Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Αργύρης Γ. Πασσάς, Θεόδωρος Ν. Τσέκος, ΟΚΤΩ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Η συγκριτική θεώρηση των στατιστικών μεγεθών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ δείχνει ότι παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα το ελληνικό κράτος δεν είναι ούτε δραματικά πολυάνθρωπο ούτε υπέρμετρα δαπανηρό.
Το πραγματικό πρόβλημα διακυβέρνησης στην χώρα μας είναι η μεγάλη αναντιστοιχία μεταξύ δαπανούμενων πόρων και παραγόμενων αποτελεσμάτων, δηλαδή η αυξημένη κοινωνική επιβάρυνση (αλλά και η άδικη κατανομή της) σε σχέση με το περιορισμένο προκύπτον κοινωνικό όφελος (και την εξ ίσου άδικη κατανομή του).
Δεδομένου ότι το πρόβλημα είναι πολυδιάστατο, πολυδιάστατη θα χρειαστεί να είναι και η λύση του. Θα απαιτηθούν μακροχρόνιες, συστηματικές, ενιαία σχεδιασμένες, αλληλοσυμπληρούμενες και αμοιβαία ενισχυόμενες παρεμβάσεις σε κρίσιμα πεδία του πολιτικο-διοικητικού συστήματος, σημαντικότερες από τις οποίες είναι οι ακόλουθες:

1. Η υποκατάσταση της κυρίαρχης θεσμικής οπτικής για την αναδιοργάνωση του πολιτικο-διοικητικού συστήματος από μία περισσότερο δυναμική οπτική δημοσίων πολιτικών.
Αντί να σκεπτόμαστε με όρους κατάργησης ή δημιουργίας οργάνων και ανακατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ διοικητικών επιπέδων εξ’ ίσου αναποτελεσματικών, θα απαιτηθεί να επικεντρωθούμε στην επάρκεια των τομεακών δημοσίων πολιτικών εκάστη των οποίων διαμορφώνει ειδικούς όρους πολιτικής και διοικητικής αποτελεσματικότητας διαμέσου των επάλληλων διοικητικών επιπέδων σχεδιασμού και υλοποίησης (ευρωπαϊκή ένωση, κεντρικό κράτος, περιφερειακή διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση).
Επιδιωκόμενος κοινός παρονομαστής : η διασφάλιση συνεργιών τόσο μεταξύ επιπέδων όσο και μεταξύ τομέων μέσα από την χρήση προηγμένων μεθοδολογιών δημοσίου μάνατζμεντ, των νέων τεχνολογιών αλλά και της εκτεταμένης διοικητικής και κοινωνικής διαβούλευσης.

2. Η αναβάθμιση της συνολικής ικανότητας στρατηγικού σχεδιασμού και συντονισμού των πολιτικο-διοικητικών μας μηχανισμών, αρχής γενομένης από το Κοινοβούλιο του οποίου θα πρέπει να ενισχυθεί η ικανότητα εξειδικευμένης διαβούλευσης, αξιολόγησης και σύνθεσης δημοσίων πολιτικών.
Προς την κατεύθυνση αυτή θα χρειαστεί να αναπτυχθεί σημαντικά και να εμπλουτισθεί σε ειδικότητες η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής αλλά και να αναβαθμιστούν επιστημονικά τα γραφεία των βουλευτών και οι συλλογικοί μηχανισμοί των κοινοβουλευτικών ομάδων.
Μακροπρόθεσμα -και σε ευρωπαϊκό επίπεδο- απαιτείται να αναπτυχθεί ένας τεκμηριωμένος και τολμηρός διάλογος για τις προκλήσεις της αντιπροσώπευσης στον 21ο αιώνα και για τις σχέσεις δημοκρατίας και τεχνοκρατίας.

3. Η ενίσχυση της συλλογικής λειτουργία της Κυβέρνησης ως παραγωγού συντονισμένων πολιτικών μέσω της δημιουργίας μιάς πολυδύναμης Γραμματείας η οποία θα είναι σε θέση να παρακολουθεί στις ουσιαστικές λεπτομέρειές τους όλα τα πεδία των δημοσίων πολιτικών. Η ανάλυση κόστους –ωφέλειας πρέπει να συνιστά το βασικό πλαίσιο λήψης κυβερνητικών αποφάσεων. Οι δημόσιες πολιτικές θα πρέπει να συσχετίζονται και να ομαδοποιούνται κατ’ αναλογία με την κατανομή της ύλης των ενωσιακών πολιτικών δεδομένου ότι η ενεργός συμβολή στην διαμόρφωση πολιτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί σήμερα προϋπόθεση επιτυχούς άσκησής τους στο εθνικό επίπεδο. Η αναβάθμιση των σχεδιαστικών λειτουργιών και δεξιοτήτων σε υπηρεσιακό επίπεδο στα Υπουργεία και τα μεγάλα Νομικά Πρόσωπα, αποτελεί επίσης σημαντική προϋπόθεση κρατικής αποτελεσματικότητας.

4. Η λειτουργική αντιμετώπιση του συντονιστικού ελλείμματος. Ο ενδεχόμενος περιορισμός του αριθμού των Υπουργείων αυξάνει τον όγκο και την εσωτερική τους πολυπλοκότητα μεταφέροντας το πρόβλημα του συντονισμού από το δι-υπουργικό στο ενδο-υπουργικό επίπεδο χωρίς να το επιλύει. Οι λύσεις στο έλλειμμα συντονισμού θα χρειαστεί συνεπώς να αναζητηθούν όχι στο δομικό αλλά στο λειτουργικό επίπεδο δια της αναβάθμισης των εν γένει συντονιστικών ικανοτήτων της ελληνικής διοίκησης μέσα από την οριζόντια δικτύωση με σταθερούς κόμβους διαβούλευσης, την διαχείριση της διοικητικής γνώσης (knowledge management), την εστιασμένη εκπαίδευση προσωπικού και τις νέες τεχνολογίες.

5. Η διασφάλιση αποτελεσματικών και αποδοτικών διαδικασιών εφαρμογής. Η τυπική νομιμότητα ενεργειών δεν μπορεί πλέον να αποτελεί αποκλειστικό μέτρο ορθής διοίκησης. Η ποσοτική και ποιοτική επάρκεια αποτελεσμάτων και η οικονομικότητα αποτελούν τα τελικά ζητούμενα της διοικητικής δράσης ενώ η ποιότητα των διαδικασιών υλοποίησης την βασική τους προϋπόθεση. Ακατάλληλες διαδικασίες εφαρμογής μπορούν να ακυρώσουν στην πράξη και το πλέον εμπνευσμένο και προσεκτικά προετοιμασμένο νομοθέτημα. Η δημιουργία ενός μηχανισμού πιστοποίησης της καταλληλότητας των κάθε είδους διοικητικών διαδικασιών που θα αναφέρεται στην Γραμματεία της Κυβέρνησης αποτελεί τελικά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση χρηστής διοίκησης. Η τυποποίηση και απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών αποτελεί παράλληλα έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς διαφάνειας και αντιμετώπισης της διαφθοράς.

6. Η εκτεταμένη χρήση ποσοτικών μεθόδων διοίκησης για στοχοθεσία, παρακολούθηση και αξιολόγηση αποτελεσμάτων και θέσεων εργασίας με βάση συγκεκριμένους και ειδικούς δείκτες απόδοσης. Οι –εξ ίσου ποσοτικοποιημένες-τεχνικές διασφάλισης ποιότητας, εξ άλλου, μπορούν να ενισχύσουν τον προσανατολισμό των υπηρεσιών προς τους συναλλασσόμενους και την ικανοποίηση των αναγκών τους, συμπεριλαμβανομένου και του δημοσίου συμφέροντος.

7. Η ευελιξία υλοποίησης δημοσίων πολιτικών. Το πολιτικο-διοικητικό σύστημα οφείλει να διατηρήσει την αποκλειστική ευθύνη ανίχνευσης των κοινωνικών αναγκών, σχεδιασμού των δημοσίων πολιτικών, τυποποίησης των επιθυμητών αποτελεσμάτων, διασφάλισης των αναγκαίων πόρων με προσφυγή όπου απαιτείται σε μηχανισμούς αναδιανομής, και τέλος ελέγχου των προδιαγραφών υλοποίησης και των παραγομένων αποτελεσμάτων.
Η υλοποίηση των πολιτικών μπορεί, αντίθετα, να περνά μέσα από ποικίλους συνδυασμούς δράσεων και συνεργασιών δημόσιων και ιδιωτικών φορέων Η ανάλυση κόστους –ωφέλειας θα συνιστά τον τελικό μηχανισμό επιλογής των φορέων υλοποίησης .
Η αναβάθμιση των διαπραγματευτικών και ελεγκτικών δεξιοτήτων των δημοσίων υπηρεσιών προς διασφάλιση επωφελών συμβάσεων και πραγματοποίηση εκτεταμένων φυσικών/ επιτοπίων ελέγχων -και όχι απλών ελέγχων δικαιολογητικών- αποτελούν με την σειρά τους προϋπόθεση για την ευέλικτη, άρα αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη εφαρμογή πολιτικών.

8. Η διασφάλιση εξειδικευμένης γνώσης και διεπιστημονικότητας. Η αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών αλλά και η διοικητική μεταρρύθμιση αυτή καθ’ αυτή, δεν αποτελούν πεδία εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και γενικών καθηκόντων. Απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες τόσο για την μεθοδολογία άσκησης διοίκησης όσο και για το περιεχόμενο των πολιτικών.
Στην πρώτη περίπτωση, όπως και για την διοικητική μεταρρύθμιση, θα χρειαστούν συστηματικές εισροές από τις επιστημονικές πειθαρχίες της δημόσιας διοίκησης και του δημοσίου μάνατζμεντ, της δημόσιας πολιτικής, των δημοσίων οικονομικών, των ευρωπαϊκών σπουδών και του δημοσίου δικαίου. Σημαντικό πρόβλημα συνιστά το ότι οι τέσσερις πρώτοι κλάδοι υπο-αντιπροσωπεύονται όχι μόνο στο διοικητικό σώμα αλλά και στο ελληνικό ακαδημαϊκό στερέωμα. Η επάρκεια διοικητικής τεχνογνωσίας –εάν όποτε διασφαλισθεί- συνδυασμένη με την τομεακή γνώση θα συγκροτήσουν μιά κρίσιμη μάζα δεξιοτήτων, απολύτως απαραίτητη για την αποτελεσματική διακυβέρνηση της χώρας.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Καλημέρα! Αυτό το μήνυμα δεν θα μπορούσε να γράψει κάτι καλύτερο! Διαβάζοντας αυτό το post μου θυμίζει παλιές καλές συγκάτοικό μου! Πάντα φυλάσσεται κουβέντα γι 'αυτό. Θα διαβιβάσει το παρόν write-up για αυτόν. Αρκετά σίγουρος ότι θα έχει ένα καλό βιβλίο. Πολλές ευχαριστίες για την κοινή χρήση!