης ή την Ηθική Φιλοσοφία. Ίσως μόνο εκείνοι που θεωρούν ότι έχουν εξασφαλίσει από οικονομικής απόψεως το μέλλον τους και, έχοντας ανάλογο πολιτισμικό κεφάλαιο, ενδιαφέρονται περισσότερο για την πνευματική τους ανάπτυξη.

Οι οικογένειες συνεπώς, με βάση το παραπάνω κριτήριο, ορθολογικά σκέπτονται και ενεργούν όταν προσανατολίζουν τα νεώτερα μέλη τους σε σπουδές STEM, δηλαδή θετικών επιστημών (science) , τεχνολογίας (technology) , μηχανικών (engineering) και μαθηματικών (mathematics). Μιλώντας για τον ελληνικό “εξαιρετισμό” θα πρέπει να προσθέσουμε την ιατρική και την νομική .

Ο ορθολογισμός όμως των κοινωνικών συνόλων, μέσα από τις θεσμικές τους εκφάνσεις, πρέπει να είναι διαφορετικός. Τα πολιτικο-διοικητικά συστήματα παράγοντας εκπαιδευτική πολιτική και πολιτική απασχόλησης οφείλουν να λαμβάνουν υπόψιν:

• Πρώτον πως η “απασχολησιμότητα” μονόπλευρα εκπαιδευμένων, δηλαδή ημι-εγγράμματων (άρα ημι-αγράμματων) προσώπων μπορεί ίσως να ενισχύει τον υλικό πλούτο δεν προάγει όμως την πολύπλευρη ευημερία και ανάπτυξη.

• Δευτερον ότι για την ευρύτερη παραγωγική διαδικασία, δηλαδή την παραγωγή αξιών χρήσης πέραν των  υλικών και εμπορεύσιμων αγαθών αλλά και για την άσκηση δημοσίων πολιτικών, εκτός από μηχανικούς, οικονομολόγους και πληροφορικούς απαιτούνται φιλόλογοι, ιστορικοί, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες. 

Οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες πρέπει λοιπόν να προστατευθούν και να προαχθούν συστηματικά και σχεδιασμένα. Στοιχεία μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, η ενίσχυση της διδασκαλίας των αντίστοιχων μαθημάτων στην εγκύκλιο εκπαίδευση, δηλαδή στα τέσσερα πρώτα έτη της δευτεροβάθμιας (γυμνάσιο και α΄ λυκείου), η ένταξη αντιστοίχων κοινωνικών και ανθρωπιστικών θεματικών στα προγράμματα σπουδών των σχολών θετικών επιστημών και φυσικά η αύξηση της χρηματοδότησης της έρευνας στα αντίστοιχα πεδία.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Ανισότητα και Ανασφάλεια - Θ. Τσέκος

Ο Ρώσο-Αμερικανός Καθηγητής της Εξελικτικής Ανθρωπολογίας Peter Turchin  θέτει ένα μη συνηθισμένο ερώτημα. Συζητά (http://peterturchin.com/ages-of-discord/) όχι το γιατί ενισχύεται ιστορικά η οικονομική ανισότητα (ερώτημα που έχουν διαχρονικά καταπιαστεί να απαντήσουν πολλοί και διάσημοι, πιο πρόσφατα δε ο Τομά Πικεττύ και οι συν αυτώ) αλλά το γιατί και το πότε η ανισότητα μειώνεται. 

Ο Turchin καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν ένα όριο ανοχής στην οικονομική και κοινωνική ανισότητα. Όταν το όριο αυτό (που προφανώς ποικίλει ιστορικά και γεωγραφικά) ξεπεραστεί ενεργοποιούνται κοινωνικές δυναμικές περιορισμού της. 

Διακρίνει τις δυναμικές αυτές - ακολουθώντας τους όρους που εισήγαγε ο Branko Milanovic - σε δύο κατηγορίες "δυσμενείς ή οξείες " (malign) και "ευμενείς ή ήπιες" (benign) . Στις πρώτες εντάσσει τις εξεγέρσεις, τους πολέμους και την κατάρρευση των συστημάτων εξουσίας ενώ στις δεύτερες την εξέλιξη της τεχνολογίας και τις δημόσιες πολιτικές. Ο Turchin ασκεί κριτική στον Πικεττύ - και γενικά στους οικονομολόγους - διότι επιχειρούν να ερμηνεύσουν τις διακυμάνσεις της ανισότητας αποκλειστικά με οικονομικά εργαλεία ενώ μεγάλο μέρος των αιτίων, ειδικά κατά τις φάσεις περιορισμού της, είναι μη οικονομικά. 

Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει εδώ ότι αυτό ισχύει εξίσου και για τις φάσεις ενίσχυσής της. Δεν είναι μόνο η αγορά που παράγει ανισότητα αλλά και οι δημόσιες πολιτικές, δηλαδή οι πολιτικές επιλογές και αποφάσεις. Άρα οι κατά περιόδους διακυμάνσεις της ανισότητας προκύπτουν από συνδυασμούς οικονομικών και μη οικονομικών αιτίων.  

Αν λοιπόν δεχθεί κανείς την συλλογιστική του Turchin περί ανισότητας , συλλογιστική που μοιάζει να επαληθεύεται και από τις διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων ετών, βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα των μέσων περιορισμού της σε επίπεδα κοινωνικά αποδεκτά. Θα κινηθούν οι κοινωνίες και τα πολιτικά τους συστήματα "προδραστικά" (proactively) ασκώντας ανάλογες δημόσιες πολιτικές ή θα λειτουργήσουν "αναδραστικά" (reactively) αναμένοντας διορθωτικές εξελίξεις μέσω της διαμαρτυρίας και της εξέγερσης; Θα αξιοποιήσουν τις ήπιες μεθόδους ή θα αφεθούν στο αναπόφευκτο του λαϊκισμού και της οξύτητας.  Δεν νομίζω πως απαιτείται πολύ συζήτηση για να συμπεράνουμε τι από τα δύο είναι περισσότερο - οικονομικά και, κυρίως, κοινωνικά- ωφέλιμο. 

Χρειάζεται όμως να προσθέσουμε μία ακόμη, σημαντική νομίζω, παράμετρο. Οι πρόσφατες εξελίξεις σε πολλές χώρες δείχνουν ότι οι "δυσμενείς" δυναμικές τροφοδοτούνται όχι μόνο από την οικονομική ανισότητα αλλά και από την οικονομική, πολιτισμική και φυσική ανασφάλεια. 

Έτσι μόνο εξηγείται το ότι προς τις απλουστευτικές λύσεις του λαϊκισμού στρέφονται- ελλείψει σοβαρότερων και ουσιαστικότερων απαντήσεων-  ψηφοφόροι προερχόμενοι όχι μόνο από τα οικονομικά αδύναμα αλλά και από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Αυτό χρειάζεται να ληφθεί σοβαρά υπόψιν από τους παραγωγούς πολιτικής που επιλέγουν την προοπτική της μεταρρύθμισης και όχι της εξέγερσης.

Έξι Χιλιάδες Σαρδέλες και η "Άλλη Πολιτική" - Θ. Τσέκος


Tο αντι-Σαλβίνι "Κίνημα της Σαρδέλας" στην Ιταλία διαψεύδει για μιά ακόμη φορά την άποψη πως η πολιτικοποίηση, ιδίως της νέας γενιάς, έχει στις μέρες μας υποχωρήσει. Οι νέοι δεν έχουν αποσυρθεί στην σφαίρα της ιδιώτευσης αδιαφορώντας για τα κοινά. Έχουν απλώς αλλάξει οι τρόποι και οι όροι άσκησης πολιτικής.

Κατ αρχήν οι νεώτεροι (και όχι μόνο) δυσκολότερα ενεργοποιούνται πλέον γύρω από μεγάλα οραματικα σχέδια συνολικής ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης. Είναι όμως πρόθυμοι να αφιερώσουν χρόνο και προσπάθεια σε συγκεκριμένα εγχειρήματα που βελτιώνουν όψεις της καθημερινότητας τους ή αποτρέπουν δυσμενείς εξελίξεις για αυτήν. Η "κινηματική" εκδοχή της πολιτικής επιμένει λοιπόν και εξελίσσεται.

Κατά δεύτερον, εντείνεται η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική οργάνωση παλαιού τύπου - ΚΟΒες, φράξιες, γραφεία, τοπικοί ηγετίσκοι, ατελείωτες συσκέψεις - και στην μαζική πολιτική κινητοποίηση.  Ο κόσμος δεν δεσμεύεται εύκολα σε δομές και ιεραρχίες αλλά εμπλέκεται σε virtual μορφές οργάνωσης και εξακολουθεί να βγαίνει, όταν κρίνει ότι χρειάζεται, σε δρόμους και σε πλατείες.

Το κίνημα Έξι Χιλιάδες Σαρδέλες ( "Seimila Sardine") ξεκίνησε από τέσσερις καθημερινούς ανθρώπους. Μια φυσιοθεραπεύτρια, ένα μηχανικό, που οργανώνει εθελοντικά εργαστήρια ανακύκλωσης, έναν επικοινωνιολόγο και ξεναγό ποδηλατικών εκδρομών και, τέλος, ένα πολιτικό επιστήμονα, προπονητή στο (περιθωριακό) άθλημα Ultimate Frisbee και οργανωτή τουρνουά με στόχο την συγκέντρωση πόρων προς ανακαίνιση γηπέδων μπάσκετ στις λαϊκές συνοικίες.
Μια άλλη πολιτική λοιπόν. Από ανθρώπους χωρίς κομματική ταυτότητα αλλά με κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή ενταγμένους σε τοπικά και θεματικά δίκτυα και πρωτοβουλίες. Που δεν κινητοποιούνται πρωτίστως από ηγετικές φιλοδοξίες αλλά κυρίως από επιθυμία συμμετοχής και συλλογικότητας.

Ωστόσο δεν είναι όλα απλά και ρόδινα στις νέες αυτές μορφές πολιτικοποίησης και πολιτικής κινητοποίησης.

Υπάρχει κατ 'αρχήν, πάντα το πρόβλημα της σύνδεσης των θεματικών κινημάτων με την κεντρική πολιτική σκηνή. Το κίνημα των "κίτρινων γιλέκων" και η εκλογική του αξιοποίηση από την Λεπέν στην Γαλλία δείχνει ότι η απουσία πολιτικής οργάνωσης παραδοσιακού τύπου μπορεί να εκθέσει την δυναμική ενός κινήματος "βάσης" σε εκλογική χειραγώγηση από "αντί-συστημικά" κοινοβουλευτικά κόμματα. Για να αποφύγουν ακριβώς την καπηλεία της επιρροής και των ιδεών τους οι εμπνευστές του "Κινήματος της Σαρδέλας" κατοχύρωσαν το όνομα και τα σύμβολά τους στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας!

Αντίστοιχα η μετεξέλιξη των 5 Αστέρων από διαδικτυακό κίνημα κριτικής σε κόμμα εξουσίας δείχνει τις δυσχέρειες σύνδεσης των νέων τύπου πολιτικών κινημάτων με τα συστήματα διακυβέρνησης. Σύνδεση όμως που είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου η κριτική προσέγγιση και οι καινοτόμες ιδέες να τροφοδοτησουν την εφαρμοσμένη πολιτική.

Το ζήτημα της διασύνδεσης των νέων μορφών πολιτικής κινητοποίησης με καινοτόμες μεθόδους δημοκρατικής και αποτελεσματικής διακυβέρνησης θα αναδειχθεί σε κομβικό πολιτικο-διοικητικό πρόβλημα της περιόδου στην οποία οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν εισέλθει. Ο χώρος της πολιτικής, όπως και γενικότερα πολλά επίπεδα της καθημερινότητας, γίνεται πλέον, σε μεγάλο βαθμό άυλος, και διαδικτυακός. 

Στην επίλυση του κρίσιμου αυτού προβλήματος θα συμβάλουν οπωσδήποτε συνδυασμένες μέθοδοι από τα πεδία της ηλεκτρονικής δημοκρατίας και της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Οι λύσεις ωστόσο δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά τεχνολογικές. Θα πρέπει παράλληλα να είναι πολιτικές και θεσμικές.

Χωρική και πολιτισμική ανθεκτικότητα μέσα από την Κοινωνική Οικονομία, τα Κοινά και τις Συμπράξεις Δημοσίου και Κοινών. Από τη μείωση της ευαλωτότητας στη δημιουργία κοινοτικού πλαισίου – του Σύρου Κοσκοβόλη*

  * Ο Σύρος Κοσκοβόλης είναι Πρόεδρος της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΠΑΣΕ ΚΑΛΟ)     Ζ ούμε ...