Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Παναγιώτης Μαΐστρος ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ






Παναγιώτης Μαΐστρος



ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Μια συνοπτική ιστορική αναδρομή και αξιολόγηση
των μεταρρυθμίσεων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
και πρόταση για μια Νέα Διοικητική Μεταρρύθμιση
με στόχο την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση








Οκτώβριος 2018









ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ




1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2. ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

3. ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ

4. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

5. Η ΝΕΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ – ΤΡΙΕΤΕΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

6. ΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Αντί Επιλόγου





1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με το κείμενο αυτό επιχειρώ να αξιοποιήσω τη θεσμική μνήμη του πολιτικού και διοικητικού συστήματος της χώρας μας από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις της Μεταπολίτευσης και τον βαθμό της επιτυχίας ή αποτυχίας τους και της κοινωνικής αποδοχής τους, προκειμένου να διατυπώσω μια πρόταση για την κατεύθυνση και το περιεχόμενο της επόμενης αναγκαίας μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που θα αφορά συνολικά τη Δημόσια Διοίκηση της χώρας μας.
Το περιεχόμενο της μεταρρύθμισης θα πρέπει να κινείται στο πλαίσιο των αντίστοιχων Συνταγματικών διατάξεων, προκειμένου να μη δημιουργηθούν αμφισβητήσεις επί του κανονιστικού πλαισίου της μεταρρύθμισης. Είναι όμως αναγκαίο, παράλληλα με τα νέα κανονιστικά κείμενα, να προσδιοριστεί και η δέσμη των αλλαγών που είναι απαραίτητο να προταθούν ενόψει της επόμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης.

2. ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ [1]
Οι σημαντικότερες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις της Δημόσιας Διοίκησης, περιλαμβανομένης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης (από το 1980 μέχρι το 2010) είναι οι ακόλουθες :
Στη Δημόσια Διοίκηση :
Ø Η ίδρυση του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης – ΕΚΔΔ (το 1982).
Ø Η συγκρότηση των Κρατικών Περιφερειών και ο Δημοκρατικός Προγραμματισμός (το 1986).
Ø Η συγκρότηση «καθ’ ύλην» αυτοδιοικούμενων φορέων (ΕΓΝΑΤΙΑ, ΔΕΠΑ, ΟΡΣΑ, ΕΤΕΡΠΣ, ΟΑΣΠ, ΚΑΠΕ, ΟΑΣΑ, ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ, ΚΕΘΙ κ.ά.).
Ø Ένα αντικειμενικό σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο τομέα και η συγκρότηση του ΑΣΕΠ για την εφαρμογή του (το 1994).
Ø Η νομοθετική πρωτοβουλία εκσυγχρονισμού των ΔΕΚΟ (το 1996).
Ø Η συγκρότηση του Συνηγόρου του Πολίτη και του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (το 1997).
Ø Η οργάνωση των Κρατικών Περιφερειών (το 1997).
Ø Η σύσταση της ΜΟΔ (το 1996) και των Ειδικών Υπηρεσιών Διαχείρισης των Κ.Π.Σ. (το 2000).
Ø Η συγκρότηση των ΚΕΠ (που ξεκίνησαν το 1998 και νομοθετήθηκαν το 2002).
Ø Η καθιέρωση της «ΔΙΑΥΓΕΙΑΣ» (το 2010).
Για την προώθηση της Αποκέντρωσης και την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης :
Ø Ο πρώτος Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας της Μεταπολίτευσης (το 1980).
Ø Η σύσταση της ΕΥΔΑΠ και των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης – ΔΕΥΑ (το 1980).
Ø Οι πρώτοι σημαντικοί θεσμοί Αποκέντρωσης και ενίσχυσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης : τα Νομαρχιακά Συμβούλια, η κατάργηση του ελέγχου σκοπιμότητας και τα συνοικιακά συμβούλια (το 1982).
Ø Η «Επιχείρηση Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης» (το 1983).
Ø Οι αναπτυξιακοί θεσμοί της Τοπικής Αυτοδιοίκησης : οι Αναπτυξιακοί Σύνδεσμοι, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις και οι Προγραμματικές Συμβάσεις (το 1984).
Ø Η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης – ΕΕΤΑΑ (το 1985), των Γραφείων Ανάπτυξης και Προγραμματισμού των ΤΕΔΚ και των Αναπτυξιακών Εταιρειών (1985–2002).
Ø Η νομοθέτηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων – ΚΑΠ (το 1989).
Ø Η κύρωση (με επιφυλάξεις) του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (το 1989).
Ø Η νομοθέτηση του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας – ΤΑΠ (το 1993).
Ø Η ίδρυση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης (το 1994).
Ø Η μεταβίβαση στους Δήμους των παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών και των αθλητικών κέντρων (το 1994 και το 2001).
Ø Το Ειδικά Αναπτυξιακά Προγράμματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΑΠΤΑ Ι και ΕΑΠΤΑ ΙΙ), που χρηματοδοτήθηκαν από το Α΄ Κ.Π.Σ. (1989–1993) και το Β΄ Κ.Π.Σ. (1994–1999).
Ø Η συνένωση των μικρών ΟΤΑ με το Πρόγραμμα μεταρρύθμισης «ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» (το 1997) και η διοικητική–τεχνική–χρηματοδοτική υποστήριξη της μεταρρύθμισης με το Επταετές Πρόγραμμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης – ΕΠΤΑ (1998–2004).
Ø Η νομοθέτηση των οικονομικών πόρων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (το 1998).
Ø Το Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ» : συνένωση ΟΤΑ, συγκρότηση των αιρετών Περιφερειών και μεταφορά στις Περιφέρειες της διαχείρισης των Π.Ε.Π. (το 2010).

Για την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση :
Ø Η ίδρυση των Ερευνητικών Ιδρυμάτων της Κρήτης και της Πάτρας (ΙΤΕ και ΙΤΥ αντίστοιχα) (το 1982).
Ø Η «Πρόταση για μια Εθνική Στρατηγική για την Ανάπτυξη της Πληροφορικής στην Ελλάδα» (το 1983).
Ø Η σύσταση της Υπηρεσίας Ανάπτυξης Πληροφορικής – ΥΑΠ (το 1985).
Ø Το ΜΟΠ Πληροφορικής (από το 1985).
Ø Το Πρόγραμμα «ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ» του Β΄ ΚΠΣ (1994–1999).
Ø Το Πρόγραμμα «ΣΥΖΕΥΞΙΣ» που ξεκίνησε το 1996.
Ø Η συγκρότηση της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (το 1997) και το «TAXIS» (1999).
Ø Το Στρατηγικό σχέδιο «Η Ελλάδα στην Κοινωνία της Πληροφορίας – Στρατηγική και Δράσεις» (1999).
Ø Η ίδρυση της Κοινωνίας της Πληροφορίας (ΚτΠ) Α.Ε. (το 2001).
Ø Η Πύλη «ΕΡΜΗΣ» (από το 2007).[2]

3. ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
Αξιολογώντας τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις της Μεταπολίτευσης, συμπεραίνουμε ότι πράγματι εισέφεραν στη βελτίωση λειτουργιών της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης, στην Αποκέντρωση της πολιτικής εξουσίας και στην αναβάθμιση του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ορισμένες μάλιστα από τις μεταρρυθμίσεις αυτές καταξιώθηκαν κοινωνικά, εξασφάλισαν εκ των υστέρων ευρύτερη πολιτική στήριξη, αποτελούν δε μέχρι και σήμερα κομβικά στοιχεία του πολιτικο–διοικητικού συστήματός μας : το ΕΚΔΔ, το ΑΣΕΠ, τα ΚΕΠ, οι Προγραμματικές Συμβάσεις, οι ΚΑΠ, το ΣΥΖΕΥΞΙΣ, το TAXIS και η «ΔΙΑΥΓΕΙΑ».
Οι μεταρρυθμίσεις που πέτυχαν την κοινωνική αποδοχή και υποστήριξη είναι κυρίως το ΑΣΕΠ, τα ΚΕΠ και η ΔΙΑΥΓΕΙΑ.
Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι δεν διασφαλίστηκε ο συνεκτικός σχεδιασμός όλων αυτών των μεταρρυθμίσεων, ο μεσοπρόθεσμος και ολοκληρωμένος χαρακτήρας της παρέμβασής τους και η συνέργεια στην εφαρμογή τους, ώστε να συγκροτήσουν την κρίσιμη μάζα που θα συνέθετε τις μεταρρυθμίσεις σε μια συνολική διοικητική μεταρρύθμιση, διαχρονικά αποτελεσματική και πολιτικά και κοινωνικά καταξιωμένη και επομένως «μη αντιστρεπτό θεσμό» της Ελληνικής Πολιτείας.
Συνέπεια των αδυναμιών αυτών ήταν, μεταξύ άλλων, να μη συνδέονται προγραμματικά και λειτουργικά οι μεταρρυθμίσεις της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης με τις μεταρρυθμίσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ούτε, πολλές φορές, οι δράσεις διοικητικής μεταρρύθμισης με τις δράσεις ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η διάσπαση της αντίστοιχης δημόσιας πολιτικής, η οποία ενώ θα έπρεπε να είναι ενιαία, κατατμήθηκε σε επιμέρους πολιτικές διαφορετικών δομών και λειτουργιών (υπουργείων, οργανικών μονάδων, επιχειρησιακών προγραμμάτων).
Οι κυριότερες αιτίες των παραπάνω αδυναμιών είναι οι ακόλουθες :
Þ  Οι πολιτικές προτεραιότητες της περιόδου 1974–2015 και ιδιαίτερα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, ήταν συνδεδεμένες περισσότερο με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, τον εκδημοκρατισμό του κράτους και την ενίσχυση των πολιτικά και κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων του πληθυσμού και λιγότερο με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Δημόσιας Διοίκησης.
Þ  Το πατερναλιστικό σύστημα αξιών της κοινωνίας μας, οι παραδόσεις του πολιτικού συστήματος και η διαχρονική εξάρτηση του διοικητικού συστήματος από την πολιτική λειτουργία, ευνόησαν τις πελατειακές σχέσεις, τον νομικό πληθωρισμό, τη γραφειοκρατία, την ασυνέχεια της Διοίκησης και την απουσία μηχανισμών προγραμματισμού, συντονισμένης εφαρμογής και συστηματικής αξιολόγησης των δημόσιων πολιτικών.
Þ  Εξαιτίας της παραδοσιακής μεταρρυθμιστικής αντίληψης του πολιτικού και διοικητικού συστήματος, οι περισσότερες μεταρρυθμίσεις εξαντλούντο στην εκπόνηση του κανονιστικού πλαισίου, χωρίς τη διασφάλιση των όρων, της οργάνωσης και των αναγκαίων πόρων για την εφαρμογή τους, δηλαδή ενός προγράμματος υποστήριξης της εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου με οδικό χάρτη και σύστημα διοίκησης–παρακολούθησης–αξιολόγησης της εφαρμογής του.
Þ  Η ανάγκη βίαιων προσαρμογών της τελευταίας πενταετίας, αρκετές φορές υπό τις εκβιαστικές απειλές των δανειστών της χώρας, οι οποίοι επέβαλαν μεταρρυθμίσεις κυρίως με δημοσιονομικούς στόχους, συνέδεσε όσες μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν, με αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, με συνέπεια η έννοια της «μεταρρύθμισης» να δημιουργεί αρνητικούς συνειρμούς στην κοινωνική συνείδηση.
Επομένως, η επόμενη Μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης, περιλαμβανομένης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είναι αναγκαίο :
Þ  να υπερβεί αυτές τις αντικειμενικές δυσκολίες και τις υποκειμενικές αδυναμίες του πολιτικού και διοικητικού συστήματός μας,
Þ  να μη συνδέεται με δημοσιονομικούς στόχους, αλλά με τον εθνικό στόχο βελτίωσης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Δημόσιας Διοίκησης, περιλαμβανομένης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και αναβάθμισης των υπηρεσιών της προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις,
Þ  να διασφαλίσει συνεκτικό σχεδιασμό, μεσοπρόθεσμο και ολοκληρωμένο χαρακτήρα, πρόγραμμα υποστήριξης της εφαρμογής της, την ευρύτερη δυνατή πολιτική συμφωνία και κοινωνική συναίνεση και κατά συνέπεια την αναγκαία διαχρονική σταθερότητα στην εφαρμογή της,
Þ  να επιτύχει τη συνέργεια των δράσεων διοικητικής μεταρρύθμισης και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και τις ταυτόχρονες και συνεκτικές αλλαγές και βελτιώσεις και στα τρία επίπεδα της Δημόσιας Διοίκησης (Κεντρική και Αποκεντρωμένη Διοίκηση–Περιφέρειες–Δήμους), με στόχο την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση.

4. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Από τις ανωτέρω μεταρρυθμίσεις, οι σημαντικότερες που αφορούν άμεσα την Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι οι ακόλουθες :
1η η ίδρυση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (1994),
2η το Πρόγραμμα «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» (1997) και
3η το Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ» (2010).
Το σημαντικότερο στοιχείο της 1ης μεταρρύθμισης είναι ότι καθιέρωσε για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση τη δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση, δημιουργώντας αιρετή διοίκηση στις κρατικές Νομαρχίες. Το γεγονός αυτό είχε το σοβαρό πλεονέκτημα ότι η μεταρρύθμιση αξιοποίησε έναν υπάρχοντα θεσμό και πραγματοποιήθηκε σε σύντομο χρόνο και σχετικά εύκολα, αλλά είχε το μειονέκτημα ότι με τη μεταφορά μιας έτοιμης δομής μεταφέρθηκε και η «κρατική» κουλτούρα της.
Το σημαντικότερο στοιχείο της 2ης μεταρρύθμισης (Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ) είναι ότι αντιμετώπισε το πρόβλημα της πολυδιάσπασης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, συνενώνοντας 5.600 ΟΤΑ (Δήμους και Κοινότητες) σε 1.033. Παρότι αρκετοί από τους νέους ΟΤΑ δεν είχαν βιώσιμο μέγεθος, αναβαθμίστηκε συνολικά ο ρόλος της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα και η συμβολή της στην προώθηση της τοπικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
Το σοβαρότερο πλεονέκτημα της 2ης μεταρρύθμισης, σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες διοικητικές μεταρρυθμίσεις της Μεταπολίτευσης, είναι ότι το Πρόγραμμα «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» περιείχε το Ειδικό Πρόγραμμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΠΤΑ), το οποίο χρηματοδότησε κτιριακές υποδομές, οχήματα και τεχνικό εξοπλισμό, πρότυπα οργάνωσης και μηχανοργάνωσης των υπηρεσιών, 2.440 νέους επιστήμονες που καταρτίστηκαν και στελέχωσαν τους ΟΤΑ και δομή διοίκησης της εφαρμογής του Προγράμματος.
Το σημαντικότερο στοιχείο της 3ης μεταρρύθμισης (ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ) είναι ότι συγκρότησε τη δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση στο επίπεδο των 13 Περιφερειών της χώρας και την προικοδότησε με τη διαχείριση των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΠΕΠ) του ΕΣΠΑ. Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης αυτής συνενώθηκαν οι 1.033 ΟΤΑ σε 325 Δήμους, γεγονός που διασφάλισε τη βιωσιμότητα των περισσοτέρων στην περίοδο της κρίσης, αλλά δημιουργήθηκαν και Δήμοι μεγαλύτεροι από το optimum ανθρωπο-γεωγραφικό μέγεθος (ιδίως στα μεγάλα νησιά).
Στη συνέχεια, συγκρίνουμε και αξιολογούμε αυτές τις τρεις μεταρρυθμίσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης χρησιμοποιώντας τα ακόλουθα δέκα (10) κριτήρια :
1. την εμβέλεια και τον χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων,
2. τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στη διεύρυνση του ρόλου της Τ.Α. στις τομεακές δημόσιες πολιτικές και στον διατομεακό συντονισμό,
3. το δημοσιονομικό σκέλος των μεταρρυθμίσεων,
4. τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στην προώθηση της περιφερειακής και της τοπικής ανάπτυξης,
5. τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων : α) στη δημοκρατική και αποτελεσματική Διακυβέρνηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, β) στην οργάνωση και τον λειτουργικό εκσυγχρονισμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) στη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις,
6. τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στην αναβάθμιση της καταστατικής θέσης των αιρετών και των πολιτικών προσωπικού,
7. τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στην απλοποίηση και την αποτελεσμα-τικότητα του ελέγχου νομιμότητας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης,
8. την απλότητα και την πληρότητα του κανονιστικού πλαισίου των μεταρρυθ-μίσεων,
9. το πρόγραμμα δημοσιότητας και τις δράσεις ενημέρωσης και συμμετοχής των φορέων και των πολιτών,
10. την υποστήριξη της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και την αποτελεσμα-τικότητα της χρησιμοποιηθείσας «μεταρρυθμιστικής τεχνικής».
Μαζί με τη σύγκριση και την αξιολόγηση των τριών μεταρρυθμίσεων, ως προς αυτά τα 10 κριτήρια, διατυπώνω και τις προτάσεις μου για τους αντίστοιχους προγραμματικούς στόχους της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης όσον αφορά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Επίσης, στο τελευταίο Κεφάλαιο 6 παρουσιάζω συνοπτικά τους οριζόντιους προγραμματικούς στόχους που αφορούν συνολικά τη Δημόσια Διοίκηση, περιλαμβανομένης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

1. Ως προς την εμβέλεια και τον χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων
1.α) Ως προς την εμβέλεια των μεταρρυθμίσεων :
Η 1η μεταρρύθμιση αφορούσε μόνο τη δευτεροβάθμια Τ.Α., η 2η μόνο την πρωτοβάθμια Τ.Α. και η 3η μόνο την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια Τ.Α.
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση θα πρέπει να μην περιορίζεται στην Τ.Α., αλλά να αφορά συνολικά τη Δημόσια Διοίκηση (Κεντρική και Αποκεντρωμένη Διοίκηση – Περιφέρειες – Δήμους), με στρατηγικό στόχο το Επιτελικό Κράτος.
Με βάση αυτόν τον στρατηγικό στόχο, η βασική προγραμματική επιλογή είναι η επανα-οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων, κατά τομέα δημόσιας πολιτικής, μεταξύ Κεντρικής Διοίκησης– Περιφερειών–Δήμων, με κατεύθυνση:
–  την ενίσχυση των επιτελικών λειτουργιών της Κεντρικής Διοίκησης και
–  την αποκέντρωση, την επικουρικότητα και την εγγύτητα παροχής των υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις, ώστε να διασφαλίζεται η ίδια ποιότητα, προσβασιμότητα και καθολικότητά τους.
Σε όποιο τομέα δημόσιας πολιτικής η ανα-οριοθέτηση συνεπάγεται την αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, αυτή συνοδεύεται, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή, από τους αντίστοιχους πόρους και από την αναδιοργάνωση (re-engineering) των υπηρεσιών των φορέων κάθε διοικητικού επιπέδου, οι οποίες επηρεάζονται από τη μεταρρύθμιση αυτή.
1.β) Ως προς τον χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων :
Οι τρεις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις περιορίστηκαν στην αλλαγή δομών και αρμοδιοτήτων στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας Τ.Α. και στο επίπεδο της δευτεροβάθμιας Τ.Α. Καμμία δεν επανα-προσδιόρισε τις σχέσεις μεταξύ των 3 επιπέδων της Δημόσιας Διοίκησης.
Επομένως, η νέα διοικητική μεταρρύθμιση πρέπει να αφορά όχι μόνο και τα 3 επίπεδα της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά να αφορά και τις μεταξύ τους σχέσεις, με στρατηγικό στόχο την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση και τη Διαβαθμιδική Συνεργασία (Περιφερειών – Δήμων).[3]
Κατά συνέπεια, είναι αναγκαία η μεταρρύθμιση των σχέσεων Κεντρικής Διοίκησης – Περιφερειών – Δήμων, με στόχο την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση και τη Διαβαθμιδική Συνεργασία, αξιοποιώντας τις ΤΠΕ για τη διασφάλιση της κάθετης και της οριζόντιας διαλειτουργικότητας, προκειμένου να διαμορφωθεί η εταιρική σχέση και η συνεργασία τους ως τριών ισότιμων πυλώνων του ενιαίου πολιτικού και διοικητικού συστήματος της χώρας. Έτσι θα αποκτήσουμε μια Ψηφιακή Διοίκηση «χωρίς εσωτερικά σύνορα».
2. Ως προς τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στη διεύρυνση του ρόλου της Τ.Α. στις τομεακές δημόσιες πολιτικές και στον διατομεακό συντονισμό
Οι τρεις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις αποτελούσαν νομοθετικές πρωτοβουλίες του Υπουργείου Εσωτερικών και δεν διασφαλίστηκε η συνεργασία του με τα άλλα Υπουργεία δηλαδή Ανάπτυξης, Αγροτικής Ανάπτυξης, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος, Εργασίας και Κοινωνικής Πολιτικής (με εξαίρεση το Πρόγραμμα «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» στην εκπόνηση του οποίου συμμετείχε το Υπουργείο Χωροταξίας). Το αποτέλεσμα ήταν οι αρμοδιότητες των Περιφερειών και των Δήμων που περιλήφθηκαν στα αντίστοιχα κανονιστικά κείμενα να αποτελούν αντιγραφή υπαρχόντων νομοθετικών κειμένων, χωρίς να διασφαλιστεί ότι οι Περιφέρειες και οι Δήμοι αποτελούν οργανικούς κρίκους του διοικητικού συστήματος σχεδιασμού και εφαρμογής των τομεακών δημόσιων πολιτικών των άλλων Υπουργείων. Στη συνέχεια, κάθε Υπουργείο εκπονούσε το δικό του νόμο, αγνοώντας την Τ.Α. ή προσδιορίζοντας με δικά του κριτήρια έναν επικουρικό ρόλο της.
Επομένως η νέα μεταρρύθμιση πρέπει να προετοιμαστεί από το Υπουργείο Εσωτερικών σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία, ώστε να διασφαλίσει τη συντονισμένη διυπουργική υποστήριξή της και να στοχεύει στη διεύρυνση του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην προώθηση της περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής και, γενικότερα, του ρόλου της στο σχεδιασμό και την εφαρμογή των τομεακών δημόσιων πολιτικών (με κατεύθυνση το Επιτελικό Κράτος και την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση) και στον διατομεακό συντονισμό σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
3. Ως προς το δημοσιονομικό σκέλος των μεταρρυθμίσεων
Οι τρεις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις δεν τροποποίησαν τη νομοθετική βάση των οικονομικών των ΟΤΑ που είναι ο Νόμος 1828/1989 για τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ). Η οικονομική κρίση περιόρισε κατά 60% περίπου τη χρηματοδότηση των ΟΤΑ από τους ΚΑΠ.
Με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η νέα μεταρρύθμιση θα πρέπει να διασφαλίσει τη σταδιακή αποκατάσταση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων της, ανάλογη με την αύξηση των δημοσίων εσόδων και του ΑΕΠ της χώρας και να διαμορφώσει ένα μεσοπρόθεσμο οδικό χάρτη δημοσιονομικής αποκέντρωσης με βάση τις αντίστοιχες ρυθμίσεις και πρακτικές των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, π.χ. με μεσοπρόθεσμη προοπτική τη μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά με τον μετασχηματισμό του σε Φόρο Ακίνητης Περιουσίας.
4. Ως προς τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στην προώθηση της περιφερειακής και της τοπικής ανάπτυξης
Η 1η μεταρρύθμιση δεν συνοδεύτηκε από πρόγραμμα πραγματοποίησης δημοσίων επενδύσεων σε νομαρχιακό επίπεδο. Η 2η μεταρρύθμιση (Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ) συνοδευόταν από το ΕΠΤΑ, το οποίο χρηματοδότησε κτιριακές υποδομές, οχήματα και τεχνικό εξοπλισμό. Η 3η μεταρρύθμιση προικοδότησε τις Περιφέρειες με τη διαχείριση των ΠΕΠ του ΕΣΠΑ, αλλά δεν συνοδεύτηκε από το εξαγγελθέν Πρόγραμμα «ΕΛΛ.Α.Δ.Α.» και επομένως κατ’ ευφημισμόν καλείται «Πρόγραμμα».
Οι Περιφέρειες και οι Δήμοι στη νέα προγραμματική περίοδο (2021–2027) πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη βιώσιμη περιφερειακή και τοπική ανάπτυξη, στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και στην ισόρροπη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξή της, ώστε να αντιμετωπιστούν οι σημερινές διαπεριφερειακές και ενδοπεριφερειακές ανισότητες και οι αδυναμίες των περιοχών με γεωγραφικά μειονεκτήματα (νησιωτικές Περιφέρειες, μικροί ορεινοί και νησιωτικοί Δήμοι). Χρειάζεται να αποκτήσουν διοικητική ικανότητα και να δημιουργήσουν το κατάλληλο αναπτυξιακό πλαίσιο, ώστε να προσελκύσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά και να αντιμετωπίσουν τον διεθνή χωρικό ανταγωνισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, καθοριστικός μπορεί να είναι ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην προώθηση της ενδογενούς ανάπτυξης και στην ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας.[4]
Επομένως, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, στο πλαίσιο της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης, είναι αναγκαίο να χρηματοδοτηθεί από τη ΣΑΤΑ (με σταδιακή αποκατάστασή της) και με συγκεκριμένες δράσεις του τρέχοντος ΕΣΠΑ 2014–2020 και του νέου ΕΣΠΑ, που να συνδέονται με το ρόλο των Περιφερειών στην προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και ιδίως στην υποστήριξη των επιχειρήσεων και με το ρόλο των Δήμων στην προώθηση της τοπικής ανάπτυξης και ιδίως στην κατασκευή τοπικών τεχνικών υποδομών και στην ενίσχυση του κοινωνικού ρόλου τους.
Επίσης, είναι αναγκαίο να χρηματοδοτηθεί και από εναλλακτικά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το «πακέτο Γιουνκέρ» και νέα χρηματοδοτικά προϊόντα της ΕΤΕπ και του ΤΠΔ και να αξιοποιήσει σύγχρονους θεσμούς οικονομικής συνεργασίας δημόσιου–ιδιωτικού τομέα, με παράλληλη ενίσχυση του εποπτικού ρόλου του Κράτους, που είναι αναγκαίος για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.
Ειδικότερα για τις νησιωτικές Περιφέρειες και τους μικρούς ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους, προκειμένου να αποκτήσουν τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης στο ΕΣΠΑ και τα άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, αλλά και γενικότερα για να αποκτήσουν ισότιμο ρόλο με τους άλλους ΟΤΑ, είναι απαραίτητες ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις και ειδικό πρόγραμμα επιστημονικής, διοικητικής και τεχνικής υποστήριξής τους, όπως είναι το «ειδικό πρόγραμμα τηλε-υποστήριξης των 85 μικρών ορεινών και νησιωτικών Δήμων και των νησιωτικών Περιφερειών» (της Δράσης Β.1.1.5 του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα» 2014–2020).
5. Ως προς τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων : α) στη δημοκρατική και αποτελεσματική Διακυβέρνηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, β) στην οργάνωση και τον λειτουργικό εκσυγχρονισμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) στη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις
5.α) Το Σύστημα Διακυβέρνησης είναι : 1ο) τα συλλογικά όργανα [το Περιφε-ρειακό και το Δημοτικό Συμβούλιο και οι Επιτροπές] και 2ο) τα μονομελή όργανα [ο Περιφερειάρχης και ο Δήμαρχος, οι Αντιπεριφερειάρχες και οι Αντιδήμαρχοι, ο Συμπαραστάτης του Πολίτη κλπ].
Οι τρεις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις συγκρότησαν το ίδιο περίπου Σύστημα Διακυβέρνησης των ΟΤΑ (Δήμων και Περιφερειών). Το Πρόγραμμα «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» και το Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ» νομοθέτησαν όργανα εσωτερικής αποκέντρωσης (ενδοδημοτικής και ενδοπεριφερειακής).
Το Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ» νομοθέτησε, επιπλέον των άλλων οργάνων, την Εκτελεστική Επιτροπή, που αποτελεί θετική συνεισφορά στο Σύστημα Δακυβέρνησης, αλλά και ορισμένα όργανα προώθησης της διαβούλευσης και της κοινωνικής συμμετοχής (Δημοτική και Περιφερειακή Επιτροπή Διαβούλευσης, Συμβούλιο Ένταξης Μεταναστών) που δεν πέτυχαν το νομοθετημένο στόχο τους.[5]
Δεν πέτυχαν το στόχο τους και η αποκέντρωση των πολεοδομιών, των ΤΥΔΚ και ορισμένων κοινωνικών υπηρεσιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων στους Δήμους–πρωτεύουσες των Νομών, καθώς και η ρύθμιση για τη διοικητική υποστήριξη των μεγαλύτερων Δήμων σε μικρούς Δήμους που δεν έχουν την αναγκαία υποδομή και προσωπικό.[6]
Επίσης, ο δημοτικός Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης και ο περιφερειακός Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του νομοθέτη.[7]
Παράλληλα με τις ρυθμίσεις και τα όργανα αυτά, τα οποία νομοθετήθηκαν με το Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ», στο κανονιστικό πλαίσιο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προβλέπονται λειτουργίες λογοδοσίας (δημοσίευση απολογισμού, απολογισμός πεπραγμένων της δημοτικής αρχής κλπ.) που χρειάζονται αξιολόγηση και αναβάθμιση (όχι μόνο με την αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου).
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση είναι αναγκαίο να επιδιώξει την υποστήριξη της εφαρμογής των θεσμών διαδημοτικής και διαβαθμιδικής σενεργασίας, τη βελτίωση του Συστήματος Διακυβέρνησης και των θεσμών ενδοδημοτικής και ενδοπεριφερειακής αποκέντρωσης και την ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας των οργάνων και της συλλογικότητας στη λήψη των αποφάσεων. Φυσικά η ενίσχυση των θεσμών ενδοδημοτικής και ενδοπεριφερειακής αποκέντρωσης δεν θα πρέπει να οδηγεί ουσιαστικά στην επανασύσταση των συνενωθέντων ΟΤΑ και στην οιωνεί «ομοσπονδιακή» λειτουργία των Δήμων και των Περιφερειών.
Επίσης, η νέα διοικητική μεταρρύθμιση προτείνω να επιδιώξει την αναβάθμιση των θεσμών της διαβούλευσης, της λογοδοσίας και της κοινωνικής συμμετοχής. Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί η δυνατότητα προώθησης νέων θεσμών που αξιοποιούν και τη σύγχρονη τεχνολογία (π.χ. ένα σταθερό «βαρόμετρο» της κοινής γνώμης, ηλεκτρονική διαβούλευση πριν τη λήψη κανονιστικών αποφάσεων, τοπικά δημοψηφίσματα επί σημαντικών για την ανάπτυξη ενός τόπου αποφάσεων).
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι δεν αρκεί η νομοθέτηση οργάνων και λειτουργιών κοινωνικής συμμετοχής. Δεν υπάρχει κάποιος «αυτόματος πιλότος» που οδηγεί στη «θεσμοποίησή» της. Δεν είναι εύκολη η αλλαγή της κουλτούρας. Χρειάζεται ένα παράλληλο πρόγραμμα ευαισθητοποίησης και πολιτικής και τεχνικής υποστήριξης, ανάδειξης των καλών πρακτικών και συστηματικής επιδίωξης της κοινωνικής συναίνεσης και της ενεργοποίησης των πολιτών.[8]
Όσον αφορά τους θεσμούς διαβαθμιδικής συνεργασίας προτείνω τη συγκρότηση Περιφερειακού Συμβουλίου Αναπτυξιακής Πολιτικής με τη συμμετοχή εκπροσώπων της δευτεροβάθμιας και της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των κοινωνικών φορέων κάθε περιφέρειας.
5.β) Οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις συνήθως αφορούν μόνο την αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου, δηλαδή είναι «νομικές μεταρρυθμίσεις». Κατ’ εξαίρεση αυτού του κανόνα, η ίδρυση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων συνοδευόταν από έναν πρότυπο Οργανισμό Ν.Α., το Πρόγραμμα «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» εμπεριείχε το ΕΠΤΑ, που χρηματοδότησε και την εκπόνηση προτύπων οργάνωσης και μηχανοργάνωσης των υπηρεσιών και το Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ» συνοδευόταν από ένα πρόγραμμα εκπόνησης προτύπων Οργανισμών και συνένωσης των πληροφοριακών συστημάτων των Δήμων και των Νομαρχιών.
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση θα πρέπει να βελτιώσει το back office και επομένως να διασφαλίσει την οργάνωση και τον λειτουργικό εκσυγχρονισμό των Περιφερειών, των Δήμων και των νομικών προσώπων τους : οργάνωση των επιτελικών λειτουργιών, αναδιοργάνωση των διοικητικών δομών, εξορθολογισμό, απλοποίηση και προτυποποίηση των διοικητικών διαδικασιών και της οικονομικής διαχείρισης, βελτιστοποίηση των ανθρώπινων πόρων, ηλεκτρονική διακυβέρνηση.
Στο πλαίσιο αυτό, κατοχυρώνεται η λειτουργία των ΟΤΑ με όρους στρατηγικής διοίκησης, επιχειρησιακό προγραμματισμό, στοχοθεσία – λογοδοσία – αξιολόγηση.
Υπενθυμίζω εν προκειμένω το «Στρατηγικό Σχέδιο για την Προτυποποίηση και Απλούστευση των διαδικασιών λειτουργίας με την αξιοποίηση ΤΠΕ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Α΄ και Β΄ βαθμού–Απρίλιος 2014» και το ήδη εγκεκριμένο «Πρόγραμμα Οργάνωσης και Λειτουργικού Εκσυγχρονισμού των 13 Περιφερειών και των 325 Δήμων» που χρηματοδοτείται στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα» 2014–2020.[9]
5.γ) Δεν υπάρχουν ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία για τον βαθμό βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις από την εφαρμογή των τριών μεταρρυθμίσεων. Επίσης, δεν υπάρχουν στοιχεία για το βαθμό εφαρμογής του θεσμού των «δημοτικών ανταποκριτών».[10]
Εκτιμώ όμως ότι η λειτουργία των ΚΕΠ σε δημοτικό επίπεδο και η ηλεκτρονικοποίηση ορισμένων διαδικασιών στις Περιφέρειες και τους Δήμους βελτίωσαν τις παρεχόμενες υπηρεσίες στους πολίτες.
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση είναι αναγκαίο να βελτιώσει το front office, επιδιώκοντας την περαιτέρω βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις, με την αξιοποίηση του ανωτέρω «Προγράμματος Οργάνωσης και Λειτουργικού Εκσυγχρονισμού των 13 Περιφερειών και των 325 Δήμων», καθώς και ορισμένων οριζόντιων δράσεων του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα» 2014–2020, που αφορούν συνολικά τη Δημόσια Διοίκηση (όπως το CRMS).
Στο πλαίσιο αυτό είναι αναγκαία η αναβάθμιση των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ), ώστε να μετατραπούν σε «Πολυδύναμα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών και Επιχειρήσεων» και να διαμεσολαβούν όλο και περισσότερο στις σχέσεις της Διοίκησης με τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
6. Ως προς τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στην αναβάθμιση της καταστατικής θέσης των αιρετών και των πολιτικών προσωπικού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Και οι τρεις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις επιδίωξαν την αναβάθμιση της καταστατικής θέσης των αιρετών, αλλά οι σχετικές βελτιώσεις περιορίστηκαν ή καταργήθηκαν την τελευταία πενταετία εξαιτίας των Μνημονίων.
Καμμία από τις τρεις μεταρρυθμίσεις δεν περιείχε βελτίωση των πολιτικών προσωπικού, δεδομένου ότι αυτές καθορίζονται από ειδικά νομοθετήματα (Κώδικας δημοσίων υπαλλήλων, Κώδικας Δημοτικών υπαλλήλων, Ενιαίο μισθολόγιο κλπ).
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση προτείνω να επιδιώξει τον εκσυγχρονισμό της καταστατικής θέσης των αιρετών και την αναβάθμιση των πολιτικών προσωπικού.
Η αναβάθμιση της καταστατικής θέσης θα έχει κυρίως θεσμικό χαρακτήρα και όσο οι δημοσιονομικές συνθήκες το επιτρέψουν και οικονομικό χαρακτήρα.
Η αναβάθμιση των πολιτικών προσωπικού θα επιδιωχθεί με την εξειδίκευση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση των ρυθμίσεων που θα εκπονηθούν συνολικά για τη Δημόσια Διοίκηση και με την εκπόνηση νέου Κώδικα Δημοτικών Υπαλλήλων.
Επίσης, πρέπει να επιδιωχθεί η βελτίωση της διοίκησης (management) του ανθρώπινου δυναμικού, αξιοποιώντας το «Πρόγραμμα Οργάνωσης και Λειτουργικού Εκσυγχρονισμού των 13 Περιφερειών και των 325 Δήμων», καθώς και ορισμένες οριζόντιες δράσεις του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα» 2014–2020, που αφορούν συνολικά τη Δημόσια Διοίκηση (όπως το HRMS).
7. Ως προς τη συμβολή των μεταρρυθμίσεων στην απλοποίηση και την αποτελεσματικότητα του ελέγχου νομιμότητας της Τοπικής Αυτο-διοίκησης
Η μόνη σημαντική αλλαγή των ελεγκτικών θεσμών περιλαμβάνεται στο Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ» και είναι οι Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας ΟΤΑ, που δεν έχουν όμως μέχρι σήμερα συγκροτηθεί.[11]
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση προτείνω να επιδιώξει την απλοποίηση, τον συντονισμό και τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των εξωτερικών ελεγκτικών μηχανισμών και του συστήματος εποπτείας των ΟΤΑ, τη συγκρότηση εσωτερικού ελεγκτικού μηχανισμού σε κάθε ΟΤΑ και την ενίσχυση των λειτουργιών διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου.
Με την προτεινόμενη συγκρότηση εσωτερικού ελεγκτικού μηχανισμού στις Περιφέρειες και τους Δήμους και ενός κεντρικού μηχανισμού υποστήριξής τους, όχι μόνον αποκτά κάθε Περιφερειάρχης και κάθε Δήμαρχος ένα αποτελεσματικό εργαλείο προστασίας, αλλά μειώνεται και το διοικητικό βάρος των εξωτερικών ελεγκτικών μηχανισμών.
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση θα πρέπει να πετύχει μια νέα ισορροπία εξωτερικού ελέγχου – εσωτερικού ελέγχου – κοινωνικού ελέγχου, με την οποία θα ενισχυθεί η «υπευθυνοποίηση» (accountability) των ΟΤΑ και ο ρόλος των πολιτών.
8. Ως προς την απλότητα και την πληρότητα του κανονιστικού πλαισίου των μεταρρυθμίσεων
Και οι τρεις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις κωδικοποίησαν και συμπλήρωσαν την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, η οποία ήταν ήδη δοκιμασμένη στην πράξη και κατά καιρούς βελτιούμενη. Για το λόγο αυτό το κανονιστικό πλαίσιο κάθε μεταρρύθμισης είχε σχετική απλότητα και οι διατάξεις του είχαν τη νομολογιακή «ωριμότητα» που επέτρεπε την άμεση εφαρμογή τους.
Δυσκολίες αντιμετώπισαν στην εφαρμογή τους οι εκάστοτε νέες ρυθμίσεις που περιείχαν εξουσιοδοτικές διατάξεις, όταν δεν είχαν προσχεδιαστεί τα σχετικά προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις.
Επίσης, αντιμετώπισαν προβλήματα εφαρμογής οι ρυθμίσεις που δημουργούσαν νέες δομές ή λειτουργίες, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη ανάλογη εμπειρία (και νομολογία) και χωρίς να συνοδεύονται από μεσοχρόνιο πρόγραμμα υποστήριξης της εφαρμογής τους.
Για παράδειγμα τα Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης της 1ης μεταρρύθμισης είχαν ως ανάλογο προηγούμενο τις Αναπτυξιακές Εταιρείες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εκπονήθηκαν από το Υπουργείο Εσωτερικών ορισμένα πρότυπα (οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμοί), αλλά δεν συνοδεύτηκαν από μεσοχρόνιο πρόγραμμα υποστήριξης της συγκρότησης και της αρχικής λειτουργίας τους.
Ανάλογα παραδείγματα έχουμε και στην 3η μεταρρύθμιση, όπως οι «Συμπαραστάτες» και ορισμένα όργανα προώθησης της διαβούλευσης και της κοινωνικής συμμετοχής, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο 3.5.γ.
Το κανονιστικό πλαίσιο της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης πρέπει να κωδικοποιεί και να συμπληρώνει το υπάρχον και να εσωματώνει τις ρυθμίσεις που απαιτούν οι ανωτέρω επτά (7) προγραμματικοί στόχοι μεταρρύθμισης με τελικό παραδοτέο ένα ενιαίο νομοθετικό κείμενο, το νέο ενιαίο Κώδικα Δήμων και Περιφερειών.
Ο νέος ενιαίος Κώδικας Δήμων και Περιφερειών πρέπει να έχει διακριτά κεφάλαια α) για τους μικρούς ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους και τις νησιωτικές Περιφέρειες, β) για τους μητροπολιτικούς Δήμους και τις μητροπολιτικές Περιφέρειες. Η πρώτη σχετική διάκριση έγινε με την 3η μεταρρύθμιση και πρέπει να διευρυνθεί και να ολοκληρωθεί.[12]
Όπως αναφέρω και σε σχετικό βιβλίο μου,[13] το νέο κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να χρησιμοποιήσει «έννοιες που εκφράζουν καταξιωμένες προηγούμενες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις ή επιτυχημένες δομές και λειτουργίες της δημόσιας διοίκησης, έναν αντιληπτό κώδικα επικοινωνίας, αποδεκτό αξιολογικό σύστημα και θετικούς συνειρμούς της υπάρχουσας κοινωνικής εμπειρίας» και «την αναλογική εφαρμογή ή επέκταση υπαρχουσών επιτυχημένων θεσμών, προγραμματικών επιλογών, νομοθετικών ρυθμίσεων και διοικητικών πρακτικών», δεδομένου ότι «το μεγαλύτερο τμήμα της όδευσης μιας αλλαγής ή μεταρρύθμισης, για να μπορεί αυτή να ανοίξει καινούριους δρόμους στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα, διευκολύνεται εάν χρησιμοποιεί ανοιχτά κανάλια της κοινωνικής αντίληψης».
Επίσης, η νέα διοικητική μεταρρύθμιση πρέπει να διασφαλίσει την αναγκαία πληρότητα μέσω της συνεργασίας του Υπουργείου Εσωτερικών με τα συναρμόδια Υπουργεία (βλέπε παράγρ. 3.2) και συστηματική υποστήριξη της εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου και ιδιαίτερα των νέων ρυθμίσεων, με Πρόγραμμα Υποστήριξης της Εφαρμογής της μεταρρύθμισης (βλέπε παράγρ. 3.10).
Το Πρόγραμμα Υποστήριξης της Εφαρμογής είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει την προετοιμασία και δεσμευτικό οδικό χάρτη έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση του Νόμου, Προεδρικών Διαταγμάτων και Υπουργικών Αποφάσεων.
9. Το πρόγραμμα δημοσιότητας και δράσεις ενημέρωσης και συμμετοχής των φορέων και των πολιτών
Η 1η μεταρρύθμιση συνοδεύτηκε από σχετικά μικρή δημοσιότητα, ενώ η 2η και η 3η μεταρρύθμιση «επωνυμοποιήθηκαν» και συνοδεύτηκαν από σημαντική δημοσιότητα, αλλά χωρίς συστηματική ενημέρωση των πολιτών και διαβούλευση με τους κοινωνικούς φορείς.
Η νέα διοικητική μεταρρύθμιση είναι σκόπιμο να συνοδεύεται από ένα σημαντικό πρόγραμμα δημοσιότητας και ενημέρωσης των πολιτών και συστηματική διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους (stakeholders) και ιδίως με τους συλλογικούς φορείς των ΟΤΑ και των εργαζομένων σε αυτούς.
10. Ως προς την υποστήριξη της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και την αποτελεσματικότητα της χρησιμοποιηθείσας «μεταρρυθμιστικής τεχνικής» (reform engineering)
Εκτός από τη 2η μεταρρύθμιση (Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ) που συνοδευόταν από το ΕΠΤΑ, οι άλλες 2 μεταρρυθμίσεις δεν συνοδεύτηκαν από Πρόγραμμα Υποστήριξης της Εφαρμογής τους.
Η νέα μεταρρύθμιση δεν πρέπει να εξικνείται στην εκπόνηση ενός νόμου, δηλαδή να είναι μια «νομική μεταρρύθμιση» ή κατ’ άλλους μια «χάρτινη μεταρρύθμιση». Πρέπει να περιλαμβάνει ένα Πρόγραμμα Υποστήριξης της Εφαρμογής της, με τους αναγκαίους υλικούς και άυλους πόρους, επιστημονική και τεχνική υποστήριξη και ένα σύστημα διοίκησης – παρακολούθησης – αξιολόγησης.
Ως προς την αποτελεσματικότητα της χρησιμοποιηθείσας «μεταρρυθ-μιστικής τεχνικής» (reform engineering), η σειρά κατάταξης των 3 μεταρρυθμίσεων κατά αύξουσα σπουδαιότητα, είναι η ακόλουθη :
Συγκρότηση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, Πρόγραμμα «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ», Πρόγραμμα «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ».
Το Πρόγραμμα «Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ» εξασφάλισε κατά τη γνώμη μου σε ικανοποιητικό βαθμό τους ακόλουθους 14 συντελεστές–κλειδιά : [14]
·         ιδεολογικό πλαίσιο, όραμα και ισχυρή πολιτική βούληση,
·         διαγνωστική μελέτη που κατέληξε σε συγκεκριμένους στόχους,
·         νομικές ρυθμίσεις (Ν. 2539/1997 κλπ.),
·         οικονομικούς πόρους (το ΕΠΤΑ),
·         χωροταξική προσαρμογή των γενικών κριτηρίων,
·         πρότυπους οργανισμούς εσωτερικής υπηρεσίας των νέων δήμων,
·         πρότυπα και προδιαγραφές μηχανοργάνωσής τους,
·         2440 νέους επιστήμονες για τη στελέχωση των ΟΤΑ, που καταρτίστηκαν από την ΕΕΤΑΑ και
·         τεχνική – επιστημονική υποστήριξη των ΟΤΑ από την ίδια,
·         επικοινωνιακό πρόγραμμα που βασίστηκε κυρίως στην «επωνυμοποίηση» του Προγράμματος (το όνομά του χρησιμοποιήθηκε αργότερα δημοσιογραφικά ως επιθετικός προσδιορισμός για τη συνένωση δομών και υπηρεσιών),
·         επταετή χρονική διάρκεια του ΕΠΤΑ,
·         δομή διοίκησης (που δεν εξασφάλισε όμως διαχρονική σταθερότητα και εξωτερική δομή παρακολούθησης και αξιολόγησης),
·         συναίνεση στο κοινωνικό επίπεδο και
·         σωστή εκτίμηση της ωριμότητας των συνθηκών.
Για το σχεδιασμό και την εφαρμογή της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης προτείνω να αξιοποιηθεί, επικαιροποιούμενη, η ανωτέρω μεταρρυθμιστική τεχνική.

Ειδικές ρυθμίσεις
Ο ανωτέρω «δεκάλογος» προγραμματικών στόχων χρειάζεται εξειδίκευση:
α) στους μικρούς ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους και τις νησιωτικές Περιφέρειες,
β) στους μητροπολιτικούς Δήμους και τις μητροπολιτικές Περιφέρειες.
Άλλωστε το «Πρόγραμμα Οργάνωσης και Λειτουργικού Εκσυγχρονισμού των 13 Περιφερειών και των 325 Δήμων» περιλαμβάνει σχετικές ειδικές δράσεις και, όπως ήδη ανέφερα, «ειδικό πρόγραμμα τηλε-υποστήριξης των 85 μικρών ορεινών και νησιωτικών Δήμων και των νησιωτικών Περιφερειών».


5. Η ΝΕΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ – ΤΡΙΕΤΕΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, η Νέα Διοικητική Μεταρρύθμιση θα πρέπει να προωθεί την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση και όσον αφορά το σκέλος της που θα στοχεύει κυρίως στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση, προτείνω να αφορά το ρόλο, τις αρμοδιότητες, τους πόρους, την οργάνωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις σχέσεις της με τα άλλα επίπεδα της Δημόσιας Διοίκησης, μετά από αξιολόγηση της εφαρμογής του «Καλλικράτη» και γενικότερα του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου, σε συνεργασία με την ΚΕΔΕ και την ΕΝΠΕ.
Η Νέα Διοικητική Μεταρρύθμιση Προώθησης της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης δεν μπορεί να γίνει μόνο με ένα νόμο. Κατά το σκέλος της που θα στοχεύει κυρίως στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση, χρειάζεται ένα Τριετές Πρόγραμμα Αναβάθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την εφαρμογή της, το οποίο θα εκπονηθεί με βάση στην Τριετή Στρατηγική Μεταρρυθμίσεων της Ελληνικής Διοίκησης (άρθρο 3.Γ.5.1. του Ν. 4336/2015).
Ως στρατηγικούς στόχους της Νέας Διοικητικής Μεταρρύθμισης προτείνω τη δημιουργία του Επιτελικού Κράτους, την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση και την αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας, της εταιρικής σχέσης, της εγγύτητας παροχής των υπηρεσιών και της διαλειτουργικότητας όλων των επιπέδων της Διοίκησης και της Αυτοδιοίκησης.
Όσον αφορά το Τριετές Πρόγραμμα Αναβάθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προτείνω να έχει τους ακόλουθους 10 προγραμματικούς στόχους, οι οποίοι αντιστοιχούν στα 10 κριτήρια με τα οποία αξιολόγησα τις προηγούμενες τρεις μεταρρυθμίσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης :
1.α) Ενίσχυση του επιτελικού ρόλου του Κράτους με ανα-οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κεντρικής Διοίκησης – Περιφερειών – Δήμων, με κατεύθυνση την αποκέντρωση, την επικουρικότητα και την εγγύτητα παροχής των υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
    Σε όποιο τομέα δημόσιας πολιτικής η ανα-οριοθέτηση συνεπάγεται την αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, αυτή συνοδεύεται από τους αντίστοιχους πόρους και από την αναδιοργάνωση (re-engineering) των υπηρεσιών των φορέων κάθε διοικητικού επιπέδου, οι οποίες επηρεάζονται από τη μεταρρύθμιση αυτή.
  β) Μεταρρύθμιση των σχέσεων Κεντρικής Διοίκησης – Περιφερειών – Δήμων, με στόχο την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση, το Δημοκρατικό Προγραμματισμό και τη Διαβαθμιδική Συνεργασία, αξιοποιώντας τις ΤΠΕ για τη διασφάλιση της κάθετης και της οριζόντιας διαλειτουργικότητας και προκειμένου να διαμορφωθεί η εταιρική σχέση και η συνεργασία τους, ως τριών ισότιμων πυλώνων του ενιαίου διοικητικού συστήματος της χώρας.
2. Διασφάλιση της διυπουργικής υποστήριξης της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης και διεύρυνση του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην προώθηση της περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής και γενικότερα στο σχεδιασμό και την εφαρμογή των τομεακών δημόσιων πολιτικών. Ενίσχυση του διατομεακού συντονισμού σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
3. Ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ (Δήμων και Περιφερειών), με σταδιακή αποκατάσταση των κεντρικών αυτοτελών πόρων τους, ανάλογη με την αύξηση των δημοσίων εσόδων και του ΑΕΠ της χώρας και διαμόρφωση ενός μεσοπρόθεσμου οδικού χάρτη δημοσιονομικής αποκέντρωσης, με βάση τις αντίστοιχες ρυθμίσεις και πρακτικές των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.
4. Διασφάλιση πόρων για την προώθηση της βιώσιμης περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης και της ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας, με έμφαση στην κατασκευή των τεχνικών υποδομών, τη στήριξη της επιχειρηματικότητας και τη στήριξη των κοινωνικών δομών και  προγραμμάτων, με τη σταδιακή αποκατάσταση της ΣΑΤΑ και την αξιοποίηση του ΕΣΠΑ 2014–2020 και εναλλακτικών χρηματοδοτικών εργαλείων (όπως το «πακέτο Γιουνκέρ» και νέα χρηματοδοτικά προϊόντα της ΕΤΕπ και του ΤΠΔ).
5.α) Βελτίωση των θεσμών διαδημοτικής, διαπεριφερειακής και διαβαθμιδικής συνεργασίας, του Συστήματος Διακυβέρνησης και των θεσμών ενδοδημοτικής και ενδοπεριφερειακής αποκέντρωσης και ενίσχυση της δημοκρατικής και αποτελεσματικής λειτουργίας των οργάνων, της διαβούλευσης, της λογοδοσίας και της κοινωνικής συμμετοχής.
   β) Οργάνωση και λειτουργικός εκσυγχρονισμός των Περιφερειών, των Δήμων και των νομικών προσώπων τους : οργάνωση των επιτελικών λειτουργιών, αναδιοργάνωση των διοικητικών δομών, εξορθολογισμός, απλοποίηση και προτυποποίηση των διοικητικών διαδικασιών και της οικονομικής διαχείρισης, βελτιστοποίηση των ανθρώπινων πόρων, ηλεκτρονική διακυβέρνηση (back office).
   γ) Βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους πολίτες και τις επιχειρήσεις (front office).
6. Αναβάθμιση της καταστατικής θέσης των αιρετών, των πολιτικών προσωπικού και της διοίκησης (management) του ανθρώπινου δυναμικού.
7. Απλοποίηση, συντονισμός και αύξηση της αποτελεσματικότητας του εξωτερικού ελέγχου νομιμότητας και του συστήματος εποπτείας των ΟΤΑ, συγκρότηση εσωτερικού ελεγκτικού μηχανισμού σε κάθε ΟΤΑ και ενίσχυση των λειτουργιών διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου.
8. Εκπόνηση ενός ενιαίου, απλού και πλήρους κανονιστικού πλαισίου της νέας μεταρρύθμισης που κωδικοποιεί και συμπληρώνει το υπάρχον, ενσωματώνει τις ρυθμίσεις που απαιτούν οι ανωτέρω επτά (7) προγραμματικοί στόχοι, για δε τις νέες ρυθμίσεις χρησιμοποιεί έναν αντιληπτό κώδικα επικοινωνίας, θετικούς συνειρμούς της υπάρχουσας κοινωνικής εμπειρίας και συστηματική υποστήριξη της εφαρμογής τους. Τελικό παραδοτέο ο νέος ενιαίος Κώδικας Δήμων και Περιφερειών με διακριτά κεφάλαια α) για τους μικρούς ορεινούς και νησιωτικούς Δήμους και τις νησιωτικές Περιφέρειες, β) για τους μητροπολιτικούς Δήμους και τις μητροπολιτικές Περιφέρειες.
9. Δημοσιότητα της νέας μεταρρύθμισης και δράσεις ενημέρωσης και συμμετοχής των φορέων και των πολιτών.
10. «Πρόγραμμα υποστήριξης εφαρμογής» της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης και μια σύγχρονη μεταρρυθμιστική τεχνική για το σχεδιασμό και την εφαρμογή της.

6. ΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Η Νέα Διοικητική Μεταρρύθμιση Προώθησης της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης, εκτός από το σκέλος της που θα στοχεύει κυρίως στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα πρέπει να περιλαμβάνει και τους οριζόντιους προγραμματικούς στόχους που αφορούν συνολικά τη Δημόσια Διοίκηση, περιλαμβανομένης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Καθένας από αυτούς τους προγραμματικούς στόχους δεν μπορεί να υλοποιηθεί μόνο με την αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου, αλλά χρειάζεται και πρόγραμμα εφαρμογής του. Επομένως, η Νέα Διοικητική Μεταρρύθμιση, εκτός από το Τριετές Πρόγραμμα Αναβάθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χρειάζεται και Επιχειρησιακό Πρόγραμμα αντίστοιχο προς τους οριζόντιους προγραμματικούς στόχους.
Τους προγραμματικούς στόχους αυτούς τους έχω κωδικοποιήσει στα ακόλουθα 17 βήματα :[15]
1ο . Εκπόνηση Τριετούς Επιχειρησιακού Σχεδίου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
2ο . Συγκρότηση Ανεξάρτητης Δομής της Δημόσιας Διοίκησης
3ο . Ανασυγκρότηση του ενιαίου διοικητικού συστήματος και προώθηση της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης
4ο . Αναδιάρθρωση του Κυβερνητικού σχήματος
5ο . Επιλογή των Γενικών Διευθυντών και συγκρότησή τους σε σώμα
6ο . Κάθε Νόμος συνοδεύεται από Πρόγραμμα Εφαρμογής
7ο . Ενίσχυση των επιτελικών λειτουργιών και του συντονισμού του Κυβερνητικού έργου
8ο . Αναδιοργάνωση των διοικητικών δομών
9ο . Προγραμματισμός των ανθρώπινων πόρων
10ο . Βελτίωση της κινητικότητας στο Δημόσιο τομέα
11ο . Κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού
12ο . Μια δημοσιονομικά ουδέτερη μεταρρύθμιση του μισθολογίου
13ο . Εξορθολογισμός των διαδικασιών
14ο . Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση
15ο . Ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της διαβούλευσης
16ο . Βελτίωση της διοίκησης της Δημόσιας Διοίκησης
17ο . Ένα σύγχρονο σύστημα αξιολόγησης των επιδόσεων

Αντί Επιλόγου
Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι για το σχεδιασμό και την εφαρμογή της προτεινόμενης Νέας Διοικητικής Μεταρρύθμισης Μεταρρύθμισης δεν αρκεί το Τριετές Πρόγραμμα Αναβάθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και το Τριετές Επιχειρησιακό Σχέδιο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Η νομοθέτηση και το πρόγραμμα υποστήριξης της εφαρμογής της δεν οδηγούν αυτομάτως σε «θεσμοποίηση».
Χρειάζεται η πολιτική βούληση για την αλλαγή της κουλτούρας που διέπει το πολιτικό και διοικητικό σύστημά μας και η βήμα–με–βήμα κατοχύρωση της αλλαγής, ώστε να διασφαλιστεί η κοινωνική καταξίωση της μεταρρύθμισης και η μετατροπή των νομοθετικών ρυθμίσεων σε πολιτικά και κοινωνικά αποδεκτούς «θεσμούς». 



[1] Το Κεφάλαιο 2 και το επόμενο Κεφάλαιο 3 πρωτοδημοσιεύτηκαν στο πρόσφατο βιβλίο μου (2016), ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ – Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΕΤΙΑ 2016–2018, σελ. 8–10, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα.
[2]  Την περίοδο 2010–2014 έγιναν σημαντικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις της Δημόσιας Διοίκησης, που επιβλήθηκαν από τα Μνημόνια (διαΝΕΟσις, Ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο για την Ελληνική οικονομία και η μετάβαση σε αυτό, 2016, σελ. 50–52), αλλά είχαν κυρίως δημοσιονομικούς στόχους και οι περισσότερες δεν εισέφεραν στη βελτίωση της διοκητικής ικανότητάς της.
Ο πρόσφατος νόμος 4555/2018 (ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ) αφορά κυρίως την αλλαγή του εκλογικού συστήματος και δεν έχει εφαρμοστεί για να μπορούμε να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματά του.
[3] Η μόνη προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση που περιέχει τον ρητό προσδιορισμό των σχέσεων των 3 επιπέδων της Δημόσιας Διοίκησης είναι το κεφάλαιο Δ΄ του Ν.1622/1986 για τον Δημοκρατικό Προγραμματισμό, το οποίο όμως χρειάζεται επικαιροποίηση.
[4] Ο ένας από τους 5 στόχους πολιτικής της νέας προγραμματικής περιόδου (2021–2027) είναι «Μια Ευρώπη πιο κοντά στους πολίτες, η οποία υποστηρίζει τις αναπτυξιακές στρατηγικές υπό τοπική καθοδήγηση και τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη σε όλη την Ε.Ε.»
[5] Δυστυχώς, με νομικό βολονταρισμό εκπονούμε ρυθμίσεις, οι οποίες έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα επιβάλλουν τη συμμετοχή των πολιτών, ενώ στην πραγματικότητα επιχειρούμε να γεμίσουμε τον «πίθο των Δαναΐδων», εάν δεν συνοδεύουμε τις ρυθμίσεις αυτές με ένα πρόγραμμα υποστήριξής τους, που θα περιέχει υλικούς και άυλους πόρους, αλλά κυρίως πολιτική υποστήριξη, ανάδειξη των καλών πρακτικών και διασφάλιση της κοινωνικής συμμετοχής.
[6] Οι ρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, εάν στηριζόταν στους θεσμούς της διαδημοτικής και της διαβαθμιδικής συνεργασίας και συνοδευόταν από πρόγραμμα οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης της εφαρμογής τους.
[7] Κατά την εφαρμογή τους οι θεσμοί αυτοί δεν πέτυχαν γιατί δεν συγκροτήθηκε λειτουργικό δίκτυό τους και δεν διασφαλίστηκε η συστηματική υποστήριξή τους. Η βελτίωσή τους θα μπορούσε να επιχειρηθεί με τη μετατροπή τους σε αποκεντρωμένες υπηρεσίες του Συνηγόρου του Πολίτη ή με τη δικτύωση, υποστήριξη και εποπτεία τους.
[8] Χωρίς την υποστήριξη αυτή και την αλλαγή της κουλτούρας οι θεσμοί συμμετοχής και ελέγχου εργαλειοποιούνται.
[9] Το Πρόγραμμα αυτό προϋπολογισμού 30 εκατ. €, χρηματοδοτείται από το εγκεκριμένο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μεταρρύθμιση Δημόσιου Τομέα» 2014–2020, στο οποίο εντάχθηκε κατά την πρώτη εξειδίκευσή του, που εγκρίθηκε στις 30.06.2015 από την Επιτροπή Παρακολούθησης, με τη μορφή τριών Δράσεων (Α.2.1.4,  Β.1.1.5,  Γ.2.1.3), έχει υπογραφεί για την εφαρμογή του Προγραμματική Συμφωνία μεταξύ ΥΠΕΣ–ΕΝΠΕ–ΚΕΔΕ και ορίστηκε ως φορέας υλοποίησης η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ).
[10]  Οι «δημοτικοί ανταποκριτές» προβλέπονται στο άρθρο 98 του Ν. 3852/2010 («Καλλικράτης»).
[11] Με το Ν.4555/2018 («Κλεισθένης») τροποποιήθηκαν οι σχετικές διατάξεις του Ν.3852/2010 («Καλλικράτης») και προβλέπεται η σύσταση επτά (7) Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας ΟΤΑ.
[12] Η κατηγοριοποίηση των Δήμων του Ν.4555/2018 αποτελεί μόνο μια νομική αναγνώρισή της, χωρίς να συνοδεύεται από διοικητικά ή επιχειρησιακά αποτελέσματα.
[13] Μαΐστρος Π. (2009), Τα τρία κύματα μεταρρυθμίσεων της Δημόσιας Διοίκησης στην Ελλάδα [1975–2015+], σελ. 240, Παπαζήσης, Αθήνα.
[14]  Βλέπε όπ.π. τους «14 συντελεστές–κλειδιά» στις σελίδες 214–218 και στις σελίδες 274–311
[15] Μαΐστρος Π. (2016), ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ ΦΩΤΟΒΟΛΙΔΕΣ – Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΕΤΙΑ 2016–2018, σελ. 114–124, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Αθήνα.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ






Το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών του ΤΕΙ Πελοποννήσου οργανώνει  από το έτος 2018-2019 ένα νέο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών με τίτλο

“Δημόσια Διοίκηση και Τοπική Αυτοδιοίκηση"

Προθεσμία για την υποβολή αίτησης εγγραφής στο πρόγραμμα είναι η Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018 


ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ


Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Θ. ΤΣΕΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ. Πέντε συν μία προτεραιότητες για την ανανέωση του «Πολιτεύεσθαι»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ.

Πέντε συν μία προτεραιότητες  για την ανανέωση του  «Πολιτεύεσθαι»

του Θεόδωρου Ν. Τσέκου*

  
Οι σημερινές κοινωνίες διανύουν μια περίοδο ριζικών αλλαγών. Οι συνδυασμένες τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών μεταβάλουν δραματικά τον τρόπο που παράγουμε, καταναλώνουμε, μαθαίνουμε , ψυχαγωγούμαστε.  Οι ήπιες μορφές ενέργειας μπορούν, εξελισσόμενες, να αποδεσμεύσουν τον πλανήτη από τις ενεργειακές του ανάγκες. Οι εμμένουσες χαώδεις διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ κρατών και γεωγραφικών περιφερειών, ανάμεσα στ’ άλλα,  υποκινούν εκτεταμένες μεταναστεύσεις. Η κλιματική αλλαγή γεννά νέους κινδύνους. Νέες γεωπολιτικές εντάσεις αναδύονται. Νέες μορφές κοινωνικής δυσαρέσκειας αναδεικνύονται και νέες μορφές πολιτικής έκφρασής τους διαμορφώνονται.
 Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν τον τρόπο διακυβέρνησης και τον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Όχι μόνο το περιεχόμενό τους αλλά και τις διαδικασίες άσκησής τους. Όχι μόνο την πολιτική και τις (δημόσιες) πολιτικές αλλά και το «πολιτεύεσθαι». Για να διαμορφώσουμε όμως τρόπους άσκησης πολιτικής κατάλληλους για την νέα εποχή, για να ανανεώσουμε το «πολιτεύεσθαι», χρειάζεται πρώτα απ’ όλα  να σκεφθούμε κριτικά τις μέχρι τώρα πολιτικές μας «συνήθειες», τις κυρίαρχες πρακτικές πολιτικής και διακυβέρνησης του παρελθόντος. Ακολουθούν μερικές σκέψεις επ’ αυτών.

1.       Να ξανασκεφθούμε τα βασικά

Η Ευρώπη, η Ελλάδα, τα ευρωπαϊκά αλλά και τα ελληνικά κόμματα -φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά- στέκονται αμήχανα μπροστά σε κρίσιμα σταυροδρόμια.  Οι τεχνολογικές, παραγωγικές και οικονομικές εξελίξεις και οι κοινωνικές τους επιπτώσεις είναι πρωτόγνωρες. Το μέλλον ασφαλώς, όπως μας διαβεβαιώνει ο Ισοκράτης, ήταν ανέκαθεν «αόρατον». Ωστόσο η επιστήμη και ο ορθός λόγος επιχείρησαν, στην νεωτερικότητα ιδίως,  να το καταστήσουν στατιστικά  προγνώσιμο.
Τελευταία όμως το μέλλον καθίσταται αντιθέτως ολοένα και πιο ασαφές. Η ικανότητα πρόβλεψης των ατόμων, των οργανωμένων ομάδων αλλά και των ίδιων των θεσμών, μειώνεται . Κυρίαρχα χαρακτηριστικά της εποχής μας, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, είναι η Ρευστότητα, η Αβεβαιότητα, η Πολυπλοκότητα και η Αμφισημία ( a VUCA World- Volatility, Uncertainty, Complexity, Ambiguity ). Και το μόνο σταθερό, είναι η Αστάθεια. Ανατρέπονται και διαψεύδονται κατά συνέπεια και τα σταθερότυπα πρόσληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας τα οποία χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα ως οικονομικά και ως πολιτικά υποκείμενα.
Μια τέτοια κατάσταση ανατροπής των μέχρι τώρα βεβαιοτήτων μας, προσφέρεται για αναστοχασμό και επαναξιολόγηση των βασικών μας –ρητών ή άρρητων- παραδοχών. Αρχής γενομένης από το πώς αντιλαμβανόμαστε και το πως ασκούμε την πολιτική.


2.       Πολιτική ή Πολιτικαντισμός

Η κριτική παρατήρηση της δημόσιας σφαίρας –στην χώρα μας , αλλά όχι μόνο – εύκολα διαπιστώνει δύο τρόπους άσκησης πολιτικής . Κατ’ όνομα συμπληρωματικούς αλλά στην ουσία αντιθετικούς.
Ο πρώτος είναι η πολιτική των ιδεών και των προγραμμάτων. Ζητούμενο σ’  αυτόν τον τύπο πολιτικής είναι ο συλλογικός προσδιορισμός και η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος. Κύρια πολιτικά εργαλεία της είναι ο οραματικός και προγραμματικός λόγος και η συμμετοχική επεξεργασία δημοσίων πολιτικών. Το πολιτικό παιχνίδι στην περίπτωση αυτή είναι παιχνίδι αμοιβαίου οφέλους  (win-win game). Δεν ανταγωνίζονται αντίπαλες ομάδες αλλά αντιπαρατίθενται ιδέες και προγράμματα. Η αντιπαράθεση γίνεται με τεκμηρίωση, επιχειρήματα και κριτήριο την συγκριτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων υπό το φώς της πραγματικότητας . Στις πλείστες των περιπτώσεων δεν καταγράφονται απόλυτες αλήθειες και απόλυτες πλάνες. Και οι ασκούμενες πολιτικές προκύπτουν ως συνθέσεις απόψεων και προτεραιοτήτων. Αναμενόμενο, άλλωστε, αφού οι κοινωνίες συναπαρτίζονται από διαφορετικές υπο-ομάδες συμφερόντων, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικές αξίες που πρέπει να όμως συνυπάρξουν.
Ο δεύτερος τρόπος είναι η πολιτική των θώκων και των προσώπων. Αυτός ασκείται από επαγγελματίες ή φερέλπιδες επαγγελματίες της πολιτικής. Το ζητούμενο είναι η πολιτική σταδιοδρομία.  Η διαχείριση του δημοσίου συμφέροντος δεν είναι ο σκοπός αλλά η αρένα μέσα στην οποία διαδραματίζεται το πολιτικό παιχνίδι. Κύριο μέσο είναι η δημιουργία εντυπώσεων και βασικό εργαλείο η πολιτική επικοινωνία. Δεν έχει σημασία το τι πραγματικά συμβαίνει αλλά το ποια εικόνα θα προβάλλουμε στα μέσα και το τι θα πείσουμε το εκλογικό σώμα ότι συμβαίνει .
Οι φορείς διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων και προτάσεων είναι εχθροί (δικοί μας και του έθνους) .  Εμείς είμαστε οι διαχειριστές της απόλυτης αλήθειας και οι «άλλοι» κήρυκες του απολύτου σφάλματος. Εμείς είμαστε οι σωτήρες και οι «άλλοι» οι ολετήρες. Διότι το διακύβευμα δεν είναι η άσκηση αποτελεσματικών δημοσίων πολιτικών αλλά η κατάληψη της εξουσίας. Και αυτή περνά μέσα από την πολιτική απαξίωση και την εκλογική συντριβή του «εχθρού».  Εκλαμβάνεται ως αυτονόητο και δεδομένο ότι αρκεί να καταλάβουμε εμείς την εξουσία και όλα θα πάνε καλά .
Η πολιτική κινητοποίηση γίνεται με «οπαδική» λογική. Και επιτυγχάνεται με την καθημερινή και εφ’ όλης της ύλης καταγγελία του «εχθρού». Τίποτα από ότι λέει και ότι κάνει ο πολιτικός αντίπαλος δεν είναι σωστό. Ακόμα και όταν ταυτίζεται με τις δικές μας απόψεις. Ακόμα και αν περιλαμβάνεται στο δικό μας πρόγραμμα. Όταν το υποστηρίζει ή το εφαρμόζει ο «εχθρός» είναι λάθος. Διότι αυξάνει τις πιθανότητες να καταλάβει ή να παραμείνει στην εξουσία. Σωστό γίνεται όταν το πρεσβεύουμε και το εφαρμόζουμε ασκώντας την εξουσία εμείς.
Αυτή η λογική του διαχωρισμού σε εχθρούς και φίλους και η στρατηγική του «πάρτα όλα» δεν χαρακτηρίζει μόνο τις διακομματικές αλλά και τις ενδοκομματικές σχέσεις και διεργασίες υποβαθμίζοντας έτσι δραματικά την εσωκομματική δημοκρατία.
Θα ρωτήσουν κάποιοι, «μα μπορεί να ασκηθεί πολιτική χωρίς πρόσωπα;». Σωστά. Δεν μπορεί. Η πολιτική (όπως και κάθε κοινωνική δραστηριότητα) ασκείται μέσω προσώπων. Έχει όμως τεράστια σημασία που βρίσκεται το κέντρο βάρους. Αν τα πρόσωπα κινητοποιούνται από «φιλοδοξίες πολιτικής», φιλοδοξούν δηλαδή πρωτίστως να συμβάλουν στην άσκηση αποτελεσματικών δημοσίων πολιτικών προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ή «πολιτικές φιλοδοξίες» επιδιώκοντας κυρίως την ατομική προβολή, την εκλογική επιτυχία, την κατάληψη θώκων εξουσίας και την επαγγελματική πολιτική σταδιοδρομία.
Στην δεύτερη περίπτωση οι ιδέες, οι πολιτικές και τα προγράμματα καταλήγουν να είναι προσχηματικά και απλά υπο-προϊόντα της επικοινωνιακής στρατηγικής.  Έχουν εκλογική και μόνο σημασία και μεταβάλλονται με βάση την συγκυρία και την βελτιστοποίηση της άγρας ψήφων.   Εξηγείται έτσι  όχι μόνο η μεταπήδηση προσώπων αλλά και η μετακίνηση φορέων σε διαφορετικά ιδεολογικά πεδία.  Ισχύει εδώ η ρήση του Γκρούτσο Μαρξ : «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αλλά αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες».
Από τους δύο αυτούς τρόπους τον πρώτο τον αποκαλούμε «Πολιτική» και τον δεύτερο «Πολιτικαντισμό». Ως προς τον δεύτερο τρόπο, Γάλλοι μιλάνε για “politique politicienne”  και οι  Άγγλοι για “game of politics” ή  “party politics”,  εννοώντας περίπου το ίδιο.
Δεν χρειάζεται νομίζω περαιτέρω ανάλυση –τα βιώματά μας αρκούν- για να καταλήξουμε σε δύο βασικά συμπεράσματα :
·    Ο πρώτος τρόπος άσκησης πολιτικής είναι κοινωνικά επωφελής και ο δεύτερος επιβλαβής.
·         Στην χώρα μας ιστορικά κυρίαρχη –με εξαίρεση ορισμένες βραχείες περιόδους- είναι η «πολιτικάντικη» πολιτική.
Η μετάβαση από τον πολιτικαντισμό στην πολιτική, ή,  για να είμαστε ρεαλιστές, η  σταδιακή ενίσχυση της πολιτικής και η αποδυνάμωση του πολιτικαντισμού,  είναι η πρώτη και βασική προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Οι δυνάμεις που πρεσβεύουν την μεταρρύθμιση και την ανανέωση θα πρέπει να εργαστούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αρχίζοντας πρώτα από τον εαυτό τους .

  • · Εστιάζοντας σε μακροπρόθεσμες πολιτικές και προγραμματικές επεξεργασίες και όχι σε βραχυπρόθεσμες εκλογικές τακτικές.
  • ·      Εισάγοντας  στιβαρούς θεσμούς και διαδικασίες εσωκομματικής δημοκρατίας και συμμετοχής όχι μόνο επί χάρτου,  δηλαδή στο καταστατικό, αλλά στην πραγματική λειτουργία του κόμματος
  • ·    Βασίζοντας τις πολιτικές τους συμμαχίες σε προγραμματικές συγκλίσεις και όχι σε παράθυρα εκλογικής και κυβερνητικής ευκαιρίας
  • ·      Ασκώντας προγραμματική και όχι «δομική» (δηλαδή «οπαδική», χωρίς αρχές και με  βάση το εφήμερο δημοσκοπικό όφελος) αντιπολίτευση .
  • ·        Κατανοώντας τον διαπαιδαγωγητικό  ρόλο που καλείται, δια του παραδείγματός της,  να παίξει προς την ελληνική κοινωνία, ακόμα και αν αυτό δεν προσπορίσει βραχυπρόθεσμα δημοσκοπικά και εκλογικά οφέλη.

3.       Η Μόνη μας Κληρονομιά : η Δημοκρατία

Μετά από χιλιάδες χρόνια πολιτικού βίου των ανθρωπίνων κοινωνιών, μετά από εκατοντάδες χρόνια από την είσοδο στην νεωτερικότητα (που σηματοδοτείται από τον Διαφωτισμό και την Βιομηχανική Επανάσταση) και λίγες δεκαετίες μετά από την (διαμφισβητούμενη) είσοδό μας στην μετα-νεωτερικότητα (του ατομισμού, του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και της ψηφιακής επανάστασης) η ιδεολογική και αξιακή πολλαπλότητα εξελίσσεται καλειδοσκοπικά. Πανσπερμία ιδεών και προτάσεων πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ποικιλία αφηγημάτων (και ραβδογραμμάτων – δηλαδή αντιφατικών ποσοτικών δεδομένων) για το πως λειτουργεί η οικονομία και τι την κατευθύνει. Ένταξη σε πολλά και διαφορετικά κοινωνικά δίκτυα που διαμορφώνουν ιδιαίτερους τρόπους ζωής (lifestyles). Ανασφάλεια μπροστά στην διαπερατότητα του εθνικά και τοπικά «οικείου» και κρίσεις ταυτότητας από την έκθεση στο «ξένο» της παγκοσμιοποίησης.  Αναζήτηση της σιγουριάς στον πατερναλισμό των μονοδιάστατων αφηγήσεων και των ισχυρών ηγετών.
Μέσα σ’ αυτή την ενοχλητική,  συχνά αφόρητη για τον μέσο πολίτη, πολυσημία και αταξία της ζωής μας υπάρχει ένα και μόνο σταθερό και αδιαμφισβήτητο πεδίο . Η λειτουργία της Δημοκρατίας. Αυτή αποτελεί την μόνη μας κληρονομιά από τις πολιτικές κοινωνίες του παρελθόντος. Αυτήν οφείλουμε να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού στις δύσκολες εποχές που διασχίζουμε.

3.1. Δημοκρατικός πολιτικός πολιτισμός : τα δικαιώματα  της μειοψηφίας και η νομιμοποίηση του αντιπάλου

Όπως όμως μας διδάσκουν πρόσφατες εξελίξεις που οδήγησαν στην -δημοκρατική – ανάδειξη στην εξουσία ηγετών όπως ο Πούτιν, ο Τράμπ, ο Ερντογάν, ο Όρμπαν, οι Κατσίνσκι και στην ισχυρή εκλογική παρουσία της Μαρί Λεπέν, της Λέγκας του Βορρά  ή των αυστριακών και ολλανδών ακροδεξιών , η δημοκρατία κινδυνεύει από την ίδια την λειτουργία της και υπάρχουν πιθανότητες να καταρρεύσει από τα μέσα. Αυτό μπορεί να συμβεί εάν λησμονηθεί πως η ουσία της δημοκρατίας δεν έγκειται μόνον στην εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας αλλά κυρίως στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Εκεί ακριβώς κρίνεται η ποιότητά της.
Επειδή ακριβώς δημοκρατία σημαίνει πολυφωνία, προϋπόθεση άσκησής της είναι η αμοιβαία αποδοχή, εντός του πλαισίου της,  των άλλων φωνών. Η αμοιβαία αναγνώριση του δικαιώματος όλων, πλειοψηφούντων ή μειοψηφούντων,  να υποστηρίζουν και να πράττουν κάτι διαφορετικό. Η νομιμοποίηση της παρουσίας  τους στην πολιτική αρένα ως  ισότιμων μετόχων και ως νόμιμων δυνητικών διαχειριστών της εξουσίας. Η αντιμετώπισή τους ως αντιπάλων και όχι ως εχθρών. Η ανταγωνιστική συνύπαρξη και όχι η αμοιβαία καταστροφή.  Αυτά ακριβώς συγκροτούν ένα πολιτικό σύστημα ως σύστημα δημοκρατικών πολιτικών αξιών. Διαμορφώνουν τον, απολύτως απαραίτητο, δημοκρατικό πολιτικό πολιτισμό.
Σε πρόσφατο βιβλίο τους (How Democracies Die, Εκδ. Crown, 2018 ) οι καθηγητές της Πολιτικής Επιστήμης στο  Χάρβαρντ Steven Levitsky και  Daniel Ziblatt υποστηρίζουν ότι οι δημοκρατίες λειτουργούν καλύτερα, και γι’ αυτό επιβιώνουν περισσότερο, εκεί όπου πέραν των συνταγματικών εγγυήσεων εμπεδώνονται κατά την άσκηση της πολιτικής δύο βασικοί κανόνες :
·         η αμοιβαία ανοχή, δηλαδή η αποδοχή του  πολιτικού ανταγωνιστή ως νομίμου αντιπάλου και διεκδικητή της εξουσίας, και
·   η αυτοσυγκράτηση δηλαδή η ιδέα ότι οι ασκούντες την διακυβέρνηση οφείλουν να αυτοπεριορίζονται κατά την άσκηση των θεσμικών τους προνομίων ασκώντας τα με μέτρο και χωρίς να τα χρησιμοποιούν ως εργαλείο εκλογικής επικράτησης.
Η διάβρωση των δημοκρατιών, υποστηρίζουν οι συγγραφείς,  αρχίζει όταν τα κόμματα συλλογικά και τα μέλη τους ατομικά αμφισβητούν τη νομιμότητα των αντιπάλων τους, δηλαδή το δικαίωμά τους  να μετέχουν στην πολιτική κονίστρα και να διεκδικούν την εξουσία. Όταν δηλαδή εγκαταλείπουν την ανεκτικότητα και υιοθετούν την στρατηγική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Άρα καταλήγουν να διεκδικούν την εξουσία  με οποιοδήποτε τρόπο.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η  αποδυνάμωση των δημοκρατικών κανόνων επέρχεται όταν οι πολιτικές διαφορές μετατρέπονται σε υπαρξιακή σύγκρουση που τροφοδοτεί μια γενικευμένη πόλωση. Και αυτή η ακραία πόλωση, η διάβρωση δηλαδή του δημοκρατικού πολιτικού πολιτισμού,  μπορεί να σκοτώσει τις δημοκρατίες.

3.2. Αντιπροσωπευτική ή εξουσιοδοτική δημοκρατία;

Μια δεύτερη διάσταση των σύγχρονων δημοκρατιών που χρήζει αναστοχασμού είναι ο αντιπροσωπευτικός τους χαρακτήρας.
Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι η άμεση δημοκρατία δεν είναι εφικτή παρά μόνο σε περιορισμένα πληθυσμιακά και χωρικά μεγέθη. Η ελληνική πόλις υπήρξε η κοιτίδα της δημοκρατίας στο βαθμό που ήταν τεχνικά εφικτό οι πολίτες (κατ’ ακρίβεια οι ελεύθεροι άρρενες πολίτες) να συνέρχονται τακτικά σε συγκεκριμένο χώρο, την εκκλησία του δήμου, το βουλευτήριο,  να διαλέγονται, να διαβουλεύονται, να αποφασίζουν  και να δικάζουν γνωρίζοντας την ουσία των δημοσίων προβλημάτων και κατανοώντας τα βασικά τους διακυβεύματα.
Η «αμεσο-δημοκρατική» αυτή πρακτική διευκόλυνε εξ άλλου τον δημόσιο έλεγχο όσων αναλάμβαναν «αξιώματα». Στην ουσία τους τα δημόσια αξιώματα (ανατιθέμενα ενίοτε όχι με ψηφοφορία αλλά με κλήρωση) δεν αποτελούσαν εκχώρηση εξουσίας   αλλά δεσμευτική εντολή εκπροσώπησης της κοινότητας σε λειτουργίες που δεν μπορούσαν να ασκηθούν συλλογικά. Ο αξιωματούχος (άρχων, στρατηγός) ήταν ο εντολοδόχος ενώ η κοινότητα, δηλαδή ο εντέλλων, είχε τεχνικά την δυνατότητα να ενημερώνεται συλλογικά επι των πεπραγμένων του και να τα αξιολογεί στις λεπτομέρειές τους. Η άμεση λογοδοσία διατηρούσε την σχέση μεταξύ κοινότητας –αξιωματούχου ως σχέση εντέλλοντος-εντελλομένου  και δεν επέτρεπε την  μετατροπή της «αντιπροσώπευσης» σε «εξουσιοδότηση» δηλαδή σε εν λευκώ ανάθεση του δικαιώματος του αποφασίζειν και ενεργείν,  τύποις μεν εν ονόματι της κοινότητας αλλά στην πράξη ερήμην αυτής.
Η εκτατική και πληθυσμιακή διεύρυνση των δημοκρατικών πολιτειών, με την δημιουργία των εθνικών κρατών (και τώρα ακόμη περισσότερο, με το ευρωπαϊκό πείραμα), αναίρεσε την υλική –τεχνική βάση της άμεσης δημοκρατίας και κατέστησε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία μονόδρομο.  Ταυτόχρονα , η προϊούσα πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών και οικονομιών κατέστησε τα διακυβεύματα υπερβολικά τεχνικά και δυσνόητα. Ο συνδυασμός των δύο αυτών μεταβολών μετέτρεψε την αντιπροσώπευση σε εξουσιοδότηση.
Τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων, βάσει των οποίων το εκλογικό σώμα, θεωρητικά τουλάχιστον,  επιλέγει τους εκπροσώπους του και ταυτόχρονα τους κυβερνώντες,  είναι γενικευτικά και εν πολλοίς αόριστα. Αφήνουν συνεπώς πολύ μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στους αιρετούς. Στην πράξη οι αιρετοί ούτε λαμβάνουν δεσμευτική εντολή ούτε ελέγχονται από τον εντολέα τους (δηλαδή το εκλογικό σώμα) με βάση συγκεκριμένους –δηλαδή αναλυτικούς, χρονο-προγραμματισμένους και κοστολογημένους- στόχους.  
Η δημοκρατία μετατρέπεται έτσι από «αντι – προσωπευτική » δηλαδή βασιζόμενη σε εντολή διαχείρισης της εξουσίας δεσμευτική επι του περιεχομένου των ενεργειών των εκπροσώπων, σε «εξουσιο-δοτική», δηλαδή σε εν λευκώ  εκχώρηση της εξουσίας και άσκησή της με πολύ μεγάλους , ενίοτε απεριόριστους, βαθμούς ελευθερίας. Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω με την άμεση διασύνδεση μεταξύ της νομοθετικής (και ελεγκτικής) και της εκτελεστικής  εξουσίας, όπου με βάση την (αναγκαία) αρχή της δεδηλωμένης το πλειοψηφούν στην βουλή κόμμα ασκεί την κυβέρνηση. Έτσι η εκτελεστική εξουσία ταυτίζεται με την πλειοψηφία της νομοθετικής εξουσίας και ο ελεγκτικός ρόλος της τελευταίας υποβαθμίζεται δραστικά.
Οι Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος και Λεωνίδας Χριστόπουλος  σημειώνουν στην μελέτη τους για την πολυνομία και κακονομία στην Ελλάδα (Εκδόσεις διαΝΕΟσις,  2017)  σχετικά με την «ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας  εις βάρος της νομοθετικής εξουσίας στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες» : « Μέσω μονοκομματικών κυβερνήσεων ή συνεκτικών κυβερνήσεων συνασπισμού που ελέγχουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Βουλή, η οποία είναι ο συγκριτικά ανίσχυρος πόλος στο δίπολο Βουλή-Κυβέρνηση, καθίσταται ο εύπλαστος νομοθετικός βραχίονας της κυβέρνησης. Δεν ελέγχει τόσο την κυβέρνηση, όσο τη διευκολύνει να νομοθετεί. Η σχετική αδυναμία της Βουλής έναντι της κυβέρνησης είναι φαινόμενο που ανάγεται σε γενικότερες τάσεις του 20ού και 21ου αιώνα. Τέτοιες τάσεις, μεταξύ άλλων, είναι η ανάγκη ταχείας προσαρμογής των εθνικών κυβερνήσεων, με τη θέσπιση νέων ρυθμίσεων, στο δυναμικά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον ανοικτών οικονομιών, ο εξειδικευμένος και τεχνικός χαρακτήρας των προβλημάτων προς ρύθμιση, προς τον οποίο δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί ένα σώμα αντιπροσώπων χωρίς ειδικές γνώσεις το οποίο διαβουλεύεται, Γι’ αυτούς και άλλους λόγους, το ελληνικό και άλλα κοινοβούλια έχουν αποκτήσει εν μέρει ένα ρόλο περισσότερο διεκπεραιωτικό, παρά ουσιαστικό ως προς την παραγωγή ρυθμίσεων».
Γίνεται αντιληπτό ότι η μετάπτωση από την αντιπροσωπευτική στην εξουσιοδοτική εκδοχή της δημοκρατίας επηρεάζει την ουσία της άσκησής της και, μεταξύ άλλων, την βασική δικλείδα ασφαλείας λειτουργίας της που είναι η διάκριση των εξουσιών.

4.       Η αποφυγή του πειρασμού της πολυσυλλεκτικότητας: Προγραμματική σαφήνεια.

Εκ των κεντρικών στοιχείων του δημοκρατικού πολιτισμού είναι ασφαλώς η διεκδίκηση άσκησης της εξουσίας και η , για τον σκοπό αυτόν, προσέλκυση της πλειοψηφίας των εκλογέων. Όμως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στις δημοκρατίες η άσκηση της εξουσίας δεν συνιστά αυτοσκοπό. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται παρά ως μέσο για την εφαρμογή εγκεκριμένων από την πλειοψηφία δημοσίων πολιτικών, με στόχο την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος. Είναι λοιπόν προϋπόθεση της δημοκρατίας η σαφής , και κατά το δυνατόν αναλυτική, χρονο-προγραμματισμένη και κοστολογημένη,  διατύπωση του περιεχομένου των προτεινόμενων δημοσίων πολιτικών.
Κάθε σύγχρονο πολιτικό κόμμα χρειάζεται συνεπώς να αντισταθεί στον πειρασμό της πολυσυλλεκτικότητας νοούμενης ως προσπάθειας να προσελκυσθούν ψηφοφόροι πανταχόθεν, με αόριστες υποσχέσεις των πάντων στους πάντες. Μια πολιτική παράταξη που φιλοδοξεί να αποτελέσει δύναμη μεταρρύθμισης πρέπει να διατυπώσει με σαφήνεια το πρόγραμμά της. Να εξηγήσει ποιες ρήξεις και ποιες ανατροπές θα επιδιωχθούν, ποιοί θα επωφεληθούν από αυτές και ποιοί θα κληθούν πληρώσουν το κόστος. Διότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν κόστος οικονομικό αλλά και κοινωνικό, υπό την έννοια της ανατροπής κεκτημένων. Και ιδίως για ομάδες τα "κεκτημένα" των οποίων υποσκάπτουν το δημόσιο συμφέρον.
Κάθε δημοκρατική πολιτική παράταξη,  οφείλει να επιδιώκει την κατάκτηση της εξουσίας  πείθοντας την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ότι το συγκεκριμένο, κοστολογημένο και χρονο-προγραμματισμένο πολιτικό σχέδιό της  υπηρετεί καλύτερα τα ευρύτερα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου. Δεν έχει νόημα να αναρριχάται στην εξουσία έχοντας μεν πείσει τους πάντες, αλλά τον καθέναν για κάτι διαφορετικό και αντιφατικό προς τις άλλες της υποσχέσεις. Δεν έχει νόημα να λέει στον καθένα αυτό που θέλει να ακούσει . Και ασφαλώς δεν έχει νόημα να προσπαθήσει να παραμείνει στην εξουσία με πελατειακές εξυπηρετήσεις. Το «δεν έχει νόημα» αναφέρεται βέβαια στο δημόσιο συμφέρον και στην χώρα συνολικά. Διότι η πολυσυλλεκτικότητα έχει βεβαίως νόημα για όσους αναμειγνύονται στην πολιτική με αποκλειστικό ζητούμενο την νομή της εξουσίας. Για όσους η εξουσία συνιστά αυτοσκοπό και η παραγωγή δημοσίων πολιτικών αναγκαίο μπελά, υποπροϊόν και πάρεργο της επικοινωνιακής και εκλογικής διαχείρισής της. Για όσους ζουν μέσα στην  -και από την- «πολιτικάντικη πολιτική».

5.       Πολιτικό μάρκετινγκ ή τεκμηριωμένες δημόσιες πολιτικές;

Αντικείμενο της πολιτικής διαδικασίας στις σύγχρονες δημοκρατίες πρέπει να είναι η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή η μεγιστοποίηση του κοινού οφέλους μέσα από την επίλυση συλλογικών προβλημάτων και την αξιοποίηση συλλογικών ευκαιριών. Κατ’ αυτή την έννοια εφαρμοσμένη πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των ασκούμενων δημοσίων πολιτικών. Η πολιτική κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Ορθή πολιτική είναι το σύνολο των επιτυχημένων τομεακών δημοσίων πολιτικών ενώ λανθασμένη πολιτική είναι το άθροισμα των αποτυχημένων τομεακών πολιτικών.
Το πολιτικό παιχνίδι όμως δεν παίζεται, δυστυχώς, με αυτούς τους όρους. Η πολιτική επικοινωνία , το πολιτικό μάρκετινγκ, χρησιμοποιείται για να μεγιστοποιήσει τα πολιτικά οφέλη στο εκλογικό πεδίο ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων  στο πεδίο των εφαρμοσμένων τομεακών πολιτικών . Η πολιτική μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι με τους φόβους και τις προσδοκίες του εκλογικού σώματος, σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων χωρίς μεγάλη επαφή με την πραγματικότητα των δημοσίων πολιτικών και των αποτελεσμάτων τους. Το πολιτικό μάρκετινγκ συγκρούεται ασφαλώς με την πραγματικότητα, όπως ακριβώς το μάρκετινγκ των αγαθών και υπηρεσιών. Και πολύ συχνά (μεσο-βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον) κερδίζει το μάρκετινγκ και όχι η πραγματικότητα. Η πολιτική ασκείται με στερεότυπα και συναισθήματα και όχι με τεκμηριωμένες προτάσεις και μετρήσιμα αποτελέσματα. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε επιτυχημένους πολιτικούς αλλά αποτυχημένες πολιτικές.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα τόσο το εγχείρημα όσο και τα ευρήματα της «Vote for Policies», μιάς βρετανικής διαδικτυακής πλατφόρμας πού ίδρυσε το 2010 ο Matt Chocqueel-Mangan και η οποία έκτοτε και  προ των εκάστοτε εκλογών διερευνά τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, όχι ως προς τα κόμματα αλλά ως προς τις προτεινόμενες από τα κόμματα δημόσιες πολιτικές. (Ένα ελληνικό ανάλογο είναι το Help Me Vote http://www.helpmevote.gr/, που ανέπτυξαν οι καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ιωάννης Ανδρεάδης και Θεόδωρος Χατζηπαντελής  )
Στο Vote for Policies οι προτεινόμενες πολιτικές αντιγράφονται κατά λέξη από τα προγράμματα των κομμάτων  αλλά ταξινομούνται σε θεματικά πεδία (14 συνολικά: υγεία, εκπαίδευση, απασχόληση, φορολογία, ασφάλεια, συνταξιοδοτικό κλπ.) χωρίς να αναφέρεται η κομματική προέλευση κάθε πρότασης και κάθε θέσης. Οι ενδιαφερόμενοι δυνητικοί ψηφοφόροι καλούνται δηλαδή να επιλέξουν από κάθε θεματικό πεδίο τις προτάσεις χωρίς να γνωρίζουν από ποιο κόμμα προέρχονται. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων με βάση τις δημόσιες πολιτικές ήταν ριζικά διαφορετικές από εκείνες που εκφράσθηκαν στις κάλπες .
Ενδεικτικά παρουσιάζονται στο πίνακα που ακολουθεί τα αποτελέσματα για τις Βρετανικές εκλογές του 2017. Στην πρώτη στήλη παρατίθενται τα αποτελέσματα του Vote for Policies (390.400 συμμετέχοντες) και στην δεύτερη τα αποτελέσματα της κάλπης ενώ στις δύο επόμενες οι τομεακές δημόσιες πολιτικές όπου οι προτάσεις του  κάθε κόμματος προηγούνται (1η και 2η επιλογή).

Κόμμα
Ποσοστό προτίμησης με βάση τις δημόσιες πολιτικές- έρευνα 2017 (*)
Εκλογικό αποτέλεσμα 2017 (**)
Δημόσιες πολιτικές όπου το κόμμα έρχεται πρώτο σε προτιμήσεις (*)
Δημόσιες πολιτικές όπου το κόμμα έρχεται δεύτερο σε προτιμήσεις (*)
Εργατικοί- Labour

24.1%

40.0%

Υγεία, Οικονομία,
Στέγαση
Εκπαίδευση, Εργασιακά, Φορολογία, Μετανάστευση Περιβάλλον, Ανθρώπινα δικαιώματα, Συνταξιοδοτικό
Πράσινοι -Green Party

19.6%


1.6%

Εκπαίδευση, Ευρώπη / Brexit, Εργασιακά,
Ανθρώπινα δικαιώματα,
Δημοκρατική διαδικασία

Φιλελεύθεροι -Liberal Democrats

19.3%


7.4%

Περιβάλλον, Εξωτερική Πολιτική & άμυνα, Δημοκρατική διαδικασία
Εγκληματικότητα / Ασφάλεια
Κόμμα Ανεξαρτησίας ΗΒ- UKIP (Ευρωσκεπτικιστές /Brexiteers)
19%

1.8%
Φορολογία , Εγκληματικότητα / Ασφάλεια,
Μετανάστευση, Συνταξιοδοτικό
Ευρώπη / Brexit,
Εξωτερική Πολιτική & άμυνα
Συντηρητικοί- Conservatives

16.5%

42.4%

Υγεία, Οικονομία, Στέγαση
(*)Σε σύνολο 390.400 συμμετεχόντων στην έρευνα – Αναφέρονται εδώ μόνο τα βασικά κόμματα εθνικής εμβέλειας .  https://voteforpolicies.org.uk/survey/results/ke8YaXMTPdyncVuJu#/total-results)

Από τον πίνακα προκύπτει ότι:

·         Οι μεν νικητές των εκλογών Συντηρητικοί (42,4%) έρχονται τελευταίοι από τα πέντε βασικά κόμματα ως προς τις προτιμήσεις στις προτάσεις πολιτικής τους αφού συγκέντρωσαν - επι 390.400 απαντήσεων- μόλις 16,5% των προτιμήσεων, ενώ καμία από τις τομεακές τους προτάσεις δεν πλειοψήφησε ως  πρώτη προτεραιότητα και μόλις τρεις πλειοψήφησαν ως δεύτερη προτεραιότητα.

·         Αντίθετα οι Εργατικοί , δεύτεροι στις εκλογές με 40%, αναδεικνύονται πρώτοι σε προτιμήσεις προτάσεων πολιτικής με  24,1% , με τρεις από τις προτάσεις πολιτικής τους πλειοψηφικές ως πρώτη προτεραιότητα και επτά ως δεύτερη προτεραιότητα.

·         Οι Πράσινοι (Οικολόγοι) που στις εκλογές απέσπασαν μόλις 1,6% έρχονται δεύτεροι στις προτιμήσεις προτάσεων πολιτικής με 19,6% και πέντε από τις προτάσεις τους πλειοψηφικές ως πρώτη προτεραιότητα.

·         Ακολουθούν οι Φιλελεύθεροι που, ενώ στις εκλογές έλαβαν 7,4% των ψήφων, απέσπασαν το 19,3%  των προτιμήσεων στις προτάσεις πολιτικής τους με τρείς εξ αυτών ως πρώτη προτεραιότητα και μία ως δεύτερη προτεραιότητα.

·         Τέλος, το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα UKIP, με  1,8% στις εκλογικές κάλπες, απέσπασε 19% στις προτάσεις πολιτικής του με τέσσερεις ως πρώτη προτεραιότητα και δύο ως δεύτερη προτεραιότητα των 390.400 πολιτών που συμμετείχαν στην έρευνα του Vote for Policies.

Με  βάση τα παραπάνω ευρήματα (με όλες τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις που θα μπορούσε να έχει κανείς για την έρευνα του Vote for Policies,  το γεγονός ότι συμμετείχαν σε αυτήν περίπου 400.000 άτομα παρέχει εχέγγυα αντιπροσωπευτικότητας) νομιμοποιούμαστε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι το γεγονός πως η πλειοψηφία των πολιτών ψηφίζει ένα κόμμα με τις πολιτικές προτάσεις του οποίου δεν συμφωνεί, σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι γίνονται θύματα συστηματικής επικοινωνιακής εξαπάτησης και η ψήφος τους υφαρπάζεται όχι με βάση τις πραγματικές προτιμήσεις τους αλλά με βάση επικοινωνιακές εντυπώσεις. Η «επιτυχημένη» εκστρατεία του Brexit με τα τερατώδη και προφανή ψεύδη επι των οποίων βασίστηκε επιβεβαιώνει το ως άνω συμπέρασμα.
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει πως στις κοινοβουλευτικές εκλογές η επιλογή κόμματος επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες όπως η ικανότητα διακυβέρνησης των υποψηφίων σχηματισμών. Σε αυτήν την βάσιμη, κατ’ αρχήν, οντολογική διαπίστωση  μπορούν  να διατυπωθούν δύο ενστάσεις, η πρώτη οντολογική και η δεύτερη δεοντολογική.
Πρώτον , η ικανότητα διακυβέρνησης είναι ένα μέγεθος για το οποίο οι εντυπώσεις παίζουν κομβικό ρόλο άρα είναι επικοινωνιακά χειραγωγήσιμο, μπορεί δηλαδή να διαμορφωθεί με βάση το κατάλληλο πολιτικο-εκλογικό μάρκετινγκ.
Δεύτερον, τίθεται ένα κομβικό ερώτημα: Επιλέγω «ικανότητα διακυβέρνησης» για την εφαρμογή ποιού προγράμματος; Ενός  προγράμματος με το οποίο το διαφωνώ; Αυτό θα ήταν δείγμα απόλυτου ανορθολογισμού. Ο μέσος πολίτης, το εκλογικό σώμα, δεν επιλέγουν όμως ανορθολογικά. Επιλέγουν ορθολογικά με βάση ανακριβή δεδομένα και με βάση γενικές αξίες («ορθολογισμός με βάση τις αξίες» κατά Weber) που αδυνατούν να συνδέσουν πρακτικά με μια πολύπλοκη πραγματικότητα.
Η απάντηση λοιπόν είναι «ψηφίζω ένα πρόγραμμα το οποίο αγνοώ και για το οποίο, τελικά, αδιαφορώ», διότι το  κυρίαρχο «μίγμα (πολιτικού) μάρκετινγκ» δεν το περιλαμβάνει, αφού εστιάζεται αποκλειστικά σε πρόσωπα και συνθήματα (και «κλαδικά ή τοπικά ρουσφέτια» θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στα καθ’ ημάς).
Τελικά, μια πολιτική –προϊόν του εκλογικού μάρκετινγκ είναι μια πολιτική που αποβαίνει πάντοτε εις όφελος των επαγγελματιών του μάρκετινγκ, συνήθως υπερ των επαγγελματιών της πολιτικής, σπανίως όμως υπερ της κοινωνίας.

6.      Συνοψίζοντας  : τι πολιτικούς οργανισμούς χρειαζόμαστε;

Δεν συζητήσαμε στο εκτενές αυτό σημείωμα επί του περιεχομένου της πολιτικής. Άλλωστε, είναι δεδομένο ότι εντός των δημοκρατικών κοινωνιών συγκροτούνται και συνυπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το δέον γενέσθαι –συχνά αντιδιαμετρικές . Η θέση του κάθε προσώπου και κάθε ομάδας στον καταμερισμό εργασίας και στην παραγωγή, ο χώρος εγκατάστασης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τόπου, η ιστορική εμπειρία, αλλά και ψυχολογικές προδιαθέσεις  όπως η προτίμηση για την ασφάλεια και την σταθερότητα ή αντίθετα για το ρίσκο και τις αλλαγές, και άλλα συναφή, διαμορφώνουν τις πολιτικές αντιλήψεις, την πρόσληψη των προβλημάτων και τις προτιμήσεις για την μία ή την άλλη λύση. Η «οργανική ενότητα» του λαού είναι μια ρομαντική και εξωπραγματική αντίληψη .Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι εσωτερικά διαφοροποιημένες και αντιφατικές. Για να αποκατασταθεί δε η «λειτουργική ενότητά» τους, προκειμένου να μην καταρρεύσουν, απαιτείται ειδική και διαρκής μέριμνα.
Αυτή η μέριμνα μας απασχόλησε εδώ. Με κεντρικό ερώτημα ποιές οι προϋποθέσεις ομαλής διεξαγωγής της πολιτικής διαδικασίας και των λειτουργιών διακυβέρνησης. Δηλαδή
(α) της συλλογικής ιεράρχησης των επι μέρους κοινωνικών προτεραιοτήτων,
(β) της διακρίβωσης της τεχνικής εφικτότητας της εφαρμογής τους και
(γ) της βέλτιστης κατανομής των συνολικά διαθέσιμων πόρων,
προκειμένου να διαμορφωθεί τελικά ένα μίγμα εφαρμοσμένης πολιτικής –δηλαδή ένα σύνολο συμμετοχικά επεξεργασμένων, συμφωνημένων και τεκμηριωμένων τομεακών πολιτικών- που να μεγιστοποιεί το συλλογικό όφελος.
Οι λειτουργίες αυτές αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία και καθορίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας, και κατ’ επέκταση τον βαθμό ευημερίας, δεδομένης κοινωνίας. Ουσιαστική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκησή τους  είναι το να αναπτυχθούν τέτοιες μορφές πολιτικής και διακυβέρνησης  που να επιτρέπουν την ομαλή συνύπαρξη αλλά και κάποιους βαθμούς σύνθεσης ή εξισορρόπησης διαφορετικών ιδεών, υπό τον όρο ότι οι ιδέες αυτές εμπεριέχουν ως κοινό τόπο την ίδια την δημοκρατική διαδικασία.

Ως εργαλείο για την διασφάλιση των παραπάνω προϋποθέσεων απαιτούνται οργανισμοί  άσκησης πολιτικής και διακυβέρνησης. Όμως πολιτικοί οργανισμοί κατάλληλοι για τον 21ο αιώνα.
·         Πολιτικοί οργανισμοί που θα διαφέρουν ριζικά από τα κόμματα «συγκεντρωτικού οπορτουνισμού» και πελατειακότητας όπως αυτά που γνωρίσαμε .
·         Πολιτικοί οργανισμοί «δημοκρατικής και συμμετοχικής αποτελεσματικότητας» .
·         Πολιτικοί οργανισμοί που δεν θα περιορίζονται στο γνωστό τρίπτυχο μικροπολιτικής : ατάκες, συνθήματα και συναισθήματα.
·         Πολιτικοί οργανισμοί που θα λειτουργούν προγραμματικά αναλύοντας, τεκμηριώνοντας, και συζητώντας δημόσια συγκεκριμένες –δηλαδή μετρήσιμες, χρονο-προγραμματισμένες και κοστολογημένες- δημόσιες πολιτικές
·         Πολιτικοί οργανισμοί που θα αντιπαρατίθενται μεταξύ τους σε σημεία ουσιαστικών πολιτικών διαφορών και δεν θα  εφευρίσκουν  επικοινωνιακές διαφορές προς χάριν της αντιπαράθεσης.
·         Πολιτικοί οργανισμοί που θα ασκούν προγραμματική και όχι δομική αντιπολίτευση .
·         Πολιτικοί οργανισμοί που θα αξιοποιούν νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης ανοίγοντας διαύλους  προς την νέα γενιά που δυσπιστεί προς το παραδοσιακό «πολιτεύεσθαι»
·         Πολιτικοί οργανισμοί, τέλος, που θα παίζουν διαπαιδαγωγητικό ρόλο προς την κοινωνία καλλιεργώντας αξίες, εισάγοντας αρχές, αποκωδικοποιώντας απλουστεύοντας και καθιστώντας κατανοητές  τις οικονομικές και κοινωνικές πολυπλοκότητες , δίνοντας σαφές ιδεολογικό και προγραμματικό στίγμα και αποφεύγοντας τον πειρασμό της υπέρμετρης πολυσυλλεκτικότητας (ναι σε όλα, τα πάντα στους πάντες) που ακυρώνει την πολιτική.


Ο ρόλος των πολιτικών οργανισμών είναι κομβικός για την ποιότητα της δημοκρατίας και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης. Αποτελούν το μοναδικό όπλο της κοινωνίας κατά της ανεξέλεγκτης οικονομικής ισχύος και της αυθαιρεσίας. Αποτελούν επίσης το βασικό μέσο διαμόρφωσης του ίδιου του  πολιτικού συστήματος. Αν δεν μπορέσουμε να συγκροτήσουμε  νέες μορφές πολιτικών οργανισμών, νέους τύπους κομμάτων, δεν θα κατορθώσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο άσκησης πολιτικής. Θα περιοριστούμε τότε στο να αναπαράγουμε το κακό παρελθόν μας. Εις βάρος του μέλλοντός μας.

--------------------------------------------
* O Θ. Ν. Τσέκος είναι Καθηγητής της Δημόσιας Διοίκησης στο ΤΕΙ Πελοποννήσου   




Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

(ΞΑΝΆ)ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΣΎΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΏΠΗΣ" TOY JURGEN HABERMAS

                                                                                   
                                                                                                            Θεόδωρος Ν. Τσέκος *

  Αν διατρέξει κάποιος σήμερα το περί Συντάγματος της Ευρώπης πόνημα του Habermas (La constitution de l'Europe- Gallimard) θα διαπιστώσει ότι μια εξαετία μετά την δημοσίευσή τους, οι επισημάνσεις του Γερμανού φιλοσόφου για τις «κατασκευαστικές ατέλειες » της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν ακριβέστατες και πάντα επίκαιρες.

  Ο Habermas παρατηρεί ότι προκειμένου να  οικοδομηθεί μια υπερεθνική πολιτεία όπως η Ενωμένη Ευρώπη, μια «κοινή οντότητα δημοκρατικής βούλησης" κατά την διατύπωσή του, απαιτούνται πολιτικές «διευρυμένης αλληλεγγύης", δηλαδή πολιτικές αλληλεγγύης μεταξύ κρατών - μελών, πολιτικές αλληλεγγύης που να υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα. Για να προσδιορίσει το ζητούμενο μιας τέτοιας Ευρωπαϊκής Αλληλεγγύης αναφέρεται κατ αναλογία στο ίδιο το Σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που επιτάσσει στο άρθρο 106 παρ. 3 ως υποχρέωση του Γερμανικού κράτους «την ομογενοποίηση των συνθηκών διαβίωσης» των πολιτών των διαφόρων ομοσπονδιακών κρατιδίων. Είχε αντιληφθεί ασφαλώς ο Γερμανός συνταγματικός νομοθέτης ότι  χωρίς σύγκλιση του επιπέδου ανάπτυξης και του τρόπου ζωής, ομοσπονδιακή ενότητα δεν μπορεί να υπάρξει.

 Ωστόσο, θα προσέθετα, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη συνεπάγεται εκτενείς και βαρύνουσες αναδιανεμητικές πολιτικές . Αναφέρεται ο Habermas σε αυτό μιλώντας για "αναδιανεμητική δικαιοσύνη". Τέτοιες πολιτικές όμως δεν μπορούν να ασκηθούν με Ενωσιακο προϋπολογισμό της τάξεως του 1% του συνολικού ευρωπαϊκού ΑΕΠ, όταν βλέπουμε ότι για να λειτουργήσει ένα (εθνικό) κράτος απαιτεί δραστηριότητες που κινούνται στο 35, 40 έως και το 45% του ΑΕΠ. Η ανάπτυξη τέτοιων ευρωπαϊκών πολιτικών μέσω ενίσχυσης του ενωσιακού προϋπολογισμού παραμένει όμως αδύνατη όσο κυριαρχεί στην Γερμανία, όπως παρατηρεί ο Habermas, ένας νέος εθνικός εγωισμός και μια νέα εθνική υπερηφάνεια που εκπηγάζουν από την οικονομική ευρωστία της, με αποτέλεσμα η γερμανική κυβέρνηση να μετατρέπεται σε "επιταχυντή υποσκαψης της αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκό επίπεδο".

 Ακόμα, σημειώνει ο Habermas, η"διακυβερνητική μέθοδος" είναι πλέον αμφιβόλου αξίας διαιωνίζοντας ένα ιστορικό δομικό λάθος αφού οι επεξεργασίες και συμφωνίες επί σημαντικών ζητημάτων σε κλειστές ομάδες τεχνοκρατων και πολιτικών ηγετών των κρατών - μελών είτε είναι αναποτελεσματικές, είτε μη δημοκρατικές. Ή και τα δύο ταυτόχρονα, θα μπορούσα να προσθέσω.

  Συμπερασματικά, έξι χρόνια μετά βλέπουμε τις σκέψεις του Habermas να επαληθεύονται και το Ευρωπαϊκό εγχείρημα να εξακολουθεί να βρίσκεται σε βήμα σημειωτόν. Η ενοποιητική δυναμική του αφηγήματος των Monnet, Schuman και των λοιπών θεμελιωτών της Ενιαίας Ευρώπης εξαντλείται. Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει κατά βάση συνονθύλευμα εθνικών οικονομιών. Είναι το λιγότερο παράδοξο ο πρωταθλητής της ευρωπαϊκής ενοποίησης Macron να εθνικοποιεί γαλλική βιομηχανία για να μην εξαγοραστεί από Ιταλούς. Η ευρωπαϊκή πολιτική παραμένει ένα συνονθύλευμα εθνικών επιδιώξεων που χρησιμοποιούν την ευρωπαϊκή ιδέα ως (θετικό ή αρνητικό) πρόσχημα.

   Για την υπέρβαση του αδιεξόδου απαιτούνται ριζικές αλλαγές. Ωστόσο για να αναπτυχθεί μια νέα ριζικά διαφορετική δυναμική χρειάζεται να αλλάξουν τρόπο σκέψης οι ιθύνουσες ελίτ στα κράτη μέλη, πρωτίστως τα ισχυρότερα αλλά όχι μόνο, και να προσφερθούν στην κοινή γνώμη και ειδικότερα στα ασθενέστερα στρώματα ευρωπαϊκές πολιτικές που θα διαχειρίζονται αποτελεσματικά και "καθησυχαστικά" τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Απαιτείται οπωσδήποτε εμβάθυνση της κοινής αγοράς. Ιδίως όμως πρέπει να προσφερθούν ισχυρά πακέτα ευρωπαϊκής κοινωνικής και εκπαιδευτικής πολιτικής.

 Φαίνεται όμως ότι, επί του παρόντος, τα πράγματα κινούνται στην τελείως αντίθετη κατεύθυνση.

-----
* Καθηγητής της Δημόσιας Διοίκησης στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών του ΤΕΙ Πελοποννήσου. 

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Θ.Ν. Τσέκος, Πολυνομία, κακονομία και κράτος, Καθημερινή 15-7-18



Τα φαινόμενα της πολυνομίας και της κακονομίας, αν και στενά συνδεδεμένα με τον νομικό πολιτισμό μιας χώρας, δεν αποτελούν απλώς δικαιικά προβλήματα, δεν περιορίζονται δηλαδή στην κανονιστική σφαίρα, ούτε εμπλέκουν αποκλειστικά τη νομοθετική και τη δικαστική λειτουργία μιας πολιτείας. Εκπορεύονται, αντίθετα, από τη μορφολογία του ευρύτερου πολιτικοδιοικητικού συστήματος και αφορούν πρωτίστως τον τρόπο άσκησης δημόσιων πολιτικών. Εχουν δε αρνητικές επιπτώσεις στη ρυθμιστική και παροχική παραγωγή των κρατικών υπηρεσιών και ως εκ τούτου στην καθημερινότητα των πολιτών και στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων....

Θ.Ν. Τσέκος, Πολυνομία, κακονομία και κράτος, Καθημερινή 15-7-18

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΟΥΛΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΞΩΤΙΣΜΟΥ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ 

      Έλληνες και άλλα παράξενα πουλιά :  Πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις του ελληνικού εξωτισμού 

⇜⇝

Τετάρτη 4 – Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018 

Ελληνοαμερικανική Ένωση 

Μασσαλίας 22, 106 80 Αθήνα 


ΤΕΤΑΡΤΗ 04 ΙΟΥΛΙΟΥ 17:00

1η συνεδρία:  Φιλελληνισμοί - Οριενταλισμοί, παλιοί και νέοι  

17:15
1.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Αλέξης Πολίτης 
  • Βίκυ Καραφουλίδου Οι ευρωπαϊκές οφειλές της Μεγάλης Ιδέας
  • Δέσποινα Σεβαστή Κόπιες και επιτελέσεις ενός σώματος που δεν υπήρξε ποτέ 
  • Δημήτρης Μουταφίδης Δύση, Ανατολή και Ελλάδα. Ο οικείος λόγος του Ε. Σαΐντ
18:15
1.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Νίκος Ε. Καραπιδάκης
  • Γιάννης Παπαθεοδώρου Zorba the Greek: από το συρτάκι στο Eurogroup. Ιδεολογικές και πολιτισμικές χρήσεις ενός “εξωτικού” στερεότυπου 
  • Τζένη Λαλιούτη Η άλλη διάσωση. Η Ελλάδα με τα μάτια των Αμερικανών διπλωματών 1946-1962 
  • Δημήτρης Αντωνίου Αρχαίοι και σύμμαχοι. Επισκέψεις ξένων ηγετών στο «λίκνο της δημοκρατίας» 1959-2017

19:15  ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ




2η συνεδρία : Τα κάτοπτρα: η Ελλάδα στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα

19:35
2.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Νίκος Δεμερτζής
  • Τάσος Τέλογλου Ζωγραφίζοντας την ελληνική κρίση με γερμανικά χρώματα, Η πρόσληψη της Ελλάδας από τη γερμανική δημόσια σφαίρα 
  • Γιώργος Τζογόπουλος H νέα δημοσιογραφία στην ελληνική κρίση 
  • Παναγιώτης Μένεγος No media? Νo exotica. Από τη live χρεοκοπία του CNN, στο πακέτο διακοπών της Guardian
20:35
2.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Θεόδωρος Τσέκος
  • Λαμπρινή Ρόρη - Σοφία Παπαστάμκου Διεθνείς προσλήψεις του ελληνικού δημοψηφίσματος 2015: η περίπτωση του Τουίτερ 
  • Αθηνά Σκουλαρίκη Η Ελλάδα στο στόχαστρο. Συνωμοσιολογικές θεωρίες και εθνική αυτοεικόνα τη δεκαετία του 2010 
  • Κώστας Καραβίδας Μυθοπλαστικοί ήρωες και ποπ είδωλα στη διεθνή σκηνή της κρίσης. Ο Γιάνης Βαρουφάκης ως αντεστραμμένος Ζορμπάς 
  • Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης Κακομαθημένοι τεμπέληδες ή αντικαπιταλιστές πρωτοπόροι; Τουρκικές απόψεις της ελληνικής κρίσης

22:00
ΠΕΡΑΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ




ΠΕΜΠΤΗ 05 ΙΟΥΛΙΟΥ ΕΝΑΡΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

3η συνεδρία: Πολιτικές του ελληνικού εξωτισμού

17:00
3.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος
  • Κώστας Κανελλόπουλος Διεθνική αλληλεγγύη στην Ελλάδα της οικονομικής καταστροφής 
  • Γιώργος Ρακκάς «Κοιτίδα της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης»: Εξωτιστικές παραμορφώσεις της ελληνικής προσφυγικής κρίσης 
  • Νίκος Τζήμος Και νεόπτωχοι και πειραματόζωα: οι Έλληνες μέσα από τα μάτια της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας
17:50
3.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα
  • Δημήτρης Τζιόβας Ανακαλύπτοντας την Ελλάδα: Εξωτισμός και αποικιακό βλέμμα
  • Παναγής Παναγιωτόπουλος Demodernize Greece: Ελλάδα μετα-εθνική και προ-κοινωνική 
  • Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος Ιστορικά μοτίβα του ελληνικού εξωτισμού
18:45 ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

4η συνεδρία: Ιδεολογία και εικονολογία των «ερειπίων»

19:10
4.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Παναγιώτης Τουρνικιώτης 
  • Βασίλης Βαμβακάς Αθήνα εναλλακτική πόλη: γκράφιτι και ριζοσπαστικός τουρισμός
  • Παναγιώτης Βλάχος Βραχυχρόνιες μισθώσεις και οικονομία του διαμοιρασμού στην Ελλάδα. Μια νεοτουριστική ουτοπία 
  • Κώστας Τσιαμπάος Εξωτισμός και αθηναϊκός μοντερνισμός 
20:00
4.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Δημήτρης Τζιόβας
  • Μαρία Τοπάλη Βελανίδια, άλλοτε και τώρα. Τα δύο ημισφαίρια της μετα-αποικιακής συνθήκης 
  • Αφροδίτη Νικολαΐδου Οι Έλληνες και το παράξενο: αφηγήσεις αυτο-εξωτισμού στο ελληνικό κινηματογραφικό Νέο Κύμα 
  • Δημήτρης Δουλγερίδης Ο Γιαν Φαμπρ χαμένος στην ελληνική μετάφραση
20:50
4.γ. Συντονισμός, σχολιασμός: Γιώργος Τζιρτζιλάκης 
  • Κωστής Σταφυλάκης Ευεργετικός εξωτισμός: μεσογειακοί πειρατές, παγανιστές γεωργοί και μεξικανοί σατανιστές
  • Θεόφιλος Τραμπούλης Θλιμμένη Μεσόγειος. Η Αθήνα πεδίο της σύγχρονης τέχνης
  • Ηλιάνα Φωκιανάκη Ξασπρίζοντας τα μάρμαρα. Αναδιανομές του αρχαίου ιδεώδους μέσω σύγχρονης τέχνης
  • Κατερίνα Κοσκινά ΕΜΣΤ - documenta14, περί ουσίας
22:00
ΠΕΡΑΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ



ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ

  • Εργαστήριο Ελληνικής Πολιτικής / Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ 
  • Δι-Ιδρυματικό ΠΜΣ Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα / Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – ΤΕΙ Πελοποννήσου 
  • Greek Politics Specialist Group / Political Studies Association 
και τα περιοδικά:
  • Νέα Εστία 
  • Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 
  • Επιστήμη & Kοινωνία 
  • Books’ Journal 
  • Πλάνη-περιοδικό κριτικής παρέμβασης 
Mε τη συνεργασία της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης / Ηellenic American Union 

Χωρική και πολιτισμική ανθεκτικότητα μέσα από την Κοινωνική Οικονομία, τα Κοινά και τις Συμπράξεις Δημοσίου και Κοινών. Από τη μείωση της ευαλωτότητας στη δημιουργία κοινοτικού πλαισίου – του Σύρου Κοσκοβόλη*

  * Ο Σύρος Κοσκοβόλης είναι Πρόεδρος της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΠΑΣΕ ΚΑΛΟ)     Ζ ούμε ...