Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

Απόστολου Παπατόλια, «Τεχνοκρατία και Δημοκρατία στη Σύγχρονη Διακυβέρνηση». Εκδόσεις Παπαζήση, σειρά: "Δημόσια Πολιτική και Θεσμοί", Διεύθυνση Α. Πασσάς - Θ. Τσέκος, 2023. Βιβλιοκρισία της Αθανασίας Τριανταφυλλοπούλου Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

 Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαζήση στη σειρά Δημόσια Πολιτική και Θεσμοί (υπό την διεύθυνση των Καθηγητών Α.Γ. Πασσά και Θ.Ν. Τσέκου) το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Paris X - Nanterre, πρώην Συμβούλου του ΑΣΕΠ και τ. Νομάρχη Μαγνησίας, με τίτλο  «Τεχνοκρατία και Δημοκρατία στη Σύγχρονη Διακυβέρνηση».

Το βιβλίο προλογίζει ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης στην Έδρα Columbia Ship Management στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και διακεκριμένος ερευνητής Καθηγητής Οργανωσιακής Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Στο βιβλίο ο Απόστολος Παπατόλιας, χαρακτηρίζοντας την οργάνωση των δημόσιων διοικητικών δομών από της συγκρότησης του κράτους ως πολιτικό ζήτημα και όχι μόνο οργανωτικό-διοικητικό, μελετά τη διάρθρωση των διοικητικών μονάδων και αναλύει, κριτικά, το σκοπό, την στελέχωση και τον βαθμό συμβολής τους στην οργάνωση του κράτους και στη διοίκηση των κυβερνητικών και αποκεντρωμένων θεσμών, εστιάζοντας στα μέσα που αξιοποιούνται για την εκπλήρωση των στόχων τους, κατά τις συνταγματικές επιταγές και τις επιλογές του κοινού νομοθέτη.

Στο βιβλίο, το περιεχόμενο του οποίου διακρίνεται σε τέσσερα μέρη (α. Οι οργανωτικές βάσεις της διακυβέρνησης, β. Οι αξιακές βάσεις της διοίκησης: αξιοκρατία και αποπολιτικοποίηση, γ. Νέες όψεις της επιτελικής διακυβέρνησης, δ. Σύγχρονη διακυβέρνηση μεταξύ ιδεολογίας και επιστήμης), ο Απόστολος Παπατόλιας με παραπομπές στην επιστημονική θεωρητική προσέγγιση και αναφορές στην εφαρμογή των κανόνων διοίκησης και λειτουργίας των οργάνων διοίκησης, διατυπώνει τους όρους και τις προϋποθέσεις για μια προοδευτική διακυβέρνηση, που λαμβάνει υπόψη της τη σχέση κεντρικών και αποκεντρωμένων επιπέδων διοίκησης, αλλά και τη συμμετοχή της κοινωνίας.

 Η οργάνωση του κράτους μετεπαναστατικά, όπως και ο Απόστολος Παπατόλιας αναφέρει στο βιβλίο του, είναι  εξελικτική. Παρακολουθεί τις συνθήκες κάθε εποχής, αντιλαμβάνεται τις ανάγκες της κοινωνίας και τις δημόσιες πολιτικές που πρέπει να ασκηθούν και να καλύψουν τις ανάγκες αυτές και συστήνει τις αναγκαίες δομές και Υπηρεσίες.

Από της συστάσεώς του το νέο ελληνικό κράτος οργανώνεται κατά Υπουργεία, ώστε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, έναντι των πολιτών αφενός, στο διεθνές περιβάλλον αφετέρου. Οι συνεχείς νομοθετικές μεταβολές για τη συγκρότηση των Υπουργείων από της συστάσεως του νέου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, αναδεικνύουν τη βούληση προσαρμογής στις διαμορφωθείσες κάθε φορά συνθήκες με στόχο, μεταξύ των άλλων, την αντιμετώπιση των ζητημάτων που προκύπτουν εξ αιτίας των συνθηκών αυτών και την αποτελεσματικότητα στη διοίκηση των δημοσίων υποθέσεων.

Παράλληλα, και λαμβάνοντας υπόψη, ότι από το Σύνταγμα η τοπική αυτοδιοίκηση αναγνωρίζεται ως αρχή δημόσιας εξουσίας που θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία και συντρέχει υπέρ αυτής το τεκμήριο αρμοδιότητας για την άσκηση και διαχείριση δημοσίων υποθέσεων  σε τοπικό επίπεδο, συγκροτούνται οι δομές των βαθμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και καθορίζονται, ενδεικτικά και πέραν, πολλές φορές, της συνταγματικής διάταξης, οι υποθέσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης με εμφανή, ωστόσο, την αναποφασιστικότητα του κοινού νομοθέτη, ως προς τις σχέσεις κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης και ειδικότερα, ως προς το βαθμό του εύρους των αρμοδιοτήτων, της διοικητικής αυτοτέλειας και της οικονομικής και δημοσιονομικής αυτοδυναμίας και, κυρίως, της ανάδειξης των τοπικών Αρχών.

Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η συμμετοχή στα νομοπαρασκευαστικά και εκτελεστικά όργανα της Ένωσης, η χρηματοδότηση προγραμμάτων από τα ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έργα και υπηρεσίες που εκτελούνται στη χώρα και η υπαγωγή στα όργανα εποπτείας αυτής,  συνετέλεσαν στην προσαρμογή της οργάνωσης των Υπηρεσιών της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, με στόχο την ευχερέστερη εφαρμογή των διαδικασιών και αποτελεσματική εκτέλεση των προγραμμάτων και πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ανάδειξη της κυβέρνησης προκύπτει από ένα εκλογικό σύστημα, όπως κάθε φορά ορίζεται από τον κοινό νομοθέτη. Στην Ελλάδα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων(1994, 2018) προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη ένα σύστημα ανάδειξης του βουλευτικού σώματος και επομένως της εκτελεστικής εξουσίας από το οποίο προκύπτουν αυτοδύναμες, μονοκομματικές κυβερνήσεις. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις αποτελούν τον στόχο των υποψηφίων κομμάτων για την διακυβέρνηση της χώρας, διότι έχουν την ευχέρεια να εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους, υποκείμενα μόνο στον κοινοβουλευτικό ή δικαστικό έλεγχο, όπου αυτό επιτρέπει ο κοινός νομοθέτης. Ωστόσο, η απόλυτος πλειοψηφία κατά τις ψηφοφορίες, καθιστά, συνήθως, αναποτελεσματικό τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ο δικαστικός δε έλεγχος, αφενός στρέφεται κατά των προσώπων, αφετέρου, στην Ελλάδα τουλάχιστον, αποτελεί μια επίπονη διαδικασία, η οποία είναι χρονοβόρα και, συνήθως, δεν ανακόπτει το κυβερνητικό πρόγραμμα, αλλά τα αποτελέσματα λειτουργούν κατασταλτικά.

Το Σύνταγμα, ακολουθώντας και το παράδειγμα ευρωπαϊκών χωρών, προβλέπει τη συγκρότηση και λειτουργία Ανεξάρτητων Αρχών, παρέχει δε το δικαίωμα στο κοινό νομοθέτη να ρυθμίσει τα ζητήματα λειτουργίας τους. Οι ανεξάρτητες Αρχές, με εγγύηση την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών της, κατά το νόμο, αποσκοπούν στη διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων και υπηρεσιών των πολιτών, μεταξύ διοίκησης και πολίτη, εφόσον διαπιστωθεί κακοδιοίκηση ή επέμβαση στην ατομική ελευθερία ή δραστηριότητα.

Η επιτυχία των θεσμών που το κράτος προβλέπει είναι άρρηκτα συνδεδεμένη αφενός με τους κανόνες που η πολιτεία θεσπίζει για την εκπλήρωση του σκοπού τους, αφετέρου με τους υπηρετούντες τους θεσμούς και την προσήλωσή τους στους κανόνες, αλλά και στο ρόλο και τον χαρακτήρα του θεσμού στο διοικητικό σύστημα και στην οργάνωση του κράτους.

Ο σχεδιασμός και προγραμματισμός από το πολιτικό προσωπικό σε συνεργασία με το υπηρεσιακό προσωπικό, το οποίο, όπως έχει γίνει δεκτό, εξασφαλίζει τη συνέχεια κάθε δημόσιου οργανισμού, συντελεί στην ανταπόκριση του σκοπού κάθε διοικητικής μονάδας, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του επικεφαλής κάθε διοικητικής μονάδας. Ο προγραμματισμός της κάθε διοικητικής μονάδας, περαιτέρω, εξαρτάται από τις κυβερνητικές πολιτικές, κατά τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης από τις προγραμματικές δηλώσεις κατά την έναρξη της κυβερνητικής περιόδου.

Τα ανωτέρω ζητήματα αποτελούν αντικείμενο μελέτης στο βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια, ο οποίος  καταλήγει σε κριτήρια, με επιστημονική τεκμηρίωση, για τη συγκρότηση και αποτελεσματικότητα των θεσμών, όπως ενδεικτικά, παρατίθενται στη συνέχεια.

Ο συντονισμός του κυβερνητικού έργου ανήκει, κατά το σύνταγμα, στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης. Κατά τον συγγραφέα «οι ανάγκες της σύγχρονης διακυβέρνησης καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός ασκεί τον συντονιστικό-καθοδηγητικό ρόλο που του εμπιστεύεται ο συνταγματικός χάρτης για την λειτουργία του, εν γένει, πολιτικο-διοικητικού συστήματος».

«Η πρωθυπουργοκεντρική παρέκκλιση που παράγει εξ ορισμού αυταρχισμό και αδιαφάνεια, δεν αποτελεί πρωτογενές συνταγματικό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με τον υπερσυγκεντρωτικό τρόπο διαχείρισης των εξουσιών του πρωθυπουργού μέσα από ανέλεγκτα κυκλώματα που αναφέρονται αποκλειστικά στον ίδιο». 

«Από τις δομικές παθογένειες του πολιτικο-διοικητικού μας συστήματος, πρώτη στη σχετική λίστα είναι η προσωποποιημένη άσκηση της πρωθυπουργικής εξουσίας, όταν ένα συγκεντρωτικό πλαίσιο λειτουργίας, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη οργανωτική ιδεολογία του Κέντρου Διακυβέρνησης, καθιστούν τον πρωθυπουργό ένα παντελώς ανεξέλεγκτο κέντρο εξουσίας, που εξοπλίζεται με ένα πανίσχυρο μεικτό(κομματικό και κυβερνητικό) μηχανισμό άσκησης επιρροής. Αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης μοιραία απολήγει σε μια επιζήμια αίσθηση παντοδυναμίας, απουσίας ορίων και άρνησης θεσμικής αυτοσυγκράτησης».

Στο νέο του βιβλίο «Τεχνοκρατία και Δημοκρατία στη σύγχρονη Διακυβέρνηση», εμβαθύνει στη μελέτη των θεσμών του κράτους, με παραπομπές σε επιστημονικές μελέτες για τη διακυβέρνηση στη σύγχρονη δημοκρατία.

Στο βιβλίο του ο Απόστολος Παπατόλιας παραθέτει βασικές θεωρίες για τις αξιακές βάσεις της δημόσιας διοίκησης και εστιάζει στην αξιοκρατία και αποπολιτικοποίηση ως θεμελιώδεις αρχές και την αναγκαιότητα να υποστηριχθούν στο δημόσιο βίο και τη σφαίρα της κοινωνικής συνεργασίας, προκειμένου να εφαρμοστούν δίκαιες δημόσιες πολιτικές για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.   Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, ο συγγραφέας αναφέρεται στη δικαιοσύνη στις πολιτικές εκπαίδευσης και της ισότητας των ευκαιριών και της στελέχωσης των δημοσίων Υπηρεσιών για να καταλήξει στην «εκδοχή της «αξιοκρατίας» που έχει αποβάλει τον ηγεμονισμό της φιλελεύθερης αγοραίας προσέγγισης και μπορεί να γίνει ηθικοπολιτικά αποδεκτή από όλα τα μέλη μιας κοινωνίας , ώστε να εμπνέει, ως κανονιστικός ορίζοντας τις πρακτικές του νομοθέτη, της διοίκησης και των δικαστηρίων κάθε φορά που τίθεται ζήτημα δίκαιης επιλογής σχετικά με την κατανομή των δημόσιων πόρων ή των δημόσιων θέσεων σε μια εύτακτη κοινωνία».

«Το αίτημα της αποπολιτικοποίησης της δημόσιας διοίκησης εμφανίζεται ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ως πρωταρχικό ζητούμενο του διοικητικού εξορθολογισμού. Ως αποπολιτικοποίηση νοείται η αποτίναξη όλων εκείνων των δυσμενών πολιτικών επιρροών που επιβαρύνουν την ορθολογική λειτουργία της διοίκησης και παρεμποδίζουν την παραγωγή των αναμενόμενων κοινωνικών αποτελεσμάτων». « Η ανάγκη βελτίωσης της παραγωγικότητας της κρατικής μηχανής φέρνει στο προσκήνιο και τις Ανεξάρτητες Αρχές ως εναλλακτική λύση στη γραφειοκρατικοποιημένη διοίκηση»

«Η σχεδόν ομόφωνη αναγνώριση του ΑΣΕΠ ως φορέα αξιολόγησης και επιλογής των διευθυντικών στελεχων της διοίκησης δεν συνδυάζεται πάντοτε με την αποτελεσματική εκπλήρωση της διευρυμένης αποστολής». Σε έκθεση των στελεχών του ΑΣΕΠ που παραπέμπει ο συγγραφέας, μεταξύ των αδυναμιών της δυσλειτουργίας του θεσμού, καταγράφονται, «το θεσμικό πλαίσιο, η ανορθολογική οργάνωση της κεντρικής διοίκησης, ο αποσπασματικός τρόπος προκήρυξης των θέσεων, οι διαφορετικές ταχύτητες που ενισχύονται από την απουσία ουσιαστικής στοχοθεσίας και ο όγκος των διαδικασιών αξιολόγησης», οι οποίες «συντελούν(και) στην αδυναμία του ΑΣΕΠ να εκπληρώσει το ρόλο του».

 «Στην κρίσιμη αυτή ωστόσο φάση του θεσμικού μετασχηματισμού της Αρχής η στελέχωσή της από τα αρμόδια συνταγματικά όργανα δεν θα έπρεπε να απηχεί απλώς τη μηχανική εφαρμογή της κομματικής αριθμητικής, με βάση την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων, αλλά να επιδιώκεται η συμμετοχή προσώπων που διαθέτουν αποδεδειγμένα και το γνωστικό υπόβαθρο και την προσωπικότητα για να εφαρμόσουν με συνέπεια το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της αξιοκρατικής αποπολιτικοποίησης της διοικητικής κορυφής».

Με αφετηρία τις συνεχείς κρίσεις των τελευταίων ετών στην Ελλάδα (οικονομική, υγειονομική, κλιματική), ο συγγραφέας διατυπώνει την άποψη ότι «ο πολλαπλασιασμός των ασύμμετρων απειλών ανανοηματοδοτεί τις έννοιες της δημόσιας ασφάλειας και της κρατικής παρέμβασης». « Η ουσιώδης αλλαγή», κατά τον συγγραφέα, είναι ότι «ο παραδοσιακός παρεμβατισμός στους τομείς της πρόνοιας και της αναδιανομής, σταδιακά μετατοπίζεται στις πολιτικές πρόληψης και διαχείρισης των νέων κινδύνων και των συνεχών κρίσεων». Ο ρόλος του κράτους κατά τη διάρκεια των κρίσεων, λαμβανομένης υπόψη και της παρέμβασης σε διοικητικό και οικονομικό επίπεδο, των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνετέλεσε στο φαινόμενο να εμφανίζεται η διοίκηση «ως ένας μηχανισμός απολύτως υποταγμένος στην πολιτική εξουσία, η οποία σε συνθήκες απόλυτης αυτονομίας αποφασίζει για τις δημόσιες πολιτικές, ενώ αναθέτει στη συνέχεια την εκτέλεσή τους στα διαφορετικά διοικητικά όργανα». Οι νέες συνθήκες και ο νέος ρόλος του κράτους καθιστά αναγκαία τη «νέα οργανωτική ταυτότητα του ύστερου επιτελικού κράτους» και «εκδηλώνεται στη διαρκή μέριμνα να διαχωριστούν και να διαφοροποιηθούν οι στρατηγικές(ή επιτελικές) λειτουργίες του σχεδιασμού, της καθοδήγησης, του ελέγχου και της αξιολόγησης των δημόσιων πολιτικών από τις αμιγώς διοικητικές λειτουργίες της υλοποίησης και της απλής εκτέλεσης ή τεχνικής εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών». Διατυπώνεται, με την παραδοχή αυτή, η έννοια της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, που αποτελεί την διάρθρωση της διακυβέρνησης σε κλιμακωτά επίπεδα, που εκκινούν από το υπερεθνικό και το εθνικό, διέρχονται από το περιφερειακό(Ευρωπαϊκή Ένωση) και το επίπεδο των διεθνών ρυθμιστικών οργανισμών(Π.Ο.Ε. , Δ.Ν.Τ.) για να καταλήξουν στο επίπεδο της διηπειρωτικής συνεργασίας Ευρώπης-Αμερικής-Ασίας…..).

Κατά τον συγγραφέα η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης με την ψήφιση του νόμου για την «πολυεπίπεδη διακυβέρνηση», μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα «ελλειμματικό νομοθέτημα», με αδυναμίες οι οποίες μπορεί να κατηγοριοποιηθούν «πρώτον, στην ατελή μεθοδολογία κατανομής των αρμοδιοτήτων(α), δεύτερον στη σύγχυση ηγετικών ρόλων που ενθαρρύνεται κατά την κατανομή αυτή(β),  και τρίτον στην επιλογή ενός συγκεντρωτικού προτύπου κατανομής(γ).

Περαιτέρω, ο συγγραφέας υιοθετεί την απόφαση του συλλογικού οργάνου των δήμων της χώρας (ΚΕΔΕ), στην οποία διατυπώνεται η άποψη ότι, η αναβάθμιση του ρόλου και των σχέσεων των δήμων και των περιφερειών στο διοικητικό σύστημα θα επιτευχθεί, εφόσον εισαχθεί στον προβληματισμό για την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των επιπέδων διοίκησης, η έννοια των δημόσιων πολιτικών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Ο Απόστολος Παπατόλιας κλείνει την εργασία του με ένα κεφάλαιο για τη σύγχρονη διακυβέρνηση και τις θέσεις για την έννοια αυτή μεταξύ της ιδεολογίας και της επιστήμης.

Ο συγγραφέας μελετά την έννοια της προοδευτικής διακυβέρνησης που «παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη πολιτική παράδοση (της ευρύτερης πολιτικής οικογένειας της «Αριστεράς»), που σχετίζεται στενά με τις θεωρητικές βάσεις και τις πρακτικές εφαρμογές του «Επιτελικού Κράτους»». Επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή για τη θεμελίωση του όρου της προοδευτικής διακυβέρνησης, ο Απόστολος Παπατόλιας αναφέρεται στη «σχέση Αριστεράς – επιτελικής διακυβέρνησης» που «θεμελιώνεται κατά την πρώτη φάση της Σοσιαλδημοκρατίας στις ιδεολογικές αντιλήψεις του προοδευτικού μεταρρυθμισμού για τον ρόλο του «Κράτους-Στρατηγείου»». Η αντίληψη αυτή  «αναδιατάσσεται κατά την φάση της παγκοσμιοποίησης και της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, με τις εναλλακτικές ερμηνείες περί «επιτελικής λειτουργίας» του Κράτους και «συμμετοχικής διοίκησης». Τέλος, εξετάζει την τελική της μορφή «στην «εποχή της διακινδύνευσης», σε μια νέα σύνθεση που συνδυάζει την «τεκμηριωμένη» και «επιτελική» διάσταση της διακυβέρνησης με τις αξιακές και ιδεολογικές προτεραιότητες της «Κοινωνικής Δημοκρατίας»». Κατά τον συγγραφέα «η ιδέα της επιστροφής του κρατικού παρεμβατισμού απέκτησε μεγάλη δημοφιλία στο περιβάλλον της πανδημίας, γεγονός που έγινε ευρέως αντιληπτό ως στροφή στην κεϋνσιανή αντίληψη για τον ενεργό ρόλο του εθνικού κράτους ως εργαλείου τόσο απόκρουσης των κινδύνων, όσο και καθοδήγησης των δράσεων ανάκαμψης».

Κατά τον συγγραφέα, η προοδευτική διακυβέρνηση, λαμβάνοντας υπόψη τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για το επιτελικό κράτος, είναι  η διακυβέρνηση εκείνη που μπορεί να συνδέσει την επιτελική δραστηριότητα του κράτους με την οργάνωση, σε μακροπρόθεσμη βάση, μιας εταιρικής σχέσης μεταξύ των επιπέδων διοίκησης και συγκεκριμένα μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης, των αποκεντρωμένων φορέων και της κοινωνίας. Η εφαρμογή καινοτόμων θεσμικών και λειτουργικών διευθετήσεων μηχανισμών διαμόρφωσης και λήψης συλλογικών αποφάσεων, συγκροτεί, κατά τον Απόστολο Παπατόλια ένα συνολικό εναλλακτικό υπόδειγμα διακυβέρνησης

 Ως συμπέρασμα

Από τα συμπεράσματα του βιβλίου του Απόστολου Παπατόλια είναι σημαντικό να εστιαστούμε στην παρατήρησή του ότι: «Οι «κανονιστικές» ή «ιδεοτυπικές» προδιαγραφές της σύγχρονης διακυβέρνησης προβάλλουν κατά προτεραιότητα ένα ορθολογικό μοντέλο λήψης των αποφάσεων, στο οποίο οι δημόσιες πολιτικές διαθέτουν συγκεκριμένο αξιακό προσανατολισμό, καθορισμένη στρατηγική και προγραμματική θεμελίωση, σαφή στοχοθεσία, επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, καθώς και ένα οργανωτικό και διαδικαστικό πλαίσιο που διασφαλίζει τον συντονισμό και την ανατροφοδότησή τους ως καταστατικής προϋπόθεσης για την αποτελεσματική εφαρμογή τους. Στο μοντέλο αυτό, ωστόσο, παραμένει σε διαρκή εκκρεμότητα και συνεχή αναδιαπραγμάτευση ο τρόπος με τον οποίο η «δημοκρατική» και «συμμετοχική» διάσταση της διακυβέρνησης συναρθρώνεται με την «αριστοκρατική» και «τεχνοκρατική» ροπή της».

Το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια είναι πολύτιμο όχι μόνο για όσους μελετούν την διοικητική επιστήμη και τους κρατικούς θεσμούς αλλά και για εκείνους που ασκούν δημόσιες πολιτικές σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο. Η εμβριθής και πολυδιάστατη μελέτη των κυβερνητικών και αποκεντρωμένων θεσμών, τόσο από θεωρητική άποψη όσο και από τη σκοπιά της εφαρμογής τους, καθιστούν το βιβλίο του Απόστολου Παπατόλια ένα εξαιρετικά χρήσιμο σύγγραμμα και για τον κάθε ενεργό πολίτη, καθώς τον εξοπλίζει με τα απαραίτητα εργαλεία, προκειμένου να διαμορφώνει άποψη για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας αλλά και για τις ίδιες τις ασκούμενες πολιτικές. Και αυτό είναι ένα ανεκτίμητο γνωστικό και πρακτικό εφόδιο.

                                                                                                                     

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2023

ΟΙ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΈΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ Θ.Ν.Τσέκος*

 

Η «ΑΠΡΌΣΜΕΝΗ» ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΜΕΓΑΛΟ ΑΦΗΓΗΜΑ»

Η Νέα Δημοκρατία παρά τις διαχειριστικές και πολιτικές αδυναμίες της πρώτης τετραετίας, που θα ήταν αναμενόμενο να στοιχίσουν εκλογικά σε οποιοδήποτε κυβερνητικό κόμμα (ποσοστό θανάτων από την πανδημία και γενικότερα προβλήματα στο σύστημα υγείας, διαχείριση πυρκαγιών στην Εύβοια και την Αττική, τραγωδία Τεμπών, πληθωρισμός τροφίμων που πλήττει τα λαϊκά στρώματα, κρίση στέγης,  επιδείνωση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αύξηση δημοσίου χρέους -υπερέβη τα 400 δις παρά την πρόσφατη ποσοστιαία πτωτική τάση του λόγω κυρίως του πληθωρισμού- σκάνδαλο παρακολουθήσεων, πελατειακά φαινόμενα, χαριστικές απευθείας αναθέσεις και επιδοτήσεις, αποτυχίες των πολιτικών για τα ΑΕΙ κλπ ) , κέρδισε άνετα τις εκλογές χάρη στο συνολικό αφήγημα που διαμόρφωσε: αυτό της κανονικότητας, της ομαλοποίησης και της αισιοδοξίας. Η προοπτική και το αισιόδοξο αφήγημα μέτρησαν πολύ περισσότερο ακόμη και από προφανείς κυβερνητικές αδυναμίες και  αστοχίες.

Σε ένα κοινό κουρασμένο από δεκαπέντε χρόνια οικονομικής και υγειονομικής κρίσης το καθησυχαστικό μήνυμα της ΝΔ και η προοπτική που έδινε ήταν πολύ πιο ελκυστικά από την καταστροφολογία και το διαρκές κάλεσμα σε "αγώνες" και ‘’ανατροπές’’  του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα 14% των ψηφοφόρων του τελευταίου το 2019 μετακινήθηκε το 2023 στην ΝΔ και είναι ακριβώς αυτό το κοινό που βρίσκεται σε αναζήτηση κανονικότητας και αισιοδοξίας.

Αντίστροφα όμως, άλλες κατηγορίες πολιτών που δεν πείθονται από το μήνυμα της "ομαλότητας" της ΝΔ - είτε ανήκοντας στους μη ευνοημένους (όπως το πρεκαριάτο των επισφαλώς εργαζομένων) είτε με ιδεολογικά κίνητρα (τοποθέτηση στην ριζοσπαστική αριστερά)- εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ προς τα αριστερά του (ΚΚΕ, Πλεύση Ελευθερίας) αλλά και προς την αποχή θεωρώντας την -άτολμη και για αυτό αποτυχημένη- απόπειρα του Αλέξη Τσίπρα για μια στροφή προς την Σοσιαλδημοκρατία ως ασυνέπεια και εξαπάτηση. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας άλλωστε απορροφάται πλέον και από τα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ χάνοντας ψηφοφόρους και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά του βρέθηκε με ποσοστά που δεν αντιστοιχούν πλέον σε κόμμα εξουσίας.

Η εκλογική επιτυχία της ΝΔ μας διδάσκει ότι η γενικότερη στρατηγική πολιτικής επικοινωνίας ενός κόμματος εξουσίας χρειάζεται ένα συνολικά ελκυστικό «μεγάλο αφήγημα» (π.χ. η κανονικότητα στην περίπτωση της ΝΔ ) που να στηρίζεται από εμβληματικές τομεακές παρεμβάσεις (π.χ. επιστρεπτέα προκαταβολή, διάφορα pass και επιδοτήσεις, ψηφιακό κράτος, στην περίπτωση της ΝΔ) και όχι απλώς έναν κατάλογο μέτρων. Ας μην ξεχνάμε πως το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κυριάρχησε με βάση το μεγάλο αφήγημα της Αλλαγής και του Κώστα Σημίτη με εκείνο του Εκσυγχρονισμού, και όχι με βάση "μέτρα".

 


 Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ  ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΗΣ ΝΔ

Η συνολική πτώση του Σύριζα (-15% ) δεν ενίσχυσε ανάλογα το ΠΑΣΟΚ (+4%). Ο Σύριζα με περίπου 930 χιλιάδες ψήφους διατηρεί την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενώ το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με περίπου 620 χιλιάδες ψήφους , δηλαδή 30% χαμηλότερα , παρέμεινε ως ήσσων αντιπολίτευση. Και εδώ ελλοχεύει ένας σημαντικός κίνδυνος για την ευρύτερη κεντροαριστερά : η λογική του  "ξηλώματος του πουλόβερ" που κινδυνεύει να κυριαρχήσει με ένα αφήγημα που εστιάζει όχι στην συνολική ισχυροποίηση της κεντροαριστεράς αλλά στην διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας εντός αυτής.  Σύμφωνα με το αφήγημα αυτό η πλήρης εξουδετέρωση του ΣΥΡΙΖΑ ναι μεν δεν επιτεύχθηκε τώρα,  αλλά θα επιτευχθεί την επόμενη και αν όχι, τότε την μεθεπόμενη φορά.  Αν μια τέτοια  λογική κυριαρχήσει θα θέτει μονίμως στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ως κύριο αντίπαλο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ  όχι την κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία αλλά τον (αποδυναμωμένο) ΣΥΡΙΖΑ  τροφοδοτώντας έναν εμφύλιο διαρκείας στο προοδευτικό χώρο που θα ενισχύσει την παντοδυναμία της κυβέρνησης οδηγώντας αντί του δικομματισμού στο λεγόμενο πολιτικό σύστημα του  "ενάμισι κόμματος".

Υπάρχει ιστορικά αρνητικό ανάλογο μεταξύ 1952 και 1963 όταν η πολυδιάσπαση του προοδευτικού χώρου και οι κομματικοί και προσωπικοί ανταγωνισμοί (Σοφοκλής Βενιζέλος, Νικόλαος Πλαστήρας,  Γεώργιος Παπανδρέου, Αλέξανδρος Μπαλτατζής, Αλέξανδρος Σβώλος και Ηλίας Τσιριμώκος, Γεώργιος Καρτάλης, Νεόκοσμος Γρηγοριάδης και Αριστεροί Φιλελεύθεροι κλπ κλπ αλλά και , αριστερότερα, η ΕΔΑ) επέτρεψε την απόλυτη κυριαρχία της τότε μετεμφυλιακής δεξιάς (Συναγερμός,  ΕΡΕ) -βοηθούντος το 1956 και του ληστρικού «τριφασικού» εκλογικού συστήματος - μέχρι την συγκρότηση της ενιαίας Ένωσης Κέντρου.

 

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ …

Ένα επιπρόσθετο σφάλμα, στο πλαίσιο της παραπάνω στρατηγικής ,  αποτελεί η πρόσληψη και αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ ως ενιαίου μπλοκ, αντίληψη που δεν επιτρέπει την αξιοποίηση των εσωτερικών του αντιθέσεων για συγκρότηση ενός διευρυμένου μπλοκ της σύγχρονης κέντρο-αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ ενσωματώνει τις αντιφάσεις της "όλης αριστεράς" η οποία συγκροτείται ιστορικά από δύο τάσεις: μιά ριζοσπαστική και επαναστατική που ευαγγελίζεται την ανατροπή του καπιταλισμού και μία σοσιαλδημοκρατική που προκρίνει τις μεταρρυθμίσεις ως μέσο οικοδόμησης μιας βιώσιμης συμπεριληπτικής οικονομίας και μιας δίκαιης κοινωνίας.

Τα δύο αυτά προγράμματα δεν είναι συμβατά. Το πρώτο, όταν δεν συντάσσεται με την όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού προκειμένου να δημιουργηθούν επαναστατικές συνθήκες, αντιστρατευόμενο εμπράκτως κάθε βελτίωση, προτάσσει ένα αφήγημα μιάς κοινωνίας σχεδόν δυστοπικής η οποία δεν βελτιώνεται αλλά ανατρέπεται . Το δεύτερο τάσσεται υπέρ των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ισόρροπη ανάπτυξη συνδυασμένη με την κοινωνική δικαιοσύνη και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η συνύπαρξη των δύο αυτών τάσεων στο πλαίσιο ενός πολιτικού οργανισμού δεν είναι μακροπρόθεσμα πολιτικά αποτελεσματική και βιώσιμη. Μπορεί συγκυριακά σε περιόδους εκλογικής ανόδου και γενικευμένου ενθουσιασμού να αυξάνει τις συσπειρώσεις και τα ποσοστά, δεν οικοδομεί ωστόσο ένα συνεκτικό αφήγημα διακυβέρνησης και δεν μπορεί να παράξει αποτελεσματική εφαρμοσμένη πολιτική.  Παράλληλα, δεδομένου ότι οι δύο αυτές τάσεις της ευρύτερης αριστεράς είναι σε τελική ανάλυση ιδεολογικά ασύμβατες και πολιτικά ανταγωνιστικές, η συνύπαρξή τους σε έναν ενιαίο πολιτικό οργανισμό  παράγει πολιτική εσωστρέφεια και ενδο-κομματικές εντάσεις που κάθε άλλο παρά ενισχυτικές της κυβερνητικής ικανότητας και των προοπτικών διακυβέρνησης είναι .

Αυτές τις εσωτερικές αντιφάσεις βίωσε ο ΣΥΡΙΖΑ στην μέχρι τώρα πορεία του. Συγκροτημένος από ένα ετερόκλητο σύνολο πολιτικών συσσωματώσεων , ξεκινώντας από την ανανεωτική αριστερά, την σοσιαλδημοκρατία και την πολιτική οικολογία στο ένα άκρο και φθάνοντας μέχρι τα ταυτοτικά κινήματα και τους ελευθεριακούς κομμουνιστές στο άλλο.  Ενισχυόμενος δε από ένα εξίσου ετερόκλητο εκλογικό κοινό της κρίσης και των μνημονίων προερχόμενο κατά μεγάλο ποσοστό από το ΠΑΣΟΚ , που προσλάμβανε τον ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το 2015, όπως έδειχναν μετρήσεις της περιόδου εκείνης, ως ένα κόμμα της κεντροαριστεράς, αλλά και από ψηφοφόρους ενός ευρύτερου φάσματος που τους προσείλκυε η επαγγελία της αποκατάστασης «με ένα νόμο και ένα άρθρο» της εθνικής υπερηφάνειας και της (πελατειακής; ) κανονικότητας. Απετέλεσε έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ την επιτομή της έλλειψης πολιτικής συνοχής και από ότι φαίνεται θα εξακολουθήσει να την αποτελεί αν οι όποιες μεταρρυθμιστικές δυνάμεις μετείχαν στο κόμμα, επιμείνουν να παραμένουν εγκλωβισμένες σε αυτό το πλαίσιο της πλασματικής ενότητας. 

 

… ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΥΓΚΡΌΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΎ ΠΟΛΟΥ

 Ανάλογο σφάλμα με την en bloc αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελούσε και η αγνόηση  των προκλήσεων επανασυγκρότησης του κύριου φορέα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής,  όπως το έλλειμμα συμμετοχικών διαδικασιών , η περιορισμένη έμφαση στις προγραμματικές λειτουργίες αλλά και η, αριθμητικά, περιορισμένη παρουσία   επαρκών κεντρικών αλλά και περιφερειακών στελεχών αναγκαίων για την παραγωγή ουσιαστικής προοδευτικής πολιτικής.

Για  να υπάρξει μια τέτοια πολιτική και να αποτυπωθεί σε ένα καινοτόμο και ελκυστικό πρόγραμμα απαιτείται προηγουμένως η  αποσαφήνιση του πολιτικού στίγματος της σοσιαλδημοκρατίας, που σήμερα σε πολλούς κύκλους με  αναφορά στην κέντρο-αριστερά, συγχέεται με τον κεντροδεξιό ορντολιμπεραλισμό και την κοινωνική οικονομία της αγοράς.  Αυτά όμως δεν είναι τίποτα περισσότερο από ισχυρή αγορά διανθισμένη με κάποια ψήγματα κοινωνικής πολιτικής. Η σοσιαλδημοκρατία είναι κάτι ριζικά διαφορετικό.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι ασφαλώς υπέρ της αγοράς και της ανάπτυξης αλλά όχι υπερ της παντοδύναμης και ανεξέλεγκτης αγοράς  και της μονοδιάστατης οικονομικής μεγέθυνσης που προτείνουν  οι οικονομικά συντηρητικές δυνάμεις.  Η σοσιαλδημοκρατία καλείται λοιπόν να επεξεργαστεί ένα εναλλακτικό σχέδιο συμμετοχικής, περιεκτικής,  ισόρροπης και  βιώσιμης ανάπτυξης. Σε αυτό το σχέδιο η μεγέθυνση της πίτας δεν είναι ανεξάρτητη από - ούτε προηγείται της διανομής της. Η δίκαιη διανομή και η συμμετοχή στα οφέλη της ανάπτυξης είναι μέρος και της διαδικασίας οικονομικής μεγέθυνσης και κυρίως της κοινωνικά περιεκτικής και βιώσιμης ανάπτυξης.

Για να επιτευχθεί η εναλλακτική αυτή ανάπτυξη χρειάζεται μια ισχυρή κοινωνική συμμαχία και για να συγκροτηθεί η συμμαχία αυτή είναι απαραίτητη η σύγκλιση των δυνάμεων του ευρύτερου προοδευτικού χώρου που θα παράξουν ιδεολογικά και προγραμματικά ένα εναλλακτικό αφήγημα διακυβέρνησης και τις αναγκαίες για αυτό δημόσιες πολιτικές.

Σε τελική ανάλυση η κοινωνία λίγο ενδιαφέρεται για το αν ο χάρτης θα βαφτεί πράσινος ή ροζ.  Αυτό που χρειάζεται είναι η μέγιστη δυνατή συσπείρωση γύρω από ένα καινοτόμο δημοκρατικό και κοινωνικό πολιτικό πρόγραμμα, γύρω από μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο.

 * Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. 

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε αρχικά στο socialdemo.gr

 

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

Μεταξύ Βέμπερ και Μαυρογιαλούρου: Πολιτική με ιδέες και πολιτική με πρόσωπα. Θ. Ν. Τσέκος

  Διαβάζω από τον Άρη Αλεξανδρή στην Καθημερινή (16/4/23) υπό τον τίτλο 'Πρόσωπα ή ιδέες;' :

    "...Διανύουμε μία ακόμη προεκλογική περίοδο κατά την οποία οι προσωπικότητες επισκιάζουν τα προγράμματα, τόσο τα εξαγγελθέντα και μη τηρηθέντα, όσο κι εκείνα που εξαγγέλλονται τώρα και αφορούν την επόμενη τετραετία...
.....Η έμφαση στα πρόσωπα αντί των ιδεών είναι καταστροφική και για τους πολιτικούς και για το εκλογικό σώμα· προτάσσει ένα ήθος επιφανειακού ανταγωνισμού και ξεμαλλιάσματος εκεί όπου η σύγκρουση θα έπρεπε να αφορά πολιτικές, στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα....  
.....Δεν είναι κακό πράγμα η επικοινωνία· αρκεί το αντικείμενό της να μην είναι το ίδιο με το υποκείμενό της"

 Ανήκοντας στην πρώτη γενιά της Μεταπολίτευσης, ναι εκείνη που (υπερ-) πολιτικοποιήθηκε και (υπερ-) "ιδεολογικοποιήθηκε", παρακολουθώ με κάποια απορία νέους, νέες και γενικώς φερέλπιδες πολιτικούς να διαβαίνουν με μεγάλη ευκολία τους ιδεολογικούς Ρουβίκωνες αναζητώντας ευνοϊκότερους εκλογικούς ορίζοντες στην αντίπερα όχθη.

Ευλόγως ίσως ρωτήσει κάποιος  "Μα καλά και παλαιότερα δεν υπήρξαν άνθρωποι που άλλαζαν παρατάξεις;" Ασφαλώς υπήρξαν. Με μιά σημαντική ωστόσο, διαφορά: οι μετακινήσεις ήταν κατά κανόνα προς ιδεολογικά όμορους χώρους και δεν συνεπάγονταν ολική αποκήρυξη των αξιών που μέχρι πριν από λίγο διακηρύσσονταν ή έστω τηρούνταν κάποια ιδεολογικά προσχήματα.

Σήμερα δεν μοιάζει να χρειάζονται πολιτικά επιχειρήματα και αρκεί απλώς μιά γενικόλογη διακήρυξη πίστης στο πρόσωπο του εκάστοτε ηγέτη του φορέα υποδοχής.

Από την άλλη πλευρά βλέπουμε τις τελευταίες δεκαετίες όλο και περισσότερο στα ψηφοδέλτια, στο όνομα της (αναγκαίας και ευπρόσδεκτης) ηλικιακής ανανέωσης, νέους ανθρώπους που σχετικά πρόσφατα έχουν, ας πούμε, ολοκληρώσει τις (λαμπρές, ας το δεχτούμε) σπουδές τους αλλά γενικώς ελάχιστα έχουν δοκιμαστεί στον επαγγελματικό στίβο και στα βάσανα της πραγματικότητας. Ή αντίθετα άλλους που  έχουν διαπρέψει επ' ολίγον σε κάποιο πεδίο που προσφέρει δημοσιότητα και βλέπουν την πολιτική σαν μιά δεύτερη ευκαιρία για αλλαγή (και χρονική επέκταση) σταδιοδρομίας.

 Η είσοδος στην πολιτική  ανθρώπων με αυτό το προφίλ μας παραπέμπει στην έννοια του "ζειν από την πολιτική" και όχι του "ζειν για την πολιτική", για να χρησιμοποιήσουμε μια διάκριση του Μαξ Βέμπερ σε μία διάλεξή του στα 1918 όπου αντιπαραθέτει την "πολιτική ως κλήση" και την "πολιτική ως επάγγελμα".

Μια τέτοια επιλογή -της πολιτικής κυρίως ως σταδιοδρομίας και δευτερευόντως ή τριτευόντως ως κοινωνικής ευθύνης και δημόσιας παρέμβασης- τείνει σχεδόν πάντα να συνδυάζεται  με μιά επικοινωνιακή στρατηγική όπως εκείνη που επισημαίνει ο Άρης Αλεξανδρής, όπου " το αντικείμενό της είναι το ίδιο με το υποκείμενό της". 

Αν όμως αυτό που επικοινωνείται δεν είναι πολιτικές και ιδέες αλλά ο ίδιος ο υποψήφιος και τα -υπαρκτά ή υποτιθέμενα- προσωπικά χαρίσματά του, ενώ τελικό ζητούμενο της εκλογικής του συμμετοχής δεν είναι η πολιτική, δηλαδή συγκεκριμένες, ιδεολογικά καθορισμένες, δημόσιες πολιτικές, αλλά η σταδιοδρομία του, τότε έχουμε εκλογικές διαδικασίες με υποψήφιους/ες αλλά χωρίς διακυβεύματα πολιτικής

 Έτσι διευκολύνεται η μετακίνηση μεταξύ παρατάξεων, οι "πολιτικές μεταγραφές", χωρίς ιδεολογικά όρια αλλά και χωρίς ηθική ζημία, ένθεν κακείθεν, δηλαδή ούτε του μετακινούμενου ούτε του φορέα υποδοχής.

Διότι όταν δεν επιλέγουμε πολιτικές, άρα ιδέες και αξίες, αλλά (υποτιθέμενους) ικανούς διαχειριστές με εν λευκώ εξουσιοδότηση εφ΄όλης της ύλης ή, ακόμα χειρότερα, όταν ταυτίζουμε τις ( ακαθόριστες και απροσδιόριστες) πολιτικές με πρόσωπα, τότε τα ιδεολογικά και προγραμματικά στοιχεία χάνουν την σημασία τους.

Όλα τούτα όμως φοβούμαι πως μας οδηγούν στο οξύμωρο μιας "απολίτικης πολιτικής" και σε μιά πολιτική ελίτ, που αν δεν καταλήγει "προ-νεωτερική", δηλαδή -για να μνημονεύσουμε και πάλι τον Βέμπερ-  μη-ορθολογική (με την έννοια της ικανότητας αντιμετώπισης προβλημάτων) αλλά χαρισματική (με "χαρίσματα" επικοινωνιακά κατασκευασμένα ή υπερτονισμένα)  και κληρονομική (μέσα από δίκτυα νεποτισμού, οικογενειακού ή μιντιακού) , γίνεται τουλάχιστον ... προ-μεταπολιτευτική, εν ολίγοις "μαυρογιαλουρική".



Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

Θ.Ν.Τσέκος Για τα αίτια των αποτυχιών και τις προϋποθέσεις επιτυχίας των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην χώρα μας.

  

Παναγιώτης Μαΐστρος και συνεργάτες, “Η Μεταρρυθμιστική Τεχνική μέσα από την Ιστορική Εξέλιξη των Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων στο πεδίο της Αποκέντρωσης και την Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα”,  Πρόλογος Καθηγητή Νίκου - Κομνηνού Χλέπα. Έκδοση ΕΛΙΑΜΕΠ -ΕΕΤΑΑ, 2022

 Θεόδωρος Ν. Τσέκος,

Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Διευθυντής Ινστιτούτου Πολιτικών Ερευνών, ΕΚΚΕ

 

Ο Παναγιώτης Μαΐστρος (Π.Μ. στο εξής) είναι, τις τελευταίες δεκαετίες, ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της συλλογικής προσπάθειας για ανάταξη του διοικητικού συστήματος της χώρας μας, ένας από τους πρωταγωνιστές των διοικητικών μεταρρυθμίσεων – ιδίως στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Υπήρξε, μεταξύ άλλων πολλών, Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Διοίκησης του ΥΠΕΣΔΔΑ, Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΕΤΑΑ, Γενικός Διευθυντής της ΕΝΑΕ, Μέλος του ΔΣ της ΜΟΔ  και επιστημονικός σύμβουλος της ΚΕΔΚΕ.

 Ταυτόχρονα, πέρα από ενεργά μετέχων, είναι και ένας προσεκτικός παρατηρητής και αναλυτής της διοικητικής πράξης ο οποίος επιδιώκει να εξάγει συμπεράσματα σχετικά με την καταλληλότητα και επάρκεια των μεταρρυθμιστικών εργαλείων και να προτείνει σχετικές καινοτομίες. Την μακρόχρονη αυτή πρακτική εμπειρία του αλλά και τις μεθοδολογικές του επεξεργασίες έχει ήδη αποτυπώσει σε τρία βιβλία - Μεταρρυθμίσεις ή Επικοινωνιακές Φωτοβολίδες ; Μια πρόταση για την Τριετή Στρατηγική Μεταρρυθμίσεων της Δημόσιας Διοίκησης από τις Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις (2017), Τα τρία κύματα μεταρρυθμίσεων της δημόσιας διοίκησης, στην Ελλάδα (1975-2015+) από τις εκδόσεις Παπαζήση (2009), Οι Αναπτυξιακοί Θεσμοί της Αυτοδιοίκησης από τις Εκδόσεις Νέα Σύνορα- Λιβάνη (2000) - καθώς και σε εκτενή αρθρογραφία. 


Το πρόσφατο πόνημά του, Η Μεταρρυθμιστική Τεχνική μέσα από την Ιστορική Εξέλιξη των Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων στο πεδίο της Αποκέντρωσης και την Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα, είναι προϊόν συλλογικής προσπάθειας : συνέταξε την μελέτη βασιζόμενος στην ερευνητική εργασία μιας ομάδας δημοσίων λειτουργών και εμπειρογνωμόνων με πολυετή πείρα και ουσιαστική γνώση του πεδίου αποτελούμενης από τον Ράλλη Γκέκα, μέλος της Επιτροπής Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Δήμων και Περιφερειών και διδάσκοντα στα Πανεπιστήμια Πελοποννήσου και Θράκης, τον Γιάννη Γούπιο Διευθυντή Οικονομικής Ανάπτυξης, Οργάνωσης και Περιβάλλοντος της ΕΕΤΑΑ και την  Δήμητρα Κουτσούρη, επίτιμη Γενική Διευθύντρια του Υπ.Εσ.. Το βιβλίο, κυκλοφορεί σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, σε κοινή έκδοση του ΕΛΙΑΜΕΠ και της ΕΕΤΑΑ με πρόλογο του επίσης αρμοδιότατου περί τα αυτοδιοικητικά ζητήματα Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκου - Κομνηνού Χλέπα.

 Η κεντρική προβληματική του Π.Μ. τοποθετείται, εδώ και χρόνια, απέναντι στο πνεύμα του νομικισμού που κατατρύχει την ελληνική μεταρρυθμιστική πρακτική και ιδίως στην υφέρπουσα αντίληψη πως αρκεί η διατύπωση μιάς διάταξης και η δημοσίευσή της σε ΦΕΚ για να αρχίσουν τα πράγματα να αλλάζουν στο πεδίο. Ο Π.Μ., πολιτικός μηχανικός ως προς την εκπαίδευσή του και επί πολλά χρόνια μελετητής έργων στις αρχές της σταδιοδρομίας του, γνωρίζει εμπράκτως ακόμη και πριν να ασχοληθεί με την αυτοδιοίκηση και την πολιτική, πως ο σχεδιασμός επί χάρτου – πολύτιμος για τον προσανατολισμό και την στοχοθεσία – δεν αρκεί για την διασφάλιση των επιθυμητών αποτελεσμάτων.

 Όπως, ας μας επιτραπεί η προσομοίωση, δεν είναι ο σχεδιασμός του σε πρόγραμμα Αutocad που θα υλοποιήσει το νέο κτίριο ενός δημόσιου νοσοκομείου, έτσι δεν είναι και η δημοσίευση ενός συνόλου διατάξεων που θα επιτύχει τους στόχους μιάς δημόσιας πολιτικής – πολλώ δε μάλλον μιας πολιτικής που εισάγει αλλαγές στην υφιστάμενη κατάσταση, μιάς μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται η εγκατάσταση και η εύρυθμη λειτουργία ενός κατάλληλα στελεχωμένου και εξοπλισμένου εργοταξίου. Στην δεύτερη περίπτωση χρειάζονται , πέραν του πολιτικού οράματος και του στρατηγικού σχεδιασμού όπως αποτυπώνονται στο νομοθέτημα, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός αλλά και ο προγραμματισμός εφαρμογής: η λεπτομερής περιγραφή των βημάτων και του χρονισμού αλλά και η διασφάλιση των απαραίτητων  οικονομικών, ανθρώπινων αλλά και διαδικαστικών / οργανωσιακών πόρων (συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών παρακολούθησης, αξιολόγησης της εφαρμογής -on going evaluation- και βελτιωτικών παρεμβάσεων), που θα επιτρέψουν την εκτέλεση και αξιολόγηση των ενεργειών που παράγουν τα αποτελέσματα στο πεδίο. Δεν αρκεί ο νόμος, χρειάζεται ένα πρόγραμμα εφαρμογής θυμάμαι τον  Π.Μ. να τονίζει σε κάθε ευκαιρία, γραπτώς και προφορικώς.

 Στα προηγούμενα τρία βιβλία του ο συγγραφέας μελέτησε διακριτά την περίοδο από την δεκαετία του 70 έως την δεκαετία 90 ως προς τους αναπτυξιακούς θεσμούς, και τις περιόδους 1975- 2009 και 2016-2018 ως προς τις γενικότερες μεταρρυθμίσεις. Σε αυτό το τέταρτο βιβλίο του επιχειρεί, με τους συνεργάτες του, μιά συνολική αποτίμηση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων αποκέντρωσης και τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα από την Μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας. Αποτυπώνουν λεπτομερώς τις μεταρρυθμίσεις αλλά όχι με την απλή λογική ενός “διοικητικού ιστοριοδίφη”, αν και η απαρίθμησή τους είναι συστηματική έως εξαντλητική.  Επιχειρούν κάτι περισσότερο: να συγκροτήσουν τη «θεσμική μνήμη» των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων σαρανταπέντε ετών ως καμβά αναστοχασμού περί την καταλληλότητα των μεταρρυθμιστικών τεχνικών (reform engineering) που χρησιμοποιήθηκαν. Αλλά η φιλοδοξία του εγχειρήματος δεν εξαντλείται ούτε εδώ. Η αξιολόγηση των μεταρρυθμιστικών τεχνικών, η ανάλυση των ισχυρών και των ασθενών σημείων τους, στοχεύει να αποτελέσει την βάση μεθοδολογικών βελτιώσεων για τα επερχόμενα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα. Η κριτική της υφιστάμενης μεταρρυθμιστικής κουλτούρας του πολιτικο-διοικητικού μας συστήματος έχει ως στόχο τον σχεδιασμό μιάς  συγκεκριμένης και επιχειρησιακής μεθοδολογίας για την αλλαγή της.

 Το βιβλίο αποτιμά, από την οπτική των μεταρρυθμιστικών μεθόδων και τεχνικών που χρησιμοποιήθηκαν, τα προγράμματα εισαγωγής αλλαγών στο πεδίο της αποκέντρωσης και της τοπικής αυτοδιοίκησης μεταξύ 1975 και 2020. Μελετά τόσο τις  μείζονες μεταρρυθμίσεις, όπως η εγκαθίδρυση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (1994), το πρόγραμμα «Καποδίστριας» (1997) και το πρόγραμμα «Καλλικράτης» (2010), αλλά και τις ήσσονος εμβέλειας, αλλά όχι και ήσσονος σημασίας, όπως αυτές που αφορούν τη διοικητική αυτοτέλεια των ΟΤΑ, τις Προγραμματικές Συμβάσεις, τους Αναπτυξιακούς Συνδέσμους, τις Δημοτικές Επιχειρήσεις, τις Αναπτυξιακές Εταιρείες, τον Δημοκρατικό Προγραμματισμό, τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους των ΟΤΑ, τις Κοινωνικές δομές και τα Αναπτυξιακά προγράμματα που χρηματοδότησαν τις μεταρρυθμίσεις. Αναλύουν επίσης μεταρρυθμίσεις της κεντρικής δημόσιας διοίκησης που επέδρασαν και στην τοπική αυτοδιοίκηση, όπως είναι τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, ο Συνήγορος του Πολίτη, ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και η «Διαύγεια».

 Οι συντάκτες της μελέτης αναδεικνύουν το γεγονός ότι πολλές νομοθετικές ρυθμίσεις παραμένουν ανενεργές ή επαναφέρονται και επανα-νομοθετούνται επανειλημμένα ή, ακόμη, παρατείνεται συνεχώς η προθεσμία εφαρμογής τους ακριβώς γιατί δεν εξασφαλίζονται με συγκεκριμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα, οι προϋποθέσεις υλοποίησής τους, δηλαδή οι υλικοί και άυλοι πόροι και ο οδικός χάρτης εφαρμογής.

 Παράλληλα προτείνεται μια μεταρρυθμιστική εργαλειοθήκη υπό τον τίτλο “Εμμ. Ροΐδης”, με αναφορά στην γνωστή φράση του θυμόσοφου συγγραφέα “Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν την χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων». Αντί όμως του νόμου-“πασπαρτού” περί εφαρμογής που προτείνει ο Ροΐδης, ο Π.Μ. και οι συνεργάτες του απαριθμούν ένα μείγμα μέσων που περιλαμβάνει: πρώτον,  το ίδιο το εκάστοτε ρυθμιστικό πλαίσιο δηλαδή τον Νόμο και τις συνοδευτικές κανονιστικές ρυθμίσεις, δεύτερον ένα «Πρόγραμμα Εφαρμογής» του Νόμου, το οποίο να εγκαθιδρύει τις διαδικασίες και να προβλέπει τα χρονοδιαγράμματα και τις αντιστοιχήσεις με τα αναγκαία μέσα εφαρμογής, τρίτον ένα «Πρόγραμμα Συλλογικής Υποστήριξης» δηλαδή τεχνικής βοήθειας σε οργανωτικά, διαδικαστικά και λοιπά συναφή ζητήματα των δημοσίων φορέων που θα κληθούν να εφαρμόσουν την μεταρρύθμιση, και τέταρτον, ένα «Αναπτυξιακό Πρόγραμμα» το οποίο θα περιλαμβάνει τα εργαλεία χρηματοδότησης της εφαρμογής της μεταρρύθμισης.

 Πέραν της εργαλειοθήκης αυτής, η μελετητική ομάδα προτείνει και μια μέθοδο, αποκαλούμενη  «Μεταρρυθμιστική Μεθοδολογία “Ευπαλίνος”» από το όνομα του Μεγαρέα μηχανικού ο οποίος περί το 530 π.Χ. κατόρθωσε ένα μοναδικό τεχνικό επίτευγμα ήτοι την κατασκευή, στην Σάμο, μιας σήραγγας υδροδότησης 2,5 χιλιομέτρων, ξεκινώντας και από τα δυο άκρα του υπερκείμενου βουνού. Κατόρθωσε δηλαδή να διασφαλίσει ένα κοινό αποτέλεσμα μέσω δράσεων που εκκινούσαν από διαφορετικές αφετηρίες, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες όπου καλούνται να συμπράξουν συλλογικά υποκείμενα με διαφορετική τεχνογνωσία, νοοτροπία αλλά και διαφορετικά σημεία εκκίνησης. Η προτεινόμενη μεθοδολογία περιλαμβάνει δεκαεπτά συστατικά στοιχεία, που αφορούν την πολιτική διεύθυνση της μεταρρύθμισης, το εύρος του περιεχομένου της, τα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά της, τις σχέσεις της με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, με τα εμπλεκόμενα συλλογικά υποκείμενα και με τους πολίτες καθώς και το σύστημα διοίκησης, παρακολούθησης και αξιολόγησης της εφαρμογής της. Στη χώρα μας απαιτείται ιδιαίτερη προσπάθεια και ειδικός σχεδιασμός προκειμένου να αναβαθμιστεί η επιχειρησιακή ικανότητα των διοικητικών υπηρεσιών ώστε να είναι σε θέση να υλοποιήσουν αυτά που σε άλλες, διοικητικά αναπτυγμένες χώρες, θεωρούνται  αυτονόητα.

 Όσον δε αφορά τις κατευθύνσεις και το περιεχόμενο των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο προτείνονται πρακτικές λύσεις όπως η κατάργηση της έγκρισης αποφάσεων που λαμβάνονται σε ένα διοικητικό επίπεδο από υπερκείμενο διοικητικό επίπεδο, όταν η έγκριση αυτή αποτελεί έλεγχο σκοπιμότητας, η αποσαφήνιση των “συντρεχουσών” αρμοδιοτήτων, δηλαδή αυτών που ασκούνται εν τοις πράγμασι ταυτόχρονα από δύο επίπεδα, η προσθήκη νέων αρμοδιοτήτων, εφόσον διασφαλίζονται πλήρως οι πρόσθετοι πόροι που απαιτούνται για την άσκησή τους και η «αλλαγή της διοικητικής υπαγωγής υπαρχουσών συγκροτημένων δομών ήδη χωροθετημένων σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο», όπως πρότειναν η Ένωση Περιφερειών Ελλάδας και η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας με κοινή πρότασή τους στο Κείμενο Κοινών Θέσεων του κοινού Συνεδρίου τους το 2018. Από το ίδιο κείμενο, στο βιβλίο υιοθετούνται δέκα βασικοί στρατηγικοί και προγραμματικοί στόχοι και μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες όπως η επίλυση του προβλήματος της διαφορετικότητας των ΟΤΑ, η οργάνωση και ο λειτουργικός τους εκσυγχρονισμός, η ενίσχυση των ανθρώπινων πόρων και η αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού, η ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας και της συμμετοχής των ΟΤΑ στα αναπτυξιακά προγράμματα, η διεύρυνση της διοικητικής αυτοτέλειας, η βελτίωση της διοικητικής τους ικανότητας και η βελτίωση της αμφίδρομης σχέσης των πολιτών με την τοπική αυτοδιοίκηση.

 Ως όραμα της επόμενης διοικητικής μεταρρύθμισης ο Π.Μ και οι συνεργάτες του προτείνουν την «Ψηφιακή Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση κατά τομεακή δημόσια πολιτική (ή λειτουργική περιοχή)», μια αποκεντρωτική και από-συγκεντρωτική προσέγγιση που ωστόσο προβλέπει τον -και προσβλέπει στον-  διυπουργικό συντονισμό από το επιτελικό κέντρο διακυβέρνησης, την Προεδρία της Κυβέρνησης.

 Παρουσιάζονται παραδείγματα σε συγκεκριμένα πεδία τομεακών πολιτικών όπως η δημόσια υγεία και η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και η πολιτική προστασία. Τονίζεται δε πως δεν χρειάζεται να μεταφερθούν νομοθετικά νέες αρμοδιότητες στους Δήμους και τις Περιφέρειες, εκτός από τη συμμετοχή των συλλογικών οργάνων τους στον συνολικό  σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών για τις οποίες είναι συναρμόδιοι. Αυτό που πρωτίστως χρειάζεται είναι η βελτίωση της διοικητικής ικανότητάς τους και η χρηματοδότηση που θα καλύπτει τις πρόσθετες επενδυτικές και λειτουργικές τους δαπάνες προκειμένου να ασκήσουν αποτελεσματικά τις αρμοδιότητες που ήδη έχουν. Και επειδή ασφαλώς η αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας της αυτοδιοίκησης, τόσο για τον σχεδιασμό όσο και για την εφαρμογή τομεακών πολιτικών, είναι μια δύσκολη υπόθεση, όλες οι πλευρές προτιμούν να κρύβουν τις δυσχέρειες πίσω από μιάν ατέρμονη συζήτηση «περί μεταφοράς αρμοδιοτήτων».

 Οι συντάκτες της μελέτης, υπογραμμίζουν, τέλος, την ανάγκη σύνδεσης της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας με τα τεχνολογικά άλματα της νέας εποχής, εισηγούμενοι «ένα “παράθυρο” της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προς την 4η Βιομηχανική Επανάσταση», που θα της επιτρέψει να ασκεί αποτελεσματικότερα πολιτικές αξιοποιώντας τις βάσεις των Μεγάλων Δεδομένων (Big Data), το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (IoT), την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) και τα λοιπά καινοτόμα εργαλεία μιάς ψηφιακής διοίκησης που λειτουργεί στο πλαίσιο μιας ψηφιακής κοινωνίας. Διευκρινίζουν ωστόσο ότι για να ζητήσουμε ως κοινωνία και ως πολιτεία εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης  από τον δήμαρχο ενός νησιωτικού Δήμου που πρωτοκολλεί ο ίδιος τα εισερχόμενα έγγραφα γιατί η μοναδική του διοικητική υπάλληλος μετατέθηκε στο πλαίσιο της «κινητικότητας» και από τον αντιδήμαρχο ενός ορεινού Δήμου, ο οποίος οδηγεί ο ίδιος το γκρέιντερ γιατί ο Δήμος δεν διαθέτει οδηγό, απαιτείται να έχουμε λύσει προηγουμένως αυτής της τάξεως τα προβλήματα !

 Θα κλείσουμε το παρόν σημείωμα τονίζοντας ότι ο Παναγιώτης Μαΐστρος και η εξαιρετική ομάδα των συνεργατών του μας παραδίδουν ένα πόνημα μεγάλης χρησιμότητας αφού συγκροτούν στο βιβλίο τους μιά βάση πληροφοριών και στοιχείων αναγκαίων για την κατανόηση και ερμηνεία των όσων έχουν γίνει στην αυτοδιοίκηση (και όχι μόνο) τον τελευταίο μισό, σχεδόν, αιώνα. Ταυτόχρονα όμως προσφέρουν και ένα εγχειρίδιο ιδιαίτερης χρηστικότητας για τους επίδοξους μεταρρυθμιστές παραθέτοντας μέσα σχεδιασμού και εφαρμογής αλλά και έναν οδικό χάρτη παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας των αυριανών μεταρρυθμίσεων.

Θα επαναλάβουμε ωστόσο αυτό που ο Ν-Κ Χλέπας σημειώνει στην Εισαγωγή του. Σε μιά χώρα όπως η Ελλάδα όπου «το δημόσιο συμφέρον είναι ορφανό» οι μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στο δημόσιο όφελος θίγοντας κεκτημένα συμφέροντα δύσκολα κερδίζουν μιά διευρυμένη και ισχυρή βάση κοινωνικής υποστήριξης. Και τούτο διότι οι μεν συγκροτημένες ομάδες αντιλαμβάνονται άμεσα την απώλεια των κεκτημένων τους, συσπειρώνονται και αντιδρούν. Αντίθετα οι κατά κανόνα “διάχυτες” ομάδες που οφελούνται από τις μεταρρυθμίσεις, συνήθως, ούτε αντιλαμβάνονται τις ευκαιρίες έγκαιρα ούτε συσπειρώνονται αποτελεσματικά. Τα εργαλεία λοιπόν που μας παρουσιάζει η μελετητική ομάδα για να αξιοποιηθούν χρειάζονται να υιοθετηθούν από μεταρρυθμιστικές συμμαχίες σε διοικητικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο που θα προετοιμάσουν κοινωνικά, πολιτικά και τεχνικά τις μεταρρυθμίσεις και θα στηρίξουν την εφαρμογή τους σε βάθος χρόνου.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2023

Περί κεφαλαίου και εργασίας τον 21ο αιώνα - Με αφορμή ένα κείμενο του Μπράνκο Μιλάνοβιτς. Θ.Ν. Τσέκος

Διάβασα ένα ενδιαφέρον κείμενο του Μπράνκο Μιλάνοβιτς (εδώ)  που θέτει το ακόλουθο κεντρικό ερώτημα: αν στην εποχή του Σμίθ, του Ρικάρντο και του Μαρξ, την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού, το ποιος είναι εργαζόμενος και ποιος κεφαλαιοκράτης ήταν ξεκάθαρο , σήμερα, την εποχή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, πώς μπορούν να διακριθούν αυτοί οι ρόλοι; Ο Μιλάνοβιτς εισηγείται ένα κριτήριο: εργαζόμενος είναι εκείνος του οποίου η απουσία φυσικής δραστηριότητας  - ακόμη και ως trader μπροστά σε έναν υπολογιστή-  οδηγεί σε μηδενικό εισόδημα. Αντίθετα, όποιος ακόμη και ως φυσικά αδρανής αποκτά εισόδημα - πχ έχοντας δώσει ένα χρηματικό ποσό ιδιοκτησίας του σε μια χρηματιστική εταιρεία προς επένδυση - είναι κεφαλαιοκράτης.

Τονίζεται δε ότι η ιδιότητα του εργαζόμενου δεν σχετίζεται ούτε με την πηγή ούτε με το ύψος του εισοδήματος. Ένα στέλεχος χρηματιστηριακής εταιρείας με μισθό ένα εκατομμύριο τον χρόνο και μπόνους άλλα δύο εκατομμύρια παραμένει εργαζόμενος στο μέτρο που αν απολυθεί θα στερηθεί αυτό το εισόδημά του. Όπως ακριβώς, λέει ο Μιλάνοβιτς, θα συμβεί και με έναν εργάτη αποθήκης της Amazon. Δεν κερδίζει ασφαλώς εκατομμύρια από την δουλειά του, αν την χάσει όμως το εισόδημά του από αυτήν μηδενίζεται.
 

 Σοφόν το σαφές. Ωστόσο γεννώνται ερωτήματα.
 

Πρώτον. Μιά τέτοια ταξινομική διάκριση έχει λογική για έναν οικονομολόγο, όχι απαραίτητα όμως για έναν κοινωνικό ή πολιτικό επιστήμονα. Διότι οδηγεί σε μιά συγκεκριμένη θεώρηση της ανισοκατανομής του εισοδήματος: αν δεχθούμε ότι τόσο οι  traders των τριών εκατομμυρίων ετησίως όσο και οι αποθηκάριοι των δέκα, δεκαπέντε ή είκοσι χιλιάδων ανήκουν στην ίδια κοινωνική κατηγορία και αθροίσουμε τις αποδοχές  τους  σχηματίζεται μια τελείως διαφορετική εικόνα της κοινωνικής κατανομής εισοδήματος που ασφαλώς δεν αποτυπώνει τις πραγματικές κοινωνικές ανισότητες.
 

Δεύτερον. Μιά τέτοια ταξινόμηση δεν αποτυπώνει ούτε την κοινωνική χρησιμότητα του παραγόμενου προϊόντος, άρα αγνοεί την κοινωνικά αναγκαία προστιθέμενη αξία που παράγεται από κάθε τύπο "εργασίας". Ακόμη και σε επίπεδο "λευκών κολάρων" αν το περιορίσουμε είναι το ίδιο η εργασία ενός μηχανολόγου στο σχεδιαστήριο  ή ενός ειδικού στην διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού μιας μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας με την εργασία ενός trader μιας χρηματιστηριακής εταιρείας; 

Στην μία περίπτωση η προστιθέμενη αξία ενσωματώνεται στην καινοτομία και την αξία χρήσης που θα διαθέτουν τα εκατομμύρια νέα οχήματα (ή υπολογιστές, ή κινητά, ή τηλεοράσεις κλπ κλπ) που θα βγουν στην αγορά και στην διάθεση εκατομμυρίων αγοραστών βελτιώνοντας την καθημερινότητά τους. Στην δεύτερη περίπτωση η προστιθέμενη αξία αφορά την αύξηση του πλούτου του ιδιοκτήτη ενός αριθμού μετοχών ή άλλων επενδυτικών προϊόντων, δηλαδή τελικά ένα περιορισμένο αριθμό επενδυτών τα χαρτοφυλάκια των οποίων χειρίζεται ο συγκεκριμένος trader. 

Η κοινωνική χρησιμότητα της εργασίας του αφορά μόνο το μέρος εκείνο του επενδυόμενου κεφαλαίου που καταλήγει τελικά στην παραγωγή, μέρος που σε κάθε περίπτωση και δύσκολο είναι να εκτιμηθεί και αμφίβολο αν υπάρχει, ειδικά στο μέτρo που η αύξηση της αξίας του χαρτοφυλακίου προκύπτει από βραχυπρόθεσμες κινήσεις, αξιοποιώντας συγκυριακές εξελίξεις, πολιτική σπέκουλα και λοιπά συναφή στοιχεία.

Συνοψίζοντας θα κρατήσουμε το ότι η εννοιολογική και ταξινομική αυστηρότητα έχει το νόημά της σε επίπεδο οικονομικής ανάλυσης όχι όμως σε μιά κοινωνική ή πολιτική προοπτική. 

Κατ' αναλογία ο Thomas Piketty  έχει δεχθεί κριτική -και από δεξιά και από αριστερά- για το ότι ορίζει το κεφάλαιο  πολύ ευρέως ταυτίζοντάς το με τον πλούτο ως το σύνολο των μη ανθρώπινων παραγωγικών στοιχείων που μπορούν να κατέχονται και να ανταλλάσσονται στην αγορά γεννώντας εισόδημα. Περιλαμβάνει όλες τις μορφές ακίνητης περιουσίας των οικιών συμπεριλαμβανομένων, το χρηματοοικονομικό και τεχνικό κεφάλαιο όπως υποδομές, μηχανήματα αλλά και διπλώματα ευρεσιτεχνίας  που παρέχονται προς χρήση από εταιρείες και κρατικούς φορείς . Περιλαμβάνει λοιπόν όλες τις μορφές πλούτου που μπορούν να κατέχουν άτομα ή ομάδες ατόμων και που μπορούν να να διακινηθούν μέσω της αγοράς σε μόνιμη βάση. 

Από πολιτική οπτική το ζήτημα δεν είναι αν η συγκεκριμένη ταξινόμηση είναι συνεπής αλλά το αν εξηγεί την οικοδόμηση κοινωνικών συμφερόντων που οδηγούν σε πολιτικές συσσωματώσεις και πολιτικές συμπεριφορές.

Αντίστοιχα, στην ανάλυση και ταξινόμηση του Μιλάνοβιτς αυτό που έχει πολιτική σημασία δεν είναι ο οικονομικός -και ακόμη περισσότερο ο νομικός- χαρακτήρας της απασχόλησης ως πηγής εισοδήματος αλλά το ύψος του εισοδήματος που αυτή παράγει και το τμήμα του συνολικού πλούτου το οποίο κατανέμει σε κάθε ομάδα "εργαζομένων": στους traders, στα στελέχη ή στους αποθηκάριους.

 

 

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ν. ΤΣΕΚΟΣ ΠΡΟΣΕΓΓΊΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΌ ΥΠΟΣΎΣΤΗΜΑ ΥΠΌ ΤΟ ΠΡΊΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ ΥΠΟΣΥΣΤΉΜΑΤΟΣ.

 

Θεόδωρος Ν. Τσέκος

ΠΡΟΣΕΓΓΊΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΌ ΥΠΟΣΎΣΤΗΜΑ ΥΠΌ ΤΟ ΠΡΊΣΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΎ ΥΠΟΣΥΣΤΉΜΑΤΟΣ.  ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΊΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΉΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΆΒΗΣΗΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΈΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΈΠΕΙΕΣ
δημοσιευμένο σε

Καλλιόπη Σπανού (Επιμέλεια)  Η ΔΙΟΊΚΗΣΗ ΣΤΟ ΕΠΊΚΕΝΤΡΟ. ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Για να διαβάσετε / κατεβάσετε το άρθρο ακολουθείστε τον παρακάτω σύνδεσμο:

Θεόδωρος Ν. Τσέκος Προσεγγίζοντας το Διοικητικό Σύστημα υπό το πρίσμα του Πολιτικού Συστήματος 

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

"Τι είναι η Κλασσική Αριστερή ατζέντα; Ανάπτυξη με οικονομική και πολιτική ισότητα." του Μπράνκο Μιλάνοβιτς

 [Ο Σερβικής καταγωγής Καθηγητής του City University of New York και τ. Επικεφαλής οικονομολόγος του ερευνητικού τμήματος της Παγκόσμιας Τράπεζας υπενθυμίζει ότι η 'ταυτοτική' και 'δικαιωματιστική' αριστερά αφήνοντας σε μεγάλο βαθμό έξω από τον προβληματισμό της την σφαίρα του οικονομικού απεμπολεί την ουσία του ιστορικού της ρόλου.

Το ίδιο ισχύει και για μερίδα της "πράσινης αριστεράς" που τοποθετείται απέναντι στην ίδια την έννοια της περαιτέρω οικονομικής μεγέθυνσης μιλώντας για "αποανάπτυξη".Ασκεί τέλος κριτική στην αντίληψη, που αφορά κυρίως το Δημοκρατικό κόμμα, περί "εξαγωγής της δημοκρατίας" μέσω κρατικής πολιτικής και στρατιωτικής επιρροής.

Η πολύπλευρη αυτή κριτική τον οδηγεί στην "επανα-ανακάλυψη" και αναδιατύπωση μερικών σταθερών αξιών της κλασσικής προοδευτικής πολιτικής, της "παλιάς καλής σκέψης" της (δημοκρατικής και σοσιαλιστικής) αριστεράς.

Όλα τα παραπάνω είναι τμήματα μιας ευρύτερης συζήτησης που διεξάγεται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά αφορά και την Ευρώπη. 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο blog του 'Global inequality and More 3.0' στις 7/9/22]

 
" Είχα μια συζήτηση με τους Alex Hochuli και Philip Cunliffe οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτό που έχω αποκαλέσει “κλασσική αριστερά” [*] και νομίζω ότι ίσως είναι χρήσιμο να τα ξαναγράψω για αυτήν ελπίζοντας να δείξω ότι τα χαρακτηριστικά της μπορούν εύκολα να γίνουν εφαρμόσιμες πολιτικές και δεν είναι απλώς ένα σύνολο ωραίων ιδεών.
[ * Ο Μιλάνοβιτς χρησιμοποιεί τον όρο “paleo-left”. Άν και ελληνικής ρίζας η απόδοσή της ως ”παλαιο-αριστερά”, έχοντας μάλλον αρνητική χροιά, δεν θα απέδιδε το πνεύμα του συγγραφέα]
 
Η κλασσική αριστερά, κατά τη γνώμη μου, ορίζεται από τέσσερις βασικούς άξονες: είναι υπέρ της ανάπτυξης, υπέρ της ισότητας, υπέρ της ελευθερίας του λόγου και του συνεταιρίζεσθαι και υπερ της διεθνούς ισότητας. Επιτρέψτε μου να εξηγήσω το καθένα από αυτά.
 
Όντας κάποιος υπέρ της ανάπτυξης σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως το εισόδημα και ο πλούτος είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη αυτοπραγμάτωση και ελευθερία. Δεν μπορούμε να επιτύχουμε τις πλήρεις δυνατότητές μας, ούτε να απολαύσουμε άλλες μη βιοποριστικές δραστηριότητες αν δεν έχουμε αρκετό εισόδημα για να μην ανησυχούμε πού θα βρεθει το επόμενο γεύμα μας ή πού θα κοιμηθούμε το επόμενο βράδυ. 
 
Η κλασσική αριστερά είναι ενάντια στη συνεχή υποβάθμιση της σημασίας της ανάπτυξης γιατί αναγνωρίζει ότι για έναν απλό άνθρωπο μόνο οι βελτιωμένες υλικές συνθήκες ζωής ανοίγουν το «βασίλειο της ελευθερίας»: δεν θέλουμε νοικοκυριά όπου οι μητέρες πρέπει να πλένουν ρούχα στο κοντινό ποτάμι ή στην μπανιέρα. Θέλουμε νοικοκυριά με πλυντήρια. (Φυσικά, για άτομα που έχουν ήδη πλυντήρια ρούχων, αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια ασήμαντη απαίτηση. Αλλά για τον μισό παγκόσμιο πληθυσμό που δεν έχει, δεν είναι καθόλου ασήμαντο.)
 
Ωστόσο μια ανάπτυξη-αυτοσκοπός χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ποιος ωφελείται από αυτήν δεν είναι ούτε ηθικά αποδεκτή ούτε πολιτικά βιώσιμη. Εδώ έρχεται η δεύτερη παράμετρος: η οικονομική ισότητα. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι τυφλή, ούτε μπορεί να είναι τέτοια ώστε το μεγαλύτερο μέρος της, όπως στις ΗΠΑ την περίοδο 1986-2007, να ιδιοποιείται από τους πλούσιους. Η ανάπτυξη πρέπει να αποβαίνει υπέρ των φτωχών, πράγμα που σημαίνει ότι τα εισοδήματα των κατώτερων ομάδων πρέπει να αυξάνονται, σε ποσοστιαία βάση, τουλάχιστον όσο τα εισοδήματα των πλουσιότερων ομάδων. 
 
Πώς θα το πετύχουμε αυτό; Όχι μόνο μέσω της άμεσης ή έμμεσης φορολογίας των δραστηριοτήτων αλλά και των αγαθών πολυτελείας που καταναλώνουν οι πλούσιοι (ο τελευταίος είναι ένας πόρος που, κατά τη γνώμη μου, δεν αξιοποιείται όσο θα έπρεπε). Μπορεί επίσης να επιτευχθεί και μέσω υψηλών φόρων κληρονομιάς που θα εξασφάλιζαν σε όλους εύλογα ισότιμη θέση εκκίνησης ανεξαρτήτως γονικού πλούτου, με σχεδόν ή πλήρως δωρεάν δημόσια εκπαίδευση και δημόσια υγεία και με ειδική στήριξη στους νέους, για την εξεύρεση της πρώτης τους εργασίας. Οι νέοι σήμερα στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες αποτελούν μια ομάδα που χρειάζεται αντίστοιχη στήριξη με αυτην που κατάφεραν να διασφαλίσουν πολιτικά οι νέοι άνθρωποι, που είναι σήμερα ηλικιωμένοι, στις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
 
Η μείωση των ανισοτήτων εισοδήματος και πλούτου είναι ταυτόχρονα στόχος και εργαλείο για την επίτευξη κάτι άλλου: της σχετικής πολιτικής ισότητας. Αυτή η ισότητα υπονομεύεται στις σημερινές προηγμένες κοινωνίες, όχι, όπως υποστηρίζεται, από έναν -ανεπαρκώς οριζόμενο- «λαϊκισμό», αλλά από έναν τελειως αντίστροφο κίνδυνο: αυτόν της πλουτοκρατίας. Το ότι οι πλούσιοι χρηματοδοτούν τις εκστρατείες των πολιτικών (γεγονός που συνιστά απλώς μια ελαφρά μορφή δωροδοκίας) και ελέγχουν τα περισσότερα από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, υποσκάπτει την πολιτική ισότητα.
 
Η κλασσική αριστερά θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να αποφεύγει όρους τους οποίους ο νεοφιλελεύθερος λόγος έχει δεσμεύσει και έχει καταστήσει χωρίς νόημα, όπως ο όρος «δημοκρατία». Πρέπει να αποδεχτούμε ότι ο όρος «δημοκρατία» έχει δεσμευθεί από τη νεοφιλελεύθερη πλουτοκρατία με τον ίδιο τρόπο που ο όρος «λαός» ιδιοποιήθηκε από τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ανατολική Ευρώπη. Και οι δύο όροι χρησιμοποιούνται για να καλύψουν μιά διαφορετική πραγματικότητα.
 
Αντίθετα, η κλασσική αριστερά θα πρέπει να επικεντρωθεί σε κάτι πολύ πιο πραγματικό και μετρήσιμο: την σχετική πολιτική ισότητα. Η επίτευξή της συνεπάγεται δημόσια χρηματοδότηση των πολιτικών εκστρατειών, όρια (ή απαγορεύσεις) στον έλεγχο των μέσων μαζικής ενημέρωσης από τους πλούσιους (πχ όχι ιδιοκτησία της «Washington Post» από τον Τζεφ Μπέζος) και ισότιμη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία που σημαίνει διευκόλυνση συμμετοχής στις εκλογές για τους σκληρά εργαζόμενους. Οι εκλογές στις ΗΠΑ έχουν προγραμματιστεί σκόπιμα σε εργάσιμη ημέρα και δεν αποτελεί έκπληξη, ούτε διαφήμιση για τη «δημοκρατία», το γεγονός ότι ακόμη και στις πιο σημαντικές εκλογές το μισό του εκλογικού σώματος απλώς δεν συμμετέχει.
 
Η κλασσική αριστερά αναγνωρίζει επίσης ότι οι ελευθερίες του λόγου και του συνεταιρίζεσθαι καθίστανται σε μεγάλο βαθμό άνευ νοήματος εφόσον δεν διασφαλίζεται ένας ελάχιστος βαθμός πολιτικής ισότητας. Άτομα με μικρή ή και μηδενική ισχύ μπορούν να περνούν ώρες και μέρες στο Twitter, αλλά θα έχουν μηδενική πολιτική επιρροή σε σύγκριση με καλά αμειβόμενα και οργανωμένα think-tanks και άλλους θεσμούς που στόχος τους είναι να επηρεάσουν άμεσα την πολιτική. Είναι σε αυτόν τον τομέα που μια αόριστη χρήση του όρου «δημοκρατία» στην πραγματικότητα κρύβει τεράστια ανισότητα στην πρόσβαση στην πολιτική εξουσία.
 
Ο τελευταίος άξονας είναι ο διεθνισμός. Αυτό είναι, φυσικά, ένα παλιό αριστερό σύνθημα αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί ως κάτι που απλώς προσκολλάται στην υπόλοιπη εγχώρια ατζέντα. Αποτελεί συστατικό μέρος μιας συνολικής ατζέντας. Η κλασσική αριστερά αποδέχεται ότι διαφορετικές χώρες και πολιτισμοί μπορεί να έχουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους επιλέγουν τις κυβερνήσεις τους ή με τους οποίους ορίζουν την πολιτική νομιμότητα. Η κλασσική αριστερά δεν είναι ιδεολογικά ηγεμονική. 
 
Η κλασσική αριστερά μπορεί (και πρέπει) να πιστεύει ότι η δική της προσέγγιση είναι η καλύτερη, και είναι σωστό να την υποστηρίζει, αλλά το επιχείρημα πρέπει να παραμένει πάντα στο επίπεδο των ιδεών : πρέπει να αποφεύγονται οι χονδροειδείς παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών και προφανώς δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιεί βία. 
 
Η κλασσική αριστερά πρέπει τέλος να απαλλαγεί από τη βλαβερή ιδέα μιας «φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης», η οποία είτε δεν έχει νόημα (καθώς αλλάζει ανάλογα με το τι είναι πολιτικά βολικό για τους υποστηρικτές της) είτε είναι μια καθαρή πρόσκληση για τη διεξαγωγή πολέμων. Πρέπει να αντικατασταθεί από τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου όπως ορίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη και από άλλους θεσμούς που περιλαμβάνουν όλους τους λαούς. 
 
Η διάδοση των ιδεών της αριστεράς πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο με μη βίαια μέσα και με σεβασμό σε άλλους πολιτισμούς και κράτη, και χωρίς κανενός είδους εξαναγκασμό.
Υπάρχουν πολλά άλλα ζητήματα που δεν μπορούν να καλυφθούν άμεσα από αυτούς τους απλούς κανόνες. Αφορούν τη μετανάστευση, την ισότητα των φύλων και των φυλών, τις σχέσεις μεταξύ εκκλησίας και κράτους κ.λπ. αλλά μπορούν, πιστεύω, να συναχθούν σχετικά εύκολα από αυτές τις τέσσερις γενικές αρχές ".

Χωρική και πολιτισμική ανθεκτικότητα μέσα από την Κοινωνική Οικονομία, τα Κοινά και τις Συμπράξεις Δημοσίου και Κοινών. Από τη μείωση της ευαλωτότητας στη δημιουργία κοινοτικού πλαισίου – του Σύρου Κοσκοβόλη*

  * Ο Σύρος Κοσκοβόλης είναι Πρόεδρος της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΠΑΣΕ ΚΑΛΟ)     Ζ ούμε ...